Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

ο νικηφορος ο μοναζων

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011



Νικηφόρος ο Μονάζων: Λόγος για τη νήψη και τη φύλαξη της καρδιάς

Όσοι επιθυμείτε σφοδρά ν' αξιωθείτε τη μεγαλόπρεπη θεϊκή φωτοφάνεια του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού· όσοι θέλετε να δεχθείτε με αίσθηση μέσα στην καρδιά σας το υπερουράνιο πυρ· όσοι σπεύδετε να επιτύχετε τη συμφιλίωση σας με το Θεό, να τη ζήσετε και να την αισθανθείτε· όσοι απορρίψατε όλα τα πράγματα του κόσμου, για να βρείτε και να αποκτήσετε το θησαυρό που είναι κρυμμένος στον αγρό των καρδιών σας·
όσοι θέλετε ν' ανάψουν ολόλαμπρες οι λαμπάδες των ψυχών σας από αυτόν τον κόσμο κι έτσι απαρνηθήκατε όλα τα παρόντα· όσοι θέλετε να γνωρίσετε και ν' αποκτήσετε με πείρα τη βασιλεία των ουρανών που είναι μέσα σας, ελάτε να σας εκθέσω την επιστήμη, ή μάλλον τη μέθοδο, της αιώνιας, ή καλύτερα της ουράνιας ζωής.

Η επιστήμη αυτή εισάγει χωρίς κόπο και ιδρώτα τον εργάτη της στο λιμάνι της απάθειας, και δε διατρέχει κανένα κίνδυνο ταραχής ή πλάνης από τους δαίμονες. Τέτοιος φόβος υπάρχει τότε μόνον, όταν λόγω παρακοής ζούμε έξω και μακριά από τη ζωή που σας προτείνω, όπως παλιά ο Αδάμ, που αψήφησε εντελώς την εντολή του Θεού, έπιασε φιλία με το φίδι θεωρώντας το αξιόπιστο, κι έτσι έφαγε κατά κόρον από τον καρπό της απάτης κι έριξε αξιοθρήνητα τον εαυτό του κι όλους τους απο-γόνους του στον πυθμένα του θανάτου, του σκότους και της διαφθοράς.

Επιστρέψετε λοιπόν· ή μάλλον, για να πούμε το πιο αληθινό, ας επανέλθομε, αδελφοί, στους εαυτούς μας, ας αποστραφούμε μια για πάντα τη συμβουλή του φιδιού και την περιφορά μας στα χαμαίζηλα. Γιατί δεν είναι δυνατό να επιτύχομε με άλλο τρόπο τη συμφιλίωση και την οικείωσή μας με το Θεό, αν πρώτα δεν επανέλθομε, ή καλύτερα δεν εισέλθομε στους εαυτούς μας, όσο εξαρτάται από μας.

Γιατί θα είναι παράδοξο, ενώ αποχωρίσαμε τους εαυτούς μας από την περιφορά του κόσμου και τις μάταιες μέριμνες, να τον εμποδίζομε ασυγχώρητα από τη βασιλεία των ουρανών που είναι μέσα μας. Γι' αυτό και η αγία μοναχική ζωή έχει ονομαστεί τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών, επειδή δεν μας προξενεί όσα αυτές οι φθαρτές τέχνες και επιστήμες, ώστε να στρέφομε και προς αυτές το νου μας και να τον κατακαλύπτομε μ' αυτές παίρνοντάς τον από τα ανώτερα, αλλά μας υπόσχεται παράδοξα και απόρρητα αγαθά, τα οποία μάτια δεν είδαν κι αυτιά δεν τ' άκουσαν και άνθρωπος δεν τα διανοήθηκε.

Ως εκ τούτου, δεν έχομε να παλέψομε μέ όντα από σάρκα και αίμα, αλλά με τις δαιμονικές δυνάμεις, με τους κοσμοκράτορες του σκοτεινού αυτού αιώνα. Αν λοιπόν ο παρών αιώνας είναι σκότος, ας φύγομε απ' αυτόν, απομακρύνοντας από αυτόν και τα νοήματά μας· τίποτε κοινό μεταξύ ημών και του εχθρού του Θεού. Γιατί εκείνος που θα θελήσει να φιλιώσει με αυτόν, γίνεται εχθρός του Θεού. Κι εκείνον που έγινε εχθρός του Θεού, ποιος μπορεί να τον βοηθήσει;

Γι' αυτό ας μιμηθούμε τους πατέρες μας, και ας αναζητήσομε το θησαυρό που είναι μέσα στις καρδιές μας, όπως εκείνοι. Και αφού τον βρούμε, ας τον κρατήσομε με πολύ μεγάλη δύναμη, εργαζόμενοι συγχρόνως και φυλάγοντάς τον, αφου σ' αυτό έχομε ταχθεί απ' την αρχή.

Κι αν παρουσιαστεί κανείς να φέρνει αντιρρήσεις σ' αυτά και να λέει: «Πώς μπορεί κανείς να εισέλθει στην καρδιά του κι εκεί να εργάζεται ή να μένει;», όμοια με το Νικόδημο που είπε κάποτε στον Σωτήρα: «Πώς μπορεί κανείς να μπει για δεύτερη φορά στην κοιλιά της μητέρας του και νά γεννηθεί ενώ είναι γέρος;», θ' ακούσει και αυτός: «Το Πνεύμα πνέει όπου θέλει».

Αν λοιπόν αμφιβάλλομε και δυσπιστούμε έτσι στα έργα της πρακτικής, πώς θα έρθουν σ' εμάς τα έργα της θεωρίας; Γιατί η πρακτική είναι που ανεβάζει στη θεωρία. Αλλ' επειδή χωρίς αποδείξεις από τις Γραφές είναι αδύνατο να βεβαιωθεί εκείνος που έτσι αμφιβάλλει, θα εντάξομε σ' αυτό το λόγο, για την ωφέλεια των πολλών, αποσπάσματα από τους βίους και τους λόγους των Αγίων, ώστε να βεβαιωθεί από αυτούς και ν' αποβάλει κάθε αμφιβολία. Θ' αρχίσομε το λόγο από τους παλιούς, από αυτόν τον μεγάλο πατέρα μας Αντώνιο, συνεχίζοντας με τους επομένους, όσο μου είναι δυνατόν, και θά παραθέσομε μια συλλογή αποσπασμάτων από τους λόγους και τις πράξεις τους προς απόδειξη όσων είπαμε.


Από το βίο του οσίου πατέρα μας Αντωνίου

Πήγαιναν κάποτε στον Αββά Αντώνιο δύο αδελφοί. Και επειδή τους έλειψε στο δρόμο το νερό, ο ένας πέθανε, κι ο άλλος κινδύνευε να πεθάνει. Μην μπορώντας να βαδίσει άλλο, έπεσε κατά γης περιμένοντας το θάνατο. Ο δε Αντώνιος, που καθόταν στο όρος, κάλεσε γρήγορα δύο Μοναχούς που έτυχε να είναι εκεί και τους είπε: «Πάρετε μια στάμνα νερό και τρέξετε στο δρόμο της Αιγύπτου. Έρχονταν δύο κατά εδώ και ο ένας μόλις πέθανε, ενώ ο άλλος κινδυνεύει, αν δε βιαστείτε. Τούτο μου φανερώθηκε εκεί πού προσευχόμουν». Πήγαν λοιπόν οι Μοναχοί και βρήκαν τον ένα νεκρό και τον έθαψαν, ενώ τον άλλον τον συνέφεραν με το νερό και τον πήγαν στον Γέροντα. Η απόσταση ήταν μιας ημέρας δρόμος.

Αν τώρα ρωτήσει κανείς, γιατί δεν το είπε πριν πεθάνει ο άλλος Μοναχός, δε ρωτάει σωστά. Γιατί η κρίση για το θάνατο δεν είναι του Αντωνίου, αλλά του Θεού, ο οποίος και αποφάσισε για τον ένα και αποκάλυψε για τoν άλλον. Τo θαυμαστό μe τον Aντώνιο ήταν ότι, εκεί που καθόταν στο όρος είχε νήψη στην καρδιά του και ο Κύριος του έδειχνε όσα γίνονταν μακριά. Βλέπεις ότι, για να έχει ο Αντώνιος νήψη στην καρδιά του, έγινε θεόπτης και προορατικός; Γιατί ο Θεός εμφανίζεται στο νου μέσω της καρδίας, στην αρχή μεν, όπως λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, σαν φωτιά που καθαρίζει τον εραστή Του, έπειτα δε και σαν φως που κάνει το νου λαμπρό και θεοειδή. Και τώρα ας προχωρήσομε στους επομένους.


Από το βίο του άγιου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου

Ο θείος Θεοδόσιος είχε πληγωθεί τόσο πολύ από το γλυκό βέλος της αγάπης και ήταν δεμένος τόσο πολύ από τά δεσμά της, ώστε το «Θ' αγαπήσεις τον Κύριο, το Θεό σου, με όλη σου την καρδιά, με όλη σου την ψυχή και με όλη τη διάνοιά σου», αυτή την υψηλή και θεία εντολή, φρόντιζε να την εκπληρώνει με έργα, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει με άλλον τρόπο παρά με την συγκέντρωση των φυσικών δυνάμεων της ψυχής μόνο στον πόθο του Δημιουργού και σε κανένα άλλο από τα παρόντα.

Νουθετώντας λοιπόν μ' αυτές τις νοερές ενέργειές της ήταν φοβερός στους πολλούς, αλλά και όταν μάλωνε τους υποτακτικούς του, τους ήταν ποθητός και γλυκύς σε όλα. Ποιος άλλος ήταν σαν κι αυτόν τόσο ωφέλιμος ενώ συναναστρεφόταν με πολλούς; Ή τόσο ικανός να μαθαίνει στους υποτακτικούς του να συνάγουν τις αισθήσεις τους και να τις στρέφουν στο εσωτερικό τους, έτσι ώστε αυτοί, παρά τους θορύβους του Κοινοβίου, να ζουν με περισσότερη γαλήνη από τους ερημίτες; Και συγχρόνως ο ίδιος και με το πλήθος να βρίσκεται αλλά και απομονωμένος να είναι;

Ιδού λοιπόν και ο Μέγας Θεοδόσιος, με το να συνάγει και να στρέφει μέσα του τις αισθήσεις, πληγώθηκε από την αγάπη του Θεού.


Από το βίο του αγίου Αρσενίου

Ο άγιος Αρσένιος φύλαγε και τούτη την αξιοθαύμαστη συνήθεια: δεν ανακινούσε αγιογραφικά ζητήματα ούτε για συζήτηση ούτε για αλληλογραφία. Όχι πως δεν είχε τη δυνατότητα —κάθε άλλο. Γι' αυτόν η ωφέλιμη ομιλία ήταν τόσο εύκολη, όσο για τους άλλους η συνηθισμένη ομιλία. Αλλά η συνήθεια της σιωπής και η αποστροφή που ένιωθε για την επίδειξη ήταν τα αίτια της τακτικής του. Γι' αυτό λοιπόν και στις εκκλησίες και στις συνάξεις φρόντιζε πάρα πολύ μήτε άλλους να βλέπει, μήτε άλλοι να τον βλέπουν, αλλά στεκόταν πίσω από καμία κολώνα ή κάτι άλλο που εμπόδιζε τη θέα κι έκρυβε τον εαυτό του, ώστε αθέατος ν' αποφεύγει τη συντροφιά των άλλων. Και τούτο γιατί ήθελε να προσέχει στον εαυτό του και να συγκεντρώνει το νου του μέσα του, κι έτσι να ανυψώνεται εύκολα στο θεό.

'Ιδού λοιπόν και τούτος ο θείος άνθρωπος, ο επίγειος άγγελος, συγκεντρώνει το νου του μέσα του, για να ανυψώνεται από εκεί εύκολα στο Θεό.


Από το βίο του αγίου Παύλου του Λατρηνού

Ο θείος Παύλος ζούσε πάντοτε στα όρη και στις ερημιές, έχοντας τα άγρια θηρία γείτονές του και ομοτράπεζους. Κάποτε κατέβαινε και στη Λαύρα για να επιβλέπει τους αδελφούς. Τους συμβούλευε και τους δίδασκε να μη μικροψυχούν και να μην παραμελούν τα επίπονα έργα της αρετής, αλλά ν' ακολουθούν τη σύμφωνη με το Ευαγγέλιο ζωή με πολλή προσοχή και διάκριση και ν' αγωνίζονται εναντίον των πονηρών πνευμάτων μέ γενναιοψυχία. Επίσης τους δίδαξε και μέθοδο, με την οποία θα μπορούσαν να απαλείφουν τις παλιές εμπαθείς μνήμες και ν' αποτρέπουν τη νέα σπορά των παθών.

Ω, πώς ο θείος αυτός Πατέρας διδάσκει στους αγνοούντες μαθητές του μέθοδο για να μπορούν ν' αποκρούουν τις προσβολές των παθών! Αυτή η μέθοδος δεν είναι άλλη από τη φύλαξη του νου· γιατί αυτή πετυχαίνει αυτό το κατόρθωμα και όχι άλλη. Αλλά ας προχωρήσομε παρακάτω.


Από το βίο του αγίου Σάββα 

Όταν λοιπόν ο θείος Σάββας έβλεπε ότι κάποιος που απαρνήθηκε τα εγκόσμια, έμαθε πια με ακρίβεια τον κανόνα της ζωής των Μοναχών και ότι μπορούσε να φυλάει το νου του και να πολεμά εναντίον των πονηρών λογισμών, κι ακόμη ότι απέβαλε τελείως τη μνήμη των κοσμικών, τότε του έδινε κελί στη Λαύρα, αν ήταν αδύναμος στο σώμα και φιλάσθενος. Αν όμως ήταν υγιής και δυνατός, του έδινε άδεια να κτίσει ο ίδιος κελί.

Βλέπεις ότι και ο θεσπέσιος Σάββας απαιτούσε από τους μαθητές του τη φύλαξη του νου και κατόπιν τους επέτρεπε να καθίσουν μόνοι σε κελί; Τι θα κάνομε εμείς που καθόμαστε στα κελιά αργοί και δε γνωρίζομε ούτε αν υπάρχει φύλαξη του νου;

Από το βίο του αββά Αγάθωνος

Ένας αδελφός ρώτησε τον Αββά Αγάθωνα: «Πες μου Αββά, ποιο είναι μεγαλύτερο, o σωματικός κόπος, ή η φύλαξη του εσωτερικού ανθρώπου;» Κι αυτός αποκρίθηκε: «Ο άνθρωπος μοιάζει με δένδρο. Ο σωματικός κόπος λοιπόν είναι τα φύλλα, ενώ η φύλαξη του εσωτερικού είναι ο καρπός. Επειδή λοιπόν, σύμφωνα με τη Γραφή, όποιο δένδρο δεν κάνει καλό καρπό το κόβουν και το ρίχνουν στη φωτιά, είναι φανερό ότι όλη η επιμέλειά μας, δηλαδή η φύλαξη του νου, αποβλέπει στους καρπούς. Χρειάζεται όμως και το σκέπασμα και ο στολισμός των φύλλων, τα οποία είναι ο σωματικός κόπος».

Είναι αξιοθαύμαστο, πώς αποφάνθηκε ο Άγιος αυτός για όλους όσους δεν έχουν φύλαξη του νου, αλλά καυχώνται μόνο για την πρακτική άσκηση, με το να πει ότι κάθε δένδρο που δεν κάνει καρπό, δηλαδή φύλαξη του νου, κι έχει μόνο φύλλα, δηλαδή την πράξη, κόβεται και ρίχνεται στη φωτιά. Τρομακτική, πάτερ, η απόφανσή σου!


Από την επιστολή του αββά Μάρκου προς το Νικόλαο

Αν λοιπόν θέλεις, παιδί μου, να αποκτήσεις δικό σου λύχνο νοητού φωτός και πνευματικής γνώσεως μέσα σου, για να μπορέσεις να περπατήσεις ανεμπόδιστα μέσα στο βαθύτατο σκοτάδι αυτού του αιώνα και αν θέλεις νά καθοδηγούνται τα βήματά σου από τον Κύριο, με σκοπό να θελήσεις σφοδρά το δρόμο του Ευαγγελίου κατά το προφητικό ρητό, δηλαδή να θελήσεις με φλογερή πίστη να γίνεις κοινωνός των τελείων ευαγγελικών εντολών του Κυρίου με πόθο και προσευχή, εγώ σου υποδεικνύω μια θαυμαστή μέθοδο και πνευματική επινόηση.

Αυτή δε χρειάζεται σωματικό κόπο ή αγώνα, αλλά θέλει πνευματικό κόπο και νου και προσεκτική διάνοια που βοηθείται από το φόβο και την αγάπη του Θεού. Με την επινόηση αυτή θα μπορέσεις με ευκολία να κατατροπώσεις τη φάλαγγα των εχθρών.

Αν λοιπόν θέλεις να νικήσεις τα πάθη, αφού συγκεντρωθείς στον εαυτό σου με την προσευχή και τη βοήθεια του Θεού και βυθιστείς στα βάθη της καρδίας σου, ψάξε να βρεις τους τρεις αυτούς δυνατούς γίγαντες, δηλαδή τη λησμοσύνη, τη ραθυμία και την άγνοια, που είναι τα στηρίγματα των νοητών εχθρών, μέσω των οποίων επιστρέφουν και τα λοιπά πάθη της κακίας και ενεργούν και δρουν και δυναμώνουν μέσα στις ψυχές των φιλήδονων.

Και αφού με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια του νου και με τη θεία βοήθεια βρεις εκείνα που οι περισσότεροι τα αγνοούν, θα μπορέσεις με πολλή προσοχή και προσευχή να σωθείς από αυτούς τους τρεις γίγαντες. Γιατί όταν με την ενεργό χάρη επιδιωχθεί να εγκατασταθεί στην καρδιά και να διαφυλαχθεί επιμελώς η αρμονική συνύπαρξη της αληθινής γνώσεως, της μνήμης του λόγου του Θεού και της αγαθής προθυμίας, τότε εξαφανίζεται από αυτήν κάθε ίχνος λησμοσύνης και άγνοιας και ραθυμίας.

Βλέπεις πώς συμφωνούν τα πνευματικά λόγια; Βλέπεις πώς δίνουν σαφή πληροφορία για την προσευχή; Και τώρα παρακολούθησε και τους άλλους Πατέρες, τι θα μας πουν. ========

Του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος

Ησυχαστής είναι εκείνος που αγωνίζεται να περιορίσει τον ασώματο νου σε σωματικό οίκο, δηλαδή μέσα στην καρδιά, πράγμα παράδοξο. Ησυχαστής είναι εκείνος που είπε: «Εγώ κοιμάμαι, μα η καρδιά μου αγρυπνεί».

Κλείνε τη θύρα του κελιού σου για το σώμα, τη θύρα της γλώσσας για τα λόγια, και την πύλη του εσωτερικού σου για τα πονηρά πνεύματα. Να κάθεσαι ψηλά και να παρατηρείς —αν βέβαια ξέρεις να το κάνεις αυτό— και τότε θα βλέπεις πως και πότε και από που και πόσοι και ποιοι κλέφτες έρχονται να μπουν και να κλέψουν τα σταφύλια.

Αν κουραστεί ο σκοπός να παρατηρεί, σηκώνεται και προσεύχεται, και αφού καθίσει πάλι, συνεχίζει με ανδρεία την ίδια εργασία. Άλλο είναι η φύλαξη των λογισμών και άλλο η φύλαξη του νου. Όσο απέχει η ανατολή από τη δύση, τόσο απέχει το δεύτερο και είναι πιο κοπιαστικό από το πρώτο. Όπως τα βασιλικά όπλα που βρίσκονται κάπου, ενώ τα βλέπουν οι κλέφτες, δεν τα πλησιάζουν, έτσι κι εκείνον που ένωσε την καρδιά του με την προσευχή δεν τον κλέβουν εύκολα οι νοεροί ληστές.

Είδες λόγια που αποκαλύπτουν τη θαυμαστή πνευματική εργασία του μεγάλου αυτού Πατέρα; Εμείς όμως, σαν να βαδίζομε μέσα στο σκοτάδι και σαν να περπατούμε πάνω από τα ψυχωφελή λόγια του Πνεύματος όπως σε νυκτομαχία, τά παρατρέχομε κωφεύοντας θεληματικά. Αλλά πρόσεξε και τα ακόλουθα, με τα οποία οι Πατέρες μας οδηγούν στη νήψη.


Του αββά Ησαΐα

Όταν χωρίσει κανείς τον εαυτό του από το μέρος των αμαρτω-λών, τότε θα γνωρίσει ακριβώς όλα τα αμαρτήματα που διέπραξε στο Θεό (επειδή δεν μπορεί να δει τις αμαρτίες του αν δε χωριστεί απ' αυτές με πικρό χωρισμό). Εκείνοι που έφτασαν σ' αυτό το μέτρο, αυτοί βρήκαν το κλάμμα και τη δέηση και ντρέπονται μπροστά στο Θεό, φέρνοντας στο νου τους την πονηρή φιλία των παθών.

Ας αγωνιστούμε λοιπόν αδελφοί κατά τη δύναμή μας, και ο Θεός βοηθεί κατά το πλήθος του ελέους Του. Κι αν δεν φυλάξαμε την καρδιά μας όπως έκαναν οι Πατέρες μας, ας φροντίσομε τουλάχιστον να βάλομε τα δυνατά μας να φυλάξομε τα σώματά μας αναμάρτητα όπως ζητεί ο Θεός, και πιστεύομε ότι στον καιρό της πείνας που μας βρήκε, Αυτός θα δείξει το έλεός Του, καθώς έκανε και με τους Αγίους Του.

Εδώ ο μέγας αυτός Ησαΐας παρηγορεί τους πάρα πολύ ασθενείς, λέγοντας ότι κι αν δε φυλάξαμε την καρδιά μας όπως οι Πατέρες μας, ας φυλάξομε τουλάχιστον τα σώματά μας αναμάρτητα, όπως ζητεί ο Θεός, κι Αυτός θα δείξει σε μας το έλεός Του. Είναι μεγάλη η ευσπλαχνία και η συγκατάβαση αυτού του Πατέρα.


Του Μεγάλου Μακαρίου

Το κυριότατο έργο του πνευματικου αθλητή είναι να εισέλθει στην καρδιά του και να πολεμήσει το σατανά και να τον μισήσει. Και αφού παλέψει εναντίον των λογισμών που αυτός προκαλεί, να δώσει μάχη μαζί του. Αν όμως κανείς εξωτερικά μόνο φυλάει το σώμα του από τη διαφθορά και την πορνεία, ενώ εσωτερικά μοιχεύει ενώπιον του Θεού και πορνεύει με τους λογισμούς του, αυτός δεν ωφελήθηκε τίποτε διατηρώντας παρθένο το σώμα του. Γιατί λέει η Γραφή: «Καθένας που βλέπει γυναίκα και την επιθυμεί, ήδη διέπραξε μοιχεία μέσα στην καρδιά του». Υπάρχει πορνεία που γίνεται με το σώμα, και πορνεία της ψυχής που επικοινωνεί με τον σατανά.

Μας φαίνεται ίσως ότι ο μεγάλος αυτός Πατέρας λέει αντίθετα απ' ό,τι ο αββάς Ησαΐας που αναφέραμε· αλλά δεν είναι έτσι. Γιατί κι εκείνος σύμφωνα με το θέλημα του Θεού μας παραγγέλλει να φυλάξομε τα σώματά μας, ζητάει όμως όχι μόνο την καθαρότητα των σωμάτων, αλλά και των πνευμάτων· κι έτσι μας συμβουλεύει κι αυτός τα ίδια ευαγγελικά προστάγματα.


Του αγίου Διαδόχου

Εκείνος που διατρίβει πάντοτε μέσα στην καρδιά του, απομακρύνεται οπωσδήποτε απ' όσα θεωρούνται ωραία στη ζωή. Γιατί καθώς ζεί κατά τις εμπνεύσεις του Πνεύματος, δεν μπορεί να γνωρίσει τις επιθυμίες της σάρκας. Επειδή λοιπόν ο άνθρωπος αυτός περιφέρεται μέσα στο φρούριο των αρετών, έχοντας για φρουρούς των πυλών τις ίδιες τις αρετές, μένουν χωρίς αποτέλεσμα οι εναντίον του πολιορκητικές μηχανές των δαιμόνων.

Καλά είπε ο Άγιος ότι μένουν χωρίς αποτέλεσμα οι μηχανές των δαιμόνων, όταν δηλαδή διατρίβομε κάπου στο βάθος της καρδίας, και τόσο περισσότερο, όσο περισσότερο χρόνο κάνομε εκεί. Αλλά γνωρίζω ότι δεν θα μου φτάσει ο χρόνος αν θελήσω να αναφέρω εδώ τους λόγους όλων των Πατέρων. Γι' αυτό, αφού θυμηθώ ένα-δύο ακόμη, θα ολοκληρώσω το λόγο μου.


Του αββά Ισαάκ του Σύρου

Αγωνίσου να εισέλθεις στο θάλαμο που βρίσκεται μέσα σου, και θα δεις τον ουράνιο θάλαμο. Γιατί και τούτος κι εκείνος είναι ένας, και από μία είσοδο τους βλέπεις και τους δύο. Η σκάλα της βασιλείας εκείνης είναι κρυμμένη μέσα σου, δηλαδή μέσα στην ψυχή σου. Καθάρισε λοιπόν τον εαυτό σου από την αμαρτία και θα βρεις εκεί σκαλοπάτια, με τα οποία θα μπορέσεις να ανεβαίνεις. ======


Του αγίου Ιω. Καρπαθίου

Έχομε ανάγκη από μεγάλο αγώνα και κόπο στις προσευχές, για να βρούμε την απαλλαγμένη από κάθε ενόχληση κατάσταση της διάνοιας, σαν έναν άλλον ουρανό μέσα στην καρδιά μας όπου κατοικεί ο Χριστός, όπως λέει ο Απόστολος: «Μήπως δε γνωρίζετε ότι ο Χριστός κατοικεί μέσα σας; Εκτός βέβαια αν αποτύχατε στη δοκιμασία».


Του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

Αφ' ότου έκανε τον άνθρωπο να εξοριστεί εξαιτίας της παρακοής του από τον Παράδεισο και το Θεό, ο διάβολος με τους δαίμονες έχει τη δυνατότητα να σαλεύει νοητά το λογιστικό κάθε ανθρώπου ημέρα και νύχτα· άλλου πολύ, άλλου λίγο και άλλου περισσότερο. Και το λογιστικό δεν είναι δυνατό να οχυρωθεί διαφορετικά, παρά με την ακατάπαυστη μνήμη του Θεού. Αν δηλαδή με τη δύναμη του σταυρού εντυπωθεί στην καρδιά η θεία μνήμη, θα το στερεώσει και θα το κάνει ακλόνητο.

Σ' αυτό το σκοπό οδηγεί ο νοητός αγώνας, στον οποίο κάθε χριστιανός αποδόθηκε να αγωνιστεί μέσα στο στάδιο της πίστεως του Χριστού· αλλιώς θ' αγωνιστεί μάταια. Εξαιτίας αυτού του αγώνα γίνεται όλη η ποικιλότροπη άσκηση καθενός που κακοπαθεί για το Θεό, κι αυτό για να κάμψει τα σπλάχνα του Αγαθού και να του δώσει πάλι τό αρχικό αξίωμα και να σφραγιστεί στο λογιστικό του ο Χριστός, καθώς λέει ο Απόστολος: «Παιδάκια μου, για σας περνώ πάλι τους πόνους του τοκετού, ώσπου να εντυπωθεί μέσα σας ο Χριστός».

Είδατε, αδελφοί, ότι υπάρχει τέχνη πνευματική, δηλαδή μέθοδος, η οποία γρήγορα ανεβάζει αυτόν, που την ασκεί, στην απάθεια και στη θεοπτία; Βεβαιωθήκατε τώρα ότι όλη η πρακτική άσκηση θεωρείται από το Θεό όπως τα φύλλα στο δένδρο που δεν έχει καρπό; Και ότι θα πάει χαμένη σε κάθε ψυχή που δεν έχει φύλαξη του νου; Ας σπεύσομε λοιπόν, για να μην πεθάνομε άκαρποι και μετανοήσομε ανώφελα.

Ερώτηση: Από αυτό το σύγγραμμα μαθαίνομε ποια ήταν η πρακτική εκείνων που ευαρέστησαν τον Κύριο και ότι υπάρχει κάποια εργασία πνευματική, η οποία ελευθερώνει γρήγορα την ψυχή από τα πάθη και την συνδέει με την αγάπη του Θεού, η οποία είναι υποχρεωτική σε καθέναν που έγινε στρατιώτης του Χριστού· σ' αυτά δεν αμφιβάλλομε, αλλά έχομε πεισθεί τελείως. Παρακαλούμε όμως να μάθομε τι είναι προσοχή και με ποιον τρόπο αξιώνεται κανείς να την επιτύχει. Γιατί είμαστε ολότελα αμύητοι σ' αυτό το πράγμα.

Απόκριση: Στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού που είπε: «Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε», κι αφού Τον επικαλεστώ ως βοηθό και συνεργό, θα προσπαθήσω κατά τη δύναμή μου να σας παρουσιάσω τι είναι προσοχή και πώς αυτή, Θεού θέλοντος, μπορεί να κατορθωθεί.

Η προσοχή, είπαν μερικοί Άγιοι, είναι φύλαξη του νου· άλλοι, φύλαξη της καρδιάς· άλλοι την είπαν νήψη, άλλοι νοερή ησυχία και άλλοι αλλιώς. Όλα αυτά σημαίνουν ένα και τό αυτό. Όπως όταν πει κανείς ψωμί, κομμάτι και μπουκιά, έτσι σκέψου και γι' αυτά. Μάθε τώρα με ακρίβεια τι είναι προσοχή και ποιά είναι τα ιδιώματά της. Η προσοχή είναι γνώρισμα της αληθινής μετάνοιας. Η προσοχή είναι ανόρθωση της ψυχής, μίσος του κόσμου και επιστροφή της στο Θεό. Η προσοχή είναι αποδοκιμασία της αμαρτίας και επαναφορά της αρετής. Η προσοχή είναι ανεπιφύλακτη βεβαιότητα για τη συγχώρηση των αμαρτιών μας. Η προσοχή είναι η αρχή της θεωρίας, ή μάλλον η βάση της θεωρίας, γιατί μέσω αυτής ο Θεός συγκαταβαίνει κι εμφανίζεται στο νου. Η προσοχή είναι αταραξία του νου, ή μάλλον ακινησία της ψυχής, που της δόθηκε ως βραβείο από το έλεος του Θεού. Η προσοχή είναι κατάργηση των λογισμών, ανάκτορο της μνήμης του Θεού, θησαυροφυλάκιο της υπομονής των επερχομένων δοκιμασιών. Η προσοχή είναι αιτία της πίστεως, της ελπίδας και της αγάπης. Γιατί αν κανείς δεν πιστέψει, δε θα δεχτεί τα επερχόμενα λυπηρά· κι αν δεν τα δεχτεί με χαρά, δε θα πει στον Κύριο: «Είσαι βοηθός μου και καταφύγιο μου»»· κι αν δεν έχει καταφύγιό του τον Ύψιστο, δε θα ενστερνιστεί την αγάπη Του.

Αυτό λοιπόν το μέγιστο των μεγίστων κατόρθωμα, οι περισσότεροι, ή και όλοι, το αποκτούν κυρίως με τη διδασκαλία. Γιατί σπανίζουν εκείνοι που χωρίς διδαχή άλλου, με την ένταση της εργασίας τους και τη θέρμη της πίστεως, το έλαβαν από το Θεό· μα το σπάνιο δεν είναι νόμος. Γι' αυτό πρέπει ν' αναζητήσομε οδηγό που δε θα πέφτει σε πλάνη, ώστε με την καθοδήγησή του να διδασκόμαστε και να διορθωνόμαστε στις δεξιές και τις αριστερές μεταπτώσεις της προσοχής, εννοώ τις ελλείψεις και τις υπερβολές που εισάγει ο πονηρός· να μας τις φανερώνει σύμφωνα με όσα έπαθε και δοκιμάστηκε ο ίδιος, και να μας υποδεικνύει τη νοητή αυτή οδό ώστε να μη μας μένει αμφιβολία, κι έτσι να την βαδίζομε με ευκολία.

Αν δεν έχεις οδηγό, πρέπει να τον αναζητάς με επιμονή. Αν όμως δε βρίσκεις, τότε αφού επικαλεστείς το Θεό και Τον ικετεύσεις με συντριβή πνεύματος και δάκρυα και ακτημοσύνη, κάνε αυτό που θα σου πω. Γνωρίζεις ότι αυτό που αναπνέομε είναι ο κοινός αέρας, και τον εκπνέομε όχι για άλλο τίποτε, παρά για την καρδιά, γιατί αυτή είναι η αιτία της ζωής και της θερμότητας του σώματος. Η καρδιά, δηλαδή, φέρνει προς τον εαυτό της τον αέρα της αναπνοής ως ένα μέσο που θα μεταφέρει έξω, με την εκπνοή, μέρος της θερμότητάς της, ώστε η ίδια να διατηρεί τη σωστή θερμοκρασία. Αίτιος, ή μάλλον υπηρέτης αυτής της λειτουργίας είναι ο πνεύμονας, που τον έκανε ο Δημιουργός με αραιή δομή ώστε σαν ένα φυσερό να εισάγει και να εξάγει χωρίς δυσκολία τον αέρα. Έτσι η καρδιά με την αναπνοή ψύχεται, αποβάλ-λοντας θερμότητα, και επιτελεί απαράβατα αυτή τη λειτουργία, στην οποία έχει οριστεί για τη διατήρηση της ζωής.

Εσύ, λοιπόν, αφού καθίσεις και συγκεντρώσεις το νου σου, πέρασέ τον στην αναπνευστική οδό που αρχίζει από τη μύτη και οδηγεί τον αέρα στην καρδιά· και ώθησε το νου σου κι ανάγκασέ τον να κατεβεί μαζί με τον εισπνεόμενο αέρα στην καρδιά. Κι όταν εισέλθει εκεί, τα μετέπειτα δεν θα είναι πλέον χωρίς ευφροσύνη και χαρά. Όπως δηλαδή ένας άνδρας που είχε απουσιάσει μακριά από το σπίτι του, όταν επιστρέψει, δεν ξέρει τι κάνει απ' τη χαρά του που αξιώθηκε να συναντήσει τα παιδιά του και τη γυναίκα του, έτσι και ο νους όταν ενωθεί με την ψυχή, γεμίζει από ανείπωτη ηδονή και ευφροσύνη. Λοιπόν, αδελφέ, συνήθισε το νου σου να μη βγαίνει γρήγορα από εκεί. Στην αρχή στενοχωρείται πάρα πολύ από το εκεί κλείσιμο και τον περιορισμό· όταν όμως συνηθίσει, δεν ανέχεται πια να περιφέρεται έξω. Γιατί η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα μας, και καθώς ο νους την παρατηρεί εκεί και με την καθαρή προσευχή την επιδιώκει, νομίζει βδελυρά και μισητά όλα τα έξω.

Αν λοιπόν με την πρώτη προσπάθεια εισέλθεις με το νου σου στον καρδιακό τόπο που σου υπέδειξα, ευχαρίστησε και δόξασε το Θεό, και σκίρτησε και εξακολούθησε αυτή την εργασία για πάντα. Αυτή είναι που θα σε διδάξει εκείνα που δε γνωρίζεις. Πρέπει ακόμη να μάθεις και τούτο· όταν ο νους σου βρίσκεται εκεί, να μη σιωπά και να μην κάθεται αργός, αλλά να έχει ως έργο και ακατάπαυστη μελέτη του το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», και να μην το σταματά ποτέ. Γιατί αυτό διατηρεί το νου συγκεντρωμένο, τον αναδεικνύει ανίκητο και απρόσβλητο κατά τις επιθέσεις του εχθρού και του αυξάνει καθημερινά την αγάπη και τον πόθο του Θεού.

Αν πάλι, αδελφέ, παρά τις εντατικές σου προσπάθειες, δεν μπορείς να εισέλθεις στην περιοχή της καρδίας καθώς σου περιέγραψα, κάνε αυτό που σου λέω τώρα, και με τη βοήθεια του Θεού θα βρεις ό,τι ζητάς. Γνωρίζεις ότι το λογιστικό μέρος της ψυχής κάθε ανθρώπου βρίσκεται στο στήθος. Εκεί, μέσα στο στήθος, και όταν σωπαίνουν τα χείλη, μιλάμε και σκεπτόμαστε και συνθέτομε προσευχές και ψαλμούς και άλλα. Αφαίρεσε λοιπόν από το λογιστικό κάθε λογισμό —μπορείς, αν θέλεις—, και δώσε σ' αυτό το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Και ανάγκασέ το να φωνάζει εσωτερικά πάντοτε αυτό αντί οποιαδήποτε άλλη έννοια. Αν αυτό το τηρήσεις γι' αρκετό καιρό, αναμφίβολα θα σου ανοιχτεί μέσω αυτού και η καρδιακή είσοδος, όπως έχομε γράψει και όπως κι εμείς από την πείρα έχομε μάθει. Κι ακόμη, θα έρθει σε σένα, μαζί με την πολυπόθητη και τερπνή προσοχή, κι όλη η χορεία των αρετών, αγάπη, χαρά, ειρήνη κλπ., που θα ικανοποιήσουν όλα τα αιτήματά σου με τη χάρη του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας. Σ' Αυτόν, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, ανήκει η δόξα, η εξουσία, η τιμή και η προσκύνηση, και τώρα και πάντοτε και σ' όλους τους αιώνες. Αμήν.

π. Ιωάννης Ρωμανίδης: 27. Περί λαϊκών και κληρικών, ως και περί Εκκλησίας

π. Ιωάννης Ρωμανίδης: 27. Περί λαϊκών και κληρικών, ως και περί Εκκλησίας



Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια όμως βλέπομε μία περίεργη εξέλιξι μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας, κατά την οποία το βασίλειον ιεράτευμα(1), της Εκκλησίας δεν παρέμεινε ποιοτικά εκείνο που ήταν αρχικά(2).


Αρχικά, δηλαδή στην εποχή των πρώτων Χριστιανών, έχομε τους λαϊκούς και τους κληρικούς. Ο Απόστολος Παύλος τους λαϊκούς ονομάζει ιδιώτες και οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι εκείνοι που ερμηνεύουν τους ιδιώτες του Αποστόλου Παύλου ως λαϊκούς. Λαϊκός είναι εκείνος, ο οποίος έχει μεν βαπτισθή, αλλά δεν έχει ακόμη κληθή άνωθεν, ώστε να γίνη βασίλειον ιεράτευμα, δηλαδή κληρικός. 

Ως κληρικός εθεωρείτο ο θεόκλητος, εκείνος δηλαδή που είχε δεχθή μέσα στην καρδιά του την επίσκεψι του Αγίου Πνεύματος και που το Πνεύμα είχε αρχίσει να προσεύχεται μέσα του. Εκείνος, δηλαδή που είχε γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος και γι’ αυτό μέλος του Σώματος του Χριστού, δηλαδή της Εκκλησίας.

Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος λέγει «…ους έθετο ο Θεός εν τη εκκλησία…» αφού προηγουμένως είχε πει: «υμείς δε εστε σώμα Χριστού»(3). Μας δίνει δηλαδή ο ίδιος τον ορισμό του τι είναι Σώμα Χριστού.

Αργότερα, από τους Πατέρες της Εκκλησίας ξέρομε ότι ήλθε εποχή, κατά την οποία εχειροτονούντο ως κληρικοί άνθρωποι, που στην αρχαία Εκκλησία θα εθεωρούντο ως λαϊκοί. Και μετά αυτοί οι άνθρωποι εχειροτονούντο και επίσκοποι. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος κάνει ολόκληρη ανάπτυξι επάνω στο θέμα αυτό.

Αυτό σημαίνει ότι εισήλθε η παράδοσις στην Εκκλησία να χειροτονούνται ως κληρικοί άνθρωποι, οι οποίοι δεν είχαν τα προσόντα να είναι κληρικοί της Εκκλησίας. Δεν είχαν δηλαδή τις πνευματικές προϋποθέσεις της ιερωσύνης.

Εναντίον αυτής της ανωμάλου καταστάσεως επανεστάτησε ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος με τόσο μεγάλη επιτυχία, ώστε η Εκκλησία τον ωνόμασε Νέο Θεολόγο. Από την εποχή του μέχρι την εποχή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά έγινε μία μεγάλη διαμάχη μέσα στην Εκκλησία, όσον αφορά στα προσόντα εκλογής των επισκόπων. Εξ αιτίας αυτής της Ησυχαστικής έριδος, όπως ονομάσθηκε, κατά την οποία επεκράτησε τελικά η γραμμή του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, καθιερώθηκε οι επίσκοποι της Εκκλησίας να λαμβάνωνται από τους μοναχούς της Ησυχαστικής παραδόσεως, της καθάρσεως του φωτισμού και της θεώσεως.

---------------------------------------------
1. Α’ Πέτρ. 2, 9.

2. Βλ. Μητρ. Ιεροθέου (Βλάχου), ένθ’ ανωτ., σ. 96: «... Η αναγέννηση του ανθρώπου, η ανακάλυψη της καρδιάς, η εύρεση της υποστατικής αρχής έχει ως αποτέλεσμα να αναπτυχθή έντονα μέσα του η αγάπη για όλο τον κόσμο. Και αυτό εκφράζεται με την προσευχή και την θυσία υπέρ όλου του κόσμου. Η καρδιά φλέγεται από αγάπη. Βγαίνει τότε ο άνθρωπος από τα στενά περιοριστικά όρια του εγώ και εισέρχεται από αγάπη και με αγάπη στην υπόσταση του άλλου. Ζη την κένωση του Χριστού σε ένα βαθμό και την αγωνία του Χριστού στην Γεσθημανή. Θρηνεί για όλον τον κόσμο. Στην ζωή πολλών αγίων βλέπουμε ότι είχαν αυτήν την συμπάσχουσα καρδία υπέρ όλης της κτίσεως, ακόμη και για τον διάβολο. Αυτή η θυσιαστική προσευχή, που γίνεται μέσα από την εμπειρία της θείας εμφανείας και την ανακάλυψη του προσώπου, λέγεται βασίλειον ιεράτευμα. Και όσοι προσεύχονται νοερά, έχουν την λεγομένη πνευματική ιερωσύνη».

3. Α’ Κορ. 12, 27.

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, Η πρότασις του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου για την αντιμετώπισιν και λύσιν του κοινωνικού προβλήματος

5 Φεβ 2013


Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, Η πρότασις του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου για την αντιμετώπισιν και λύσιν του κοινωνικού προβλήματος


Η ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΙΝ ΚΑΙ ΛΥΣΙΝ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ
ΤΟ«κοινωνικό πρόβλημα» συνιστᾶ ἰσχυρότατη πρόκληση γιά τήν χριστιανική κοινωνία1.Οἱ κοινωνικές διακρίσεις, καί μάλιστα τό πρόβλημα τῆς πείνας καί τῆς φτώχειας,δέν ἦταν δυνατό νά ἀφήσει ἀδιάφορη τήν Ἐκκλησία. Πρῶτα, γιατί ἀπό τήν ἴδια τήν φύση της ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μόνο πνευματική, ἀλλά καί κοινωνική. Δεύτερο, ὁ Χριστιανισμός δέχεται ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο, ὡς ψυχοσωματική ἑνότητα καί ὁλότητα,καί σώζει ὁλόκληρη τή ζωή του, πνευματική καί σωματική, ἀφοῦ ἡ θέωση ἀναφέρεται σ᾽ ὅλο τόν ἄνθρωπο, ψυχή καί σῶμα. Γι᾽ αὐτό καταφάσκει ὅλα τά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου πνευματικά καί βιοτικά. Ἡ εἴσοδος στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ νοεῖται ὡς ἔνταξη ΟΛΗΣ τῆς ζωῆς μέσα στήν κοινωνία τῆς Χάριτος (πρβλ, τόν λειτουργικό λόγο: «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα»).
Σκοπός τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ-Λόγου εἶναι ἡ ἐν-Χρίστωση καί ἐκκλησιοποίηση ΟΛΗΣ τῆς ζωῆς,ὁ ἁγιασμός ὅλων τῶν σχέσεων, σύνολης τῆς «κοινωνίας» μας.

Αὐτές οἱ ἐκκλησιολογικές συντεταγμένες χαράσσουν τό πλαίσιο, μέσα στό ὁποῖο κινήθηκε ὁ ἀπαράμμιλος ἐκκλησιολόγος, ἱερός Χρυσόστομος, πού ἀντιμετώπισε τό μόνιμο αὐτό πρόβλημα. Ἐνδιαφέρον ὅμως ἔχει τό κοινωνικό-πολιτικό κλίμα, στό ὁποῖο δρᾶ καί ἀγωνίζεται ὁ ἱ. Χρυσόστομος.
Ἡ ἐποχή του (δ´-ε´αἰ.) εἶναι περίοδος κοσμογονικῶν ἐξελίξεων. Κατ᾽ αὐτήν σημειώθηκε εἴσοδος σέ ἕνα νέο κόσμο, τά κύρια χαρακτηριστικά τοῦ ὁποίου εἶναι:ριζική ἀλλαγή στήν πολιτική νοοτροπία, πράγμα πού ἐπέφερε ὁ μετασχηματισμός τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας καί ἡ στροφή σέ μιά νέα πολιτική κονίστρα, στήν Ἀνατολή.Κοινωνική ἀνησυχία ἐπίσης, μέ τήν ἀδιάκοπη μετακίνηση καί τούς πολέμους διαφόρων βαρβαρικῶν φύλων.
Ἀστάθεια πολιτική καί κοινωνική. Ἔντονες πνευματικές ἀνησυχίες (ἐδῶ ἐντάσσονται καί οἱ δογματικές διενέξεις) καί ἀποπροσανατολισμός(αἱρέσεις, πολιτικές καί θρησκευτικές). Ἀγώνας τῆς Ἐκκλησίας πρός τά διάφορα αἱρετικά ρεύματα, ἀλλά καί πρός τόν ἐθνισμό, πού ἀντιστεκόταν ἀκόμη. Συγκρούσεις Ἐκκλησίας-Πολιτείας λόγῳ τῶν κυριαρχικῶν τάσεων τῆς τελευταίας (π.χ σύγκρουση Μ. Ἀθανασίου, Μ.Βασιλείου καί Ἱ. Χρυσοστόμου μέ τήν Πολιτεία γιά τά θέματα τῆς Πίστεως). Μαζική εἴσοδος στήν Ἐκκλησία προσώπων, χωρίς παράλληλη προετοιμασία καί διάθεση, ἰδιαίτερα ἀπό τίς συνήθως διεφθαρμένες «ἀνώτερες» τάξεις, μέ συνέπεια τήν πτώση τῶν ἠθῶν τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Παράλληλη ἀναγεννητική κίνηση στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἐμφάνιση, ἀνάπτυξη καί ὀργάνωση (διά τοῦ Μ. Βασιλείου) τοῦ Μοναχικοῦ Κοινοβίου, ὡς ἐκφράσεως τοῦ αὐθεντικοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ πολιτική καί ἐκκλησιαστική ἀστάθεια ἔφερε τήν οἰκονομική ἀταξία. Ἡ ἄνιση κατανομή τῶν ἀγαθῶν, ἡ ἐκμετάλλευση τῶν φτωχῶν ἀπό τούς ἰσχυρούς -κύρια θέματα στά ἔργα τοῦ Χρυσοστόμου-ἡ δουλεία, ἡ μετακίνηση πληθυσμῶν στά ἀστικά κέντρα (ἀστυφιλία),εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τή φτώχεια καί τή δυστυχία, ἀλλά καί τήν κοινωνική ἀκαταστασία.Αὐτά ἰσχύουν καί γιά τήν Ἀντιόχεια καί γιά τήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἔδρα σε ὡς ποιμένας ὁ Ἱ. Χρυσόστομος.
Πέρα ὅμως ἀπό αὐτά, οἱ αἰῶνες 4ος καί 5ος εἶναι αἰῶνες προγραμματικοί, ἀναπροσαρμογῆς δηλαδή τῆς στάσεως τῆς Ἐκκλησίας μέσα στόν ἱστορικό χῶρο. Ὁ Ἱ. Χρυσόστομος, ὅπως καί οἱ ἄλλοι Πατέρες τῆς περιόδου αὐτῆς, μᾶς βοηθοῦν νά διακριβώσουμε τά θεμέλια, πάνω στά ὁποῖα οἰκοδομεῖται ὁ χριστιανικός βίος στή σημαντικότερη αὐτή καμπή τῆς πορείας του.
2.Ὁ Χρυσόστομος κινεῖται πάν- τοτε στό ἐκκλησιολογικό πλαίσιο: «ἁγιότητα-κοινωνικότητα»,ὅπως ἄλλωστε ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας. Θεός καί ἄνθρωπος εἶναι οἱ δύο ἀμετακίνητοι πόλοι τῆς σκέψεως καί δράσεώς των. Τό χαρακτηριστικότερο κείμενο, στό ὁποῖο διατυπώνονται ἁπτά καί συγκεκριμένα, οἱ προτάσεις τοῦ ἱεροῦ Πατέρα γιά τήν ἀντιμετώπιση καί λύση τοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος εἶναι, κατά τή δική μας ἐκτίμηση, ἡ 11η ὁμιλία στίς «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων» (κεφ. δ´ 32-37) (βλ. PG 60, 96-98)2 .
Σ᾽ αὐτό τό κείμενο, πού εἶναι καρπός καί ἀποτύπωση τῆς πείρας του, ὑπογραμμίζονται τά ἀκόλουθα, πού δίνουμε ἐδῶ διαγραμματικά:
Ὁ ἅγιος Πατέρας ἀναφέρεται στήν πρακτική τῆς κοινοκτημοσύνης καί ἐξαίρει τή σημασία τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Ἡ κοινοκτημοσύνη τῶν πρώτων Χριστιανῶν ἦταν - ὅπως λέγει- καρπός τῆς (ἀνιδιοτελοῦς) ἀγάπης 3.
Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ὁδήγησε στό νά μή ὑπάρχει ἀνέχεια, διότι ζῶντας ὡς ἀδελφοί, ἐκάλυπταν τίς ἀνάγκες τῶν ἐνδεῶν. Ὄχι ὅμως ὡς ἀτομική ἐλεημοσύνη, ἀλλά ὡς ἐκκλησιαστική μέριμνα,μέ τήν ἀνάληψη τῆς εὐθύνης ἀπό τούς ἴδιους τούς Ἀποστόλους, τήν ἡγεσία -θά λέγαμε σήμερα. Ἔτσι, ἀπέφευγαν τήν κενοδοξία τῆς προσωπικῆς ἀγαθοεργίας.
Ὁ ἱερός Πατήρ, πιστεύοντας στήν διαχρονικότητα τοῦ θεσμοῦ, συμπεραίνει ὅτι, ἐάν οἱ εὔποροι Χριστιανοί κατέθεταν τήν χρηματική ἀξία τῶν περιουσιῶν τους (ἄν δηλαδή συνέπρατταν ὡς χριστιανι- κή κοινωνία στήν ἀντιμετώπιση τῆς φτώχειας), θά ἐκάλυπταν μέ μεγάλη ἄνεση τίς ἀνάγκες τῶν ἐνδεῶν.
Κίνδυνος ἐξαντλήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀποθεμάτων δέν ὑπῆρχε, διότι σ᾽ αὐτή τήν περίπτωση θά συνεργοῦσε πλουσιοπάροχα ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Ἰδιαίτερα ὑπογραμμίζει τή σημασία τῶν κοινοβιακῶν μοναστηρίων γιά τή συνέχιση τοῦ παραδείγματος τῶν Πράξεων, ὑποσχόμενος τή συμβολή του στόν ἀγώνα γιά τήν ἀνάλογη διαμόρφωση ὅλης τῆς χριστιανικῆς κοινωνίας.
Τό καταπληκτικό αὐτό γιά τήν πνευματικότητα καί τήν κοινωνική πλήροτητά του κείμενο τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου φανερώνει τόν τρόπο σκέψεως τοῦ ἀναγεννημένου πνευματικά Χριστιανοῦ καί μάλιστο τοῦ Χριστιανοῦ Ποιμένα, ὁ ὁποῖος συνεχίζει στόν 4/5ο αἰώνα νά ζεῖ στό κλίμα τῶν Ἀποστόλων. Τό κείμενο αὐτό, παράλληλα, ὑπογραμμίζει τήν εὐθύνη τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου σέ ἕνα πρόβλημα μακροδιακονίας, ἀλλά καί τή στάση ἑνός αὐθεντικοῦ Ποιμένα στήν ὀρθή καθοδήγηση τοῦ Ποιμνίου του καί γιά τόν«μετασχηματισμό», τήν ἐν Χριστῷ μεταμόρφωση, ἀνθρώπου καί κοινωνίας, μέσα στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία.
Ἡ κοινωνική συγκρότηση τῆς πρώτης Ἐκκλησίας φανερώνεται μέ τήν καθιέρωση τοῦ«θεσμοῦ» τῆς κοινοκτημοσύνης (Πράξ. 2,42, 44-47 καί 4,23-37 πρβλ. 6,1 ἑ). Τί ἄλλο ὅμως ἦταν αὐτό ἀπό «πολιτικό μέτρο», μέ τήν ἀριστοτελική σημασία τοῦ ὅρου, ὡς ὀργάνωση τῶν κοινῶν μέσα στήν διακονία τῆς ἀγάπης; Σημασία μάλιστα ἔχει ὅτι ἡ ἀποστολική Ἐκκλησία ἀναλαμβάνει μέσα στόν τότε κόσμο ἡ ἴδια, μέ τίς δικές της δυνατότητες,τήν ἀντιμετώπιση συγκεκριμένου κοινωνικοῦ προβλήματος -ὅποια ἔξωθεν πρότυπα καὶ ἂν εἶχε στὴν ἐνέργειά της αὐτὴ (Κουμράν, ρωμαϊκὰ Κολλέγια, κ.λπ.)4. Ἡ Ἀποστολικὴ Σύνοδος (49 μ.Χ.) θὰ καθιερώσει καὶ τὸν θεσμὸ τῶν «λογιῶν», ὁ δὲ Ἀπόστολος Παῦλος μὲ τὴν ἐμπειρία, ποὺ ἀπέφεραν τὰ πειράματα αὐτὰ στὸν ἐθνικό κόσμο, θὰ δώσει καὶ θεωρητικὸ προσδιορισμὸ αὐτῆς τῆς πρακτικῆς, μὲ τὴν καθαρὰ κοινωνικὴ ἀρχή, τὸ «περίσσευμά» των μὲν νὰ καλύπτει τὸ «ὑστέρημα» τῶν ἄλλων, «ὅπως γένηται ἰσότης» (Β´ Κορ. 8, 13–14). Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ κοινωνικὸ ἰδανικὸ τῆς Ἐκκλησίας στὴν αὐθεντικότητά της 5 . Δημιουργήθηκε, ἔτσι, στὴν πράξη μία διακοινοτικὴ ἑνότητα σὲ παγχριστιανικὸ ἐπίπεδο, ὥστε ὅλη ἡ ἀνὰ τὸν κόσμο Ἐκκλησία νὰ ἐμφανίζεται ὡς μία ἐν Χριστῷ Κοινοπολιτεία, μία παγκόσμια κοινότητα ὄχι μόνο πίστεως, ἀλλὰ καὶ ἀγάπης.
Στὴν ἀρχὴ τῆς κοινοκτημοσύνης θεμελιώθηκε ἡ πρώτη χριστιανικὴ κοινωνία. Γι᾽ αὐτὸ ὁ κόσμος ἔβλεπε τὴν Ἐκκλησία μὲ τὸσο θαυμασμό. Τὸ μήνυμα αὐτὸ δὲν ἔχει βέβαια τίποτε τὸ κοινὸ μὲ κοσμικὲς κοινωνικὲς θεωρίες (συστήματα). Εἶναι ὁ φυσικὸς καρπὸς τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ βρεῖ δυνατότητα ἐφαρμογῆς. Μένει κενὸς καὶ ἀνενεργὸς λόγος.
3.Ὁ κριτικὸς ἔλεγχος τῆς ἱστορικότητας τῆς διηγήσεως τῶν Πράξεων (κεφ. 2 καὶ 4) ἐπιχειρήθηκε πολλὲς φορὲς μέχρι σήμερα. Γιὰ μᾶς φυσικά, τοὺς Ὀρθοδόξους, ποὺ ἔχουμε ζωντανὸ τὸ κοινωνικὸ αὐτὸ «μοντέλο» στὴν παράδοσή μας (κοινόβιο – κοινότητα) δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀπολύτως δυσκολία στὴν κατανόηση τοῦ κειμένου τῶν Πράξεων.Σημασία ὅμως ἐδῶ ἔχει τὸ πνεῦμα καὶ ἡ στοχοθεσία τοῦ ἱεροῦ Πατέρα, ὁ ὁποῖος δέχεται ἀπόλυτα τὴν ἀλήθεια τῆς περιγραφῆς τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, καὶ συνάμα δείχνει τὴν πιστότητά του σὲ μία ἱστορικὰ βεβαιωμένη ἐμπειρία – παράδοση παλαιοτέρων του Πατέρων, τὴν ὁποία θέλει καὶ αὐτὸς νὰ ἐφαρμόσει, διασώζοντας τὴν συνέχεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξεως. Διότι ἡ πράξη τῆς ἀποστολικῆς κοινωνίας εἶχε συνέχεια.
Ἡ Διδαχὴ τῶν Ἀποστόλων, κείμενο τῶν ἀρχῶν τοῦ β´ αἰώνα, ἀποδεικνύει τὴν ἐπιβίωση τῆς ἱεροσολυμιτικῆς πρακτικῆς —ἔστω σὲ ἄλλο ἐπίπεδο—, ἀλλὰ καὶ ἀποφάσκει κάθε ἰδέα περὶ προσωρινότητας τῆς πρωτοχριστιανικῆς κοινοκτημοσύνης. Λέγει λοιπὸν ἡ Διδαχή: «Συγκοινωνήσεις ἅπαντα τῷ ἀδελφῶ σου καὶ οὐκ ἐρεῖς τί ἴδιον εἶναι· εἰ γὰρ ἐν τῷ ἀθανάτῳ κοινωνοὶ ἔστε, πόσον μᾶλλον ἐν τοῖς θνητοῖς» (κεφ. 4, 8).
Ὅπως δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὴ (ἀλλ᾽ οὔτε καὶ δυνατή!) ἡ ἰδιοποίηση τῶν πνευματικῶν, τῆς Χάριτος ἄλλο τόσο δὲν ἔχει ὁ Χριστιανὸς τὸ δικαίωμα νὰ ἰδιοποιηθεῖ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ (ἀντικαπιταλισμός)6 . Ἡ Διδαχὴ δείχνει ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς ἀποστολικῆς κοινωνίας ἔγινε καὶ πνεῦμα τῆς πατερικῆς ποιμαντικῆς. Ἀπὸ τὴν Διδαχή, μέσῳ τοῦ Μ. Βασιλείου, φθάνουμε στὸν ἱερὸ Χρυσόστομο. Δὲν εἶναι λοιπὸν περίεργο, ποὺ ὁ Μ. Βασίλειος ἔγινε ὀργανωτὴς τοῦ μοναστικοῦ Κοινοβίου, τὸ ὁποῖο ἵδρυσε ὁ ἀσκητὴς Παχώμιος.Ἡ ἐμφάνιση τοῦ ὀργανωμένου μοναστικοῦ κινήματος συμβαίνει, μόλις ἀρχίζει νὰ γίνεται ἐπικίνδυνη ἡ ἐκκοσμίκευση μιᾶς μεγάλης μερίδας Χριστιανῶν, ὁ συσχηματισμός, πνευματικὰ καὶ κοινωνικά, μὲ τὸν «κόσμο».
4. ἱερὸς Χρυσόστομος θεμελιώνει τὴν κοινοκτημοσύνη του ὄχισὲ ἀνθρωπίνους νομοὺς σὲ ἐξωτερικὸ δηλ. ἐξαναγκασμό, ἀλλὰσύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῶν Πράξεων στὴν ἐλευθερία τῆς ἀγάπης. Ἂν δὲν ἀποδεσμευθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν δεσποτεία τῶν ἀγαθῶν ΤΟΥ, δὲν ἐλευθερώνεται πραγματικά, γιὰ νὰ δεῖ τὰ ἀγαθά του«κοινά». Ἂν δὲν προηγηθεῖ δηλαδὴ ἡ (ἑκούσια) ἀκτημοσύνη, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ κοινοκτημοσύνη. Οἱ καθαρὰ ψυχολογικὲς παρενθέσεις τοῦ χρυσοστομικοῦ λόγου: «τῷ λόγῳ,λέγω, μηδεὶς θορυβείσθω» καὶ «τῷ λόγῳ ... ἐπειδὴ ἐν ἔργοις οὐ βούλεσθε» (καὶ ἀποτείνεται σέ χριστιανούς!), δείχνει τήν συνείδηση τῆς δυσκολίας νά νικηθεῖ ἡ δυστροπία τῆς«πεπτωκυίας» φύσεως.
Ὁ ἄνθρωπος τῆς πτώσεως -ἔστω καί ἄν τυπικά λέγεται χριστιανός- εἶναι ὑποδουλωμένος στό ἄγχος καί στό περιβάλλον, στή σωματικότητα καί τήν ὑλικότητα. «Λατρεύει τῇ κτίσει παρά τόν Κτίσαντα», μέ συνέπεια ἄμεση τήν κατάλυση τῆς αὐθεντικότητας τῶν σχέσεών του: τήν ἀτομοποίηση, τήν αὐτοθεοποίηση καί εἰδωλοποίησή του, τήν χρήση τοῦ Θεοῦ καί τοῦ συνανθρώπου γιά τήν κατοχύρωση τῆς ἀτομικῆς ἀσφάλειας καί εὐτυχίας(=θρησκεία). Πρόκειται γιά τήν ἐσωτερική διάσπαση καί ἀνισορροπία, πού ἐκφράζεται μέ τίς ποικίλες μορφές τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἐσωτερική διάσπαση εἶναι τό αἴτιο καί τῆς ἐξωτερικῆς διαστάσεώς του. Με τήν ἁμαρτία, ὡς ἐσωτερικό γεγονός πρῶτα, εἰσῆλθε στή ζωή μας ἡ ἰδιοτέλεια, τό συμφέρον, «τό δικό μου καί τό δικό σου, ὁ ἐπάρατος(καταραμένος) αὐτός λόγος», ὅπως λέγει ὁ ἴδιος ὁ Χρυσόστομος.
Ἡ στάση πού χαρακτηρίζει τον ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ζεῖ στήν ἀθεΐα τῆς αὐτονομίας του,εἶναι ἠ ἁρπακτική βουλιμία ἀπέναντι στήν ὕλη. Ἡ προέκταση δέ τῆς στάσεως αὐτῆς στό χῶρο τῆς μακροκοινωνίας δημιουργεῖ τίς διακρατικές και διηπειρωτικές ἀνισότητες,τήν κατάσταση τῆς ἀδικίας σέ παγκόσμια κλίμακα (πρβλ. Τρίτο Κόσμο, κ.λπ).
5.Εἶναι ἀξιοπρόσεκτη ἡ ἀναφορά τοῦ Χρυσοστόμου στήν βοήθεια (συνέργεια) τῆς θείας Χάριτος, σε τρόπο μάλιστα, πού νά σκανδαλίζει τόν ἀπονευρωμένο Χριστιανισμό τῆς ἐποχῆς μας. Ἀναφέρεται ἔμμεσα στά θαύματα τοῦ Χριστοῦ τῆς διατροφῆς τῶν πεντακισχιλίων (Μτθ, 14,21) καί τετρακισχιλίων (βλ. Μτθ. 15, 32 ἑ). Μή λησμονοῦμε ὅμως ὅτι τό μεγαλύτερο θαῦμα εἶναι ἡ θέρμανση τῆς ἀγάπης και ἑνότητας (γιά τήν ὁποία μιλεῖ στην συνέχεια). Δέν εἶναι συνεπῶς ἐξω- πραγματικός. Τό νόημα τῶν λόγων του εἶναι: Ἡ ἀγάπη καί θαύματα θα μποροῦσε νά προκαλέσει ἄν ἡ γῆ μέσῳ αὐτῆς γινόταν οὐρανός! Ἡ σωτηριολογική προοπτική τοῦ Χρυσοστόμου καί τῶν ἄλλων Πατέρων εἶναι:«Γῆν οὐρανόν ποιήσωμεν»!
6.Ἔτσι δικαιολογεῖται ἡ διασύνδεση ἀπό τόν ἱερό Χρυσόστομο τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος μέ τήν παράδοση τοῦ μοναστικοῦ ἰδεώδους. Δικαιώνεται, ἑπομένως,ἡ μοναστική παράδοση, τήν ὁποία ἐνσαρκώνει -μαζί μέ τούς Πατέρες ὅλων τῶν αἰώνων-καί ὁ Χρυσόστομος.
Ἡ αὐτοπαραίτηση ἀπό κάθε ἀπαίτηση πάνω στά ὁποιαδήποτε ἀγαθά εἶναι ἡ βασικότερη προϋπόθεση γιά τήν εὐχαριστιακή χρήση τοῦ κόσμου-κτίσεως μέσα στην πρακτική τῆς ἀγάπης καί ἀδελφοσύνης. Ἔξω ἀπό τό πλαίσιο αὐτό ἀναδύονται τά ἡμίμετρα, οἱ μισές λύσεις. Ἡ πνευματική (ἀσκητικονηπτική) ζωή εἶναι ὁ πόλεμος κατά τοῦ ἀπολυτοποιημένου καί ἐπαναστατημένου ΕΓΩ, καί τό ἄνοιγμα τοῦ δρόμου πρός τήν ἁγιοπνευματική ἀνιδιοτέλεια.Πρός τόν «καρπό» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Γαλ. 5,22). Γιά τή παράδοση, πού ἐκπροσωπεῖ ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὁ δρόμος τῆς κοινωνικότητας περνᾶ μέσα ἀπό τόν πνευματικό-ἀσκητικό ἀγώνα. Τό τέρμα αὐτῆς τῆς πορείας, γιά τήν ἴδια παράδοση, δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄλλο ἀπό τήν κοινωνία, τήν κοινωνική ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Κατά τόν ἅγιο Ἰσαάκ τόν Σύρο:
«Πάντες οἱ ἅγιοι (θεούμενοι) ταύτην τήν τελειότητα φθάνουσιν, ὅταν τέλειοι γίνωνται καί τῷ Θεῷ ἀφομοιώνονται, ἐν τῷ ὑπερκβλύζειν τήν ἀγάπην αὐτῶν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν εἰς πάντας». Μία κοινωνικότητα χωρὶς πνευματικότητα εἶναι νόθη κατάσταση. Ἀλλὰ καὶ μία πνευματικότητα, ποὺ δὲν καταλήγει στὴν ἀγαπητικὴ κοινωνία, εἶναι καὶ αὐτὴ πλαστὴ καὶ κίβδηλη.
Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ πορεία —ἡ συμπόρευση πνευματικότητας καὶ κοινωνικότη- τας εἶναι ἔξω ἀπὸ τὶς δυνατότητες (ἢ καὶ τὶς στοχοθεσίες) κάθε πολιτικῆς καὶ κρατικῆς ἐξουσίας καὶ μόνον ἐν Χριστῷ εἶναι δυνατή.
Τὸ μοναστικὸ κοινόβιο παραμένει τὸ ἀμετακίνητο πρότυπο τῆς χριστιανικῆς κοινωνίας,τὸ συνεπέστερο «μοντέλο» τοῦ «ὑπαρκτοῦ χριστιανισμοῦ» μὲ τὴν ἀλληλοδιακονία, τὴν ἀκτημοσύνη–κοινοκτημοσύνη τὸν «κομμουνισμὸ τῆς ἀγάπης», ὅπου ὁ κάθενας ἐργάζεται καὶ προσφέρει σύμφωνα μὲ τὶς δυνάμεις του καὶ ἀπολαμβάνει σύμφωνα μὲ τὶς ἀνάγκες του, χωρὶς κανένα κίνδυνο ἀτομικῆς συγκέντρωσης κεφαλαίου καὶ τῶν συναφῶν οἰκονομικῶν συγκρούσεων. Στὸ κοινόβιο τοῦ μοναστηριοῦ χάνεται κάθε ὑποψία ὑπεραξίας καὶ κέρδους ἢ ἐκμεταλλεύσεως. Αἵρεται ἀκόμη κάθε διάκριση διανοητικῆς καὶ σωματικῆς –χειρωνακτικῆς ἐργασίας.
Ὁ Χριστὸς — αὐτὸ ἀποδεικνύει σὲ τελευταία ἀνάλυση τὸ μοναστικὸ κοινόβιομᾶς ἕνωσε ὁλόκληρους,στὴν τεθεωμένη ἀνθρωπότητά Του, γιὰ νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ προσευχὴ καὶ δοξολογία ὅλη ἡ ζωή μας. Στὴν ὀρθόδοξη παράδοση ἡ ἀλληλοπεριχώρηση μοναστηριοῦ καὶ κοινωνίας εἶναι μία καθημερινὴ πρακτική. Μόνο ἐκεῖ, ὅπου ἔχει χαθεῖ ἡ ἄμεση ἐπαφὴ μὲ αὐτὴ τὴν παράδοση, εἰσάγονται ξένες παραδόσεις, γιὰ νὰ ρυθμίσουν τὸν κοινωνικὸ βίο.Αἰῶνες τώρα βρισκόμαστε στὴν δουλεία τῶν κοσμικῶν συστημάτων.
Ὁ μοναχισμὸς (στὶς αὐθεντικές του διαστάσεις) εἶναι μόνιμη ἐπανάσταση, ἕνα εἶδος«ἀντικοινωνίας», «ἀναρχική» τάξη, ποὺ «χωρὶς νὰ ἔχει τὴν ἔννοια τῆς ἀντιθέσεως πρὸς τὴν κοσμικὴ κοινωνία, δημιουργεῖ τὶς προϋποθέσεις γιὰ μιὰ ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ ἐλεύθερη καὶ ἀδέσμευτη ἀπὸ κάθε κοινωνικὴ καὶ κοσμικὴ συμβατικότητα ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου» (Γ. Μαντζαρίδης). Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ὁ ἴδιος ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ἔγραφε περίλαμπρες ὁμιλίες γιὰ τὸ Ἀκατάληπτο τῆς Θείας Οὐσίας,στὶς ὁποῖες καταλήγει μὲ τὶς προσωπικές του ἐμπειρίες στὸ θέμα τῆς προσευ χῆς. Ἔδωσε στὴν Ἐκκλησία μία θεία Λειτουργία, ποὺ καταξιώθηκε πανορθόδοξα.
Ταυτόχρονα, ὅμως ἀντιμετώπιζε τὴν αὐτοκρατορικὴ καὶ τὴν δεσποτικὴ αὐθαιρεσία, κατέκρινε τὴν πλουτοκρατία καὶ τὴν καταπίεση, ποὺ αὐτὴ ἀσκοῦσε στὴ φτωχολογιά, ἀμφισβητοῦσε τὴν ἰδιοκτησία καὶ τὴν κληρονομία καὶ ἀνέπτυσσε σχέδιο ἀναδιοργάνωσης τῆς κοινωνίας στὰ μέτρα τοῦ μοναστικοῦ κοινοβίου, γιὰ νὰ περιοριστεῖ ἐξαθλίωση καὶ κοινωνικὴ ἀδικία. Ὁ Χρυσόστομος προέκτεινε τὸ μυστήριο τοῦ Ναοῦ στὸ μυστήριο τοῦ ἀδελφοῦ, τοῦ συνανθρώπου. Ὁ κοινωνικός του ὅμως ἀγώνας συνιστοῦσε φυσικὴ ἔκφραση τῆς πνευματικῆς ζωῆς του, τῆς πληρώσεως τῆς ὕπαρξής του ἀπὸ τὴν Ἁγιοπνευματικὴ Χάρη.
7. ἱερὸς Χρυσόστομος καλεῖ ἔμμεσα σὲ ἔνταξη στὴν ἐν Χριστῷ κοινωνία. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὴν ἀσυνέπεια τῶν Χριστιανῶν ἀποδίδει –μάλιστα ρητὰ καὶ καθαρὰ- τὴ μετάσταση τῶν ἀνθρωπίνων ἐλπίδων ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὸν «κόσμο» («τὶς ἂν ἔμενεν Ἕλλην λοιπόν;» —ἄθεος ἢ ἀντίθεος θὰ λέγαμε σήμερα).
Τό κοινωνικό «μοντέλο», πού ἀποτελεῖ τό ἰδανικό τοῦ Χρυσοστόμου, ὑπογραμμίζει μία προϋποτιθέ- μενη ἀπό ἐκεῖνον πραγματικότητα, τήν ἐν Χριστῷ ἀλλαγή τοῦ κόσμου.
Ὁ Χριστός μέ τήν σάρκωσή Του, δέν ἔφερε ἁπλῶς μία νέα θρησκεία, ἀλλά μία νέα ζωὴ(πρβλ. «ἰδού γέγονε καινά ΤΑ ΠΑΝΤΑ», Β´ Κορ. 5,17), ἕνα «καινό» δηλ. τρόπο ὑπάρξεως.Γι᾽ αὐτό ἡ λύση τῶν ἀνθρωπίνων προβλημάτων -καί τῶν ὑλικοβιοτικῶν- πραγματοποιεῖται μέ τήν ἔνταξη στήν κοινωνία τοῦ Σώματός Του. Ἔτσι γίνεται ὁ πιστός ἅγιος, ἀληθινά Χριστιανός δηλαδή. Σκοπός τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά παραλάβει στούς κόλπους της
ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ, να «ἐκκλησιοποιήσει» ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ. Αὐτό συνεπῶς, πού προσφέρεται χριστιανικά ὡς λύση στό κοινωνικό δράμα τῆς ἀνθρωπότητας, δέν εἶναι ἕνα κοινωνικό σύστημα ἤ τυπικές ἠθικές ἐντολές καί κατευθύνσεις, ἀλλά μία συγκεκριμένη πράξη, μία ζωή, στό πλαίσιο τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας.
Σ᾽ αὐτήν τήν κοινωνία καλεῖ ὁ Χριστός ὅλο τόν κόσμο. Ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ ὡς «ζύμη»,πού ζυμώνει ὅλο τό φύραμα, ὅλη τήν ἀνθρώπινη κοινωνία (Α´Κορ. 5,6). Κάτι ἀνάλογο ὑπονοεῖ ἐδῶ καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Μιλεῖ γιά τούς «ἔξωθεν», πού θά ἔσπευδαν νά συμβάλουν στήν ἐπιτυχία τοῦ προτεινόμενου ἐγχειρήματος. Μία τέτοια δηλ.κοινωνία, ὅπως ἡ αὐθεντικά χριστιανική, δέν θά ἀπέρριπτε κα- νείς, οὔτε καί αὐτοί οἱ ἄπιστοι, οἱ μη Χριστιανοί.
Ὁ Χριστός δέν ἀποκλείει ἀπό τήν κοινωνία Του κανένα. Γιατί δεν ὑπάρχει κανείς ἄνθρωπος,πού να μή ἀναζητεῖ -ἔστω καί ἀνεπίγνωστα- τόν Χριστό, ἔστω καί ἄν Τον ἀναζητεῖ σέ ἐσφαλμένη κατεύθυνση μέ ἁγνά ὅμως κίνητρα.
Ἡ ψυχή κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἀπό τήν φύση της Χριστοκεντρική (Mens naturaliter Cristiana). Ἡ λυτρωτική ἀναζήτηση σύνολης τῆς ἀνθρωπότητας εἶναι Χριστοκεντρική (πρβλ. Πρ. 17,27). Κάθε ἀγώνας γιά την ἀλήθεια, εἰρήνη, δικαιοσύνη, ἀδελφοσύνη, κοινωνική ἰσότητα, εἶναι (ἀνεπίγνωστα)χριστιανικός καί γι᾽ αὐτό χριστιανικά δεκτός καί καταξιωμένος. Ὅπως γράφει ὁ Μ.Βασίλειος: «Ὁ ζητῶν εἰρήνην Χριστόν ἐκζητεῖ, ὅτι Αὐτός ἐστιν ἡ εἰρήνη, ὁ εἰρηνοποιήσας διά τοῦ αἵματος τοῦ σταυροῦ Αὐτοῦ εἴτε τά ἐν οὐρανοῖς εἴτε τά ἐπί γῆς». Ἐδῶ ὅμως συγκεκριμενοποιεῖται τό πρόβλημα τῆς δικῆς μας πειστικότητας. Κατά πόσο δηλ.καλοῦμε (μέ ὅλη την ὕπαρξή μας) στόν ὅλο Χριστό ἤ συντελοῦμε μέ τήν ὅλη ζωή μας στόν νά περιφρονεῖται καί μισεῖται ὁ Χριστός (πρβλ. Ρωμ. 2,14). Σ᾽ αὐτό ἀκριβῶς τό σημεῖο ἐντοπίζεται ἡ εὐθύνη τῶν Χριστιανῶν, ἄν συντε- λοῦμε στό νά βροῦν οἱ ἀγῶνες τοῦ κόσμου τόν ἀληθινό προσανατολισμό τους.
8.Θά μποροῦσε, βέβαια, νά ἐπισημανθοῦν στόν χρυσοστομικό λόγο καί μειονεκτήματα θεωρητικῆς κατοχυρώσεως. Ἡ πρόταση τοῦ Χρυσοστόμου δέν συμφωνεῖ πλήρως μέ τίς σημερινές οἰκονομικές θεωρίες. Αὐτός προτείνει ἕνα «μοντέλο», πού στηρίζεται στή συνέργεια τῆς θείας Χάρης.
Μία κοινωνία κατανάλωσης, ἐξ ἄλλου, δεν μπορεῖ νά σταθεῖ χωρίς παραγωγή. Καί εἶναι αὐτό πράγματι τό ἰσχυρότερο -καί γι᾽ αὐτό συνηθέστερο ἐπιχείρημα, γιά νά μειώνεται ἡ σημασία τῆς κοινοκτημοσύνης τῆς πρώτης Ἐκκλησίας καί ἑπομένως καί ἡ ἀξία της γιά τή λύση τοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος, ἐνῶ ὁ ἐκ συγχρονισμός τῆς κοινοκτημοσύνης θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ μισθοδοσία ἀνάλογα μέ τίς (οἰκογενειακές)ἀνάγκες καί ὄχι μέ τό ὕψος τῆς βαθμίδας τῆς θέσης ἤ τοῦ ἀξιώματος.
Τόσο ὅμως στίς Πράξεις, ὅσο και στό κείμενο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ναί μέν δέν γίνεται λόγος για παραγωγή, ἀλλά οὔτε καί φαίνεται νά ἀποκλείεται. Ἄλλωστε,τότε θεμελιωνόταν καί διαμορφωνόταν ὁ κοινωνικός τρόπος ζωῆς. Ὁ Χρυσόστομος μιλεῖ γιά τήν ἀρχική διάθεση τῆς περιουσίας (ἰδιοκτησίας), δέν ἀρνεῖται ὅμως τήν παραγωγή μέ τήν ἐργασία, ὅπως ἄλλωστε δεν τήν ἀπέκλεισε καί ἡ Ἀποστολική Ἐκκλησία.Ὁ τονισμός τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ γίνεται γιά τούς λόγους, πού ἀναφέραμε παραπάνω.
Ἡ κοινοκτημοσύνη τῶν Πράξεων δεν σημαίνει ἄρνηση τῆς ἐργασίας, ἀλλά τῆς ἐγωκεντρικῆς ἰδιοκτησίας. Καί στήν περίπτωση Ἀνανία καί Σαπφείρας λέγει ὁ Πέτρος: «Οὐχί μένον (δηλ. μή πωλούμενο) σοι ἔμενεν καί πραθέν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ὑπῆρχεν; (Πρ.4,32· 5,3)». Συνεπῶς ὅλα γίνονται στά ὅρια τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας καί ἀγάπης,Ὁ ἐνθουσιασμός τῶν πιστῶν ἐντοπί- ζεται στήν ἀπόρριψη τοῦ βάρους τῆς ἰδιοκτησίας,πού τόσο πνευματικά προβλήματα δημιουργεῖ (ἀντιφεουδαρχικό ἰδεῶδες). Τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας ἦταν (καί εἶναι): μοναδικό μέσον πορισμοῦ τῶν προς τό ζῆν εἶναι ἡ ἐργασία(πρβλ. Πράξ. 20,34- Κολ. 4,12- Α´ Θεσσαλ. 2,9 κ.ἄ).
9.Ἔχει ὅμως ἰδιαίτερη σημασία τό γεγονός, ὅτι ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἐκφράζει τήν διάθεση νά ὁδηγήσει τούς συγχρόνους του πιστούς στήν πραγματοποίηση τοῦ ἰδεώδους, πού περιέγραψε καί πού ταυτίζεται μέ τήν κοινοκτημοσύνη τῶν Ἱεροσολύμων. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν θεωροῦσε τό μέτρο αὐτό οὐτοπικό, ἀλλά ἐφαρμόσιμη και βιώσιμη λύση. Τή βεβαιότητά του δείχνουν ὅλα ὅσα γράφει σέ ἄλλο σημεῖο: «Εἰ γάρ Ἑλλήνων ὄντων τότε τῶν ἀρχόντων ταῦτα ἐνομοθέτησε, πολλῷ μᾶλλον νῦν ἐπί τῶν πιστῶν τοῦτο γίνεσθαι χρή». Ἔτρεφε τήν ἐλπίδα, ὅτι ἡ ἐκχριστιανισμένη πιά Ρωμαϊκή Πολιτεία θα ἀνελάμβανε τήν ὁλοκλήρωση τῆς διακονίας τῶν «Ἑπτά» (Πράξ. 6,2).
Καί αὐτό ἐν πολλοῖς ἔγινε στήν κοινωνία τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης(Ρωμανίας). Ζητοῦσε μόνο πίστωση χρόνου («ζωήν»), ὄχι φυσικά γιά νά πεισθεῖ αὐτός,ἀλλά γιά νά πεισθοῦν οἱ ἀκροατές του, κάτι πού φανερώνει καί τό ποιόν τῶν Χριστιανῶν τῆς ἐποχῆς του. Βέβαια, ὁ Καίσαρας φρόντισε να τοῦ στερήσει αὐτή τή δυνατότητα, ὄχι μόνο κόβοντας ἐνωρίτερα το νῆμα τῆς ζωῆς του, ἀλλά και ὁδηγῶντας σέ κοινωνικά σχήματα, ἔξω ἀπό τό πνεῦμα τῶν Πράξεων καί τοῦ Χρυσοστόμου, ὅπως εἶναι τά μεταγενέστερα κοινωνικοπολιτικά συστήματα, στά ὁποῖα μάθαμε νά ζοῦμε καί ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ἀπεμπολῶντας τήν πατερική παράδοσή μας. Ὅπως ὅμως ὁ ὅσιος π. Ἰουστῖνος Πόποβιτς ἔχει παρατηρήσει: «Ἐάν τά σύγχρονα προβλήματα… δέν λύωνται μέ τόν Θεάνθρωπον καί κατά τό θεανθρώπινον, ἀποστολικόν, ἁγιοπατερικόν τρόπον, εἶναι ἀδύνατον νά λυθοῦν ὀρθοδόξως καί θεαρέστως. Θα ὁδηγήσουν κατ᾽ ἀνάγκην εἰς κατα- στροφάς,εἰς σχίσματα, εἰς αἱρέσεις καί εἰς πολυποικίλους οὑμανιστικάς πλάνας, εἰς μηδενισμούς και ἀναρχισμούς».
Ἐξ ἄλλου, ἡ ἀλλοίωση τοῦ φρονήματος τῶν Χριστιανῶν ἤ ἡ ἀπουσία κοινοῦ χριστιανικοῦ φρονήματος (πρβλ. Ρωμ.15,5 κ.ἄ), λόγῳ τῆς ἐκκοσμικεύσεως, περιόρισε τήν λύση τῶν Πράξεων καί τοῦ Χρυσοστόμου στό μοναστικό κοινόβιο, πού διασώζει το αὐθεντικό πρότυπο τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας, καί τό συναποτελοῦν οἱ ἔχοντες τό αὐτό φρόνημα πιστοί καί ζῶντες στήν «ἐλευθερία τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 8,21). Ὅσο ἐγγύτερα πρός το μοναστηριακό πρότυπο λειτουργοῦν οἱ Ἐνορίες στόν κόσμο, τόσο γνησιότερη,πνευματικά καί κοινωνικά, εἶναι ἡ χριστιανική ζωή μας.
Σημασία τελικὰ ἔχει ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία, διὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων της, ἔχει δώσει μόνιμη καὶ τελικὴ λύση στὸ κοινωνικὸ πρόβλημα, διότι προσφέρει κοινωνία, μέσα στην ὁποία τό κοινωνικό πρόβλημα, σε ὅλες τίς ὄψεις του, γίνεται ἀνύπαρκτο. Ἀπό τὶς διαθέσεις καὶ ἐπιλογές τῶν Χριστιανῶν, μάλιστα τῶν Ὀρθοδόξων, ἐξαρτᾶται ἡ δι- αιώνιση ἢ ὄχι τῆς δυσλειτουργίας τῶν κοινωνιῶν μας. Εἶναι δὲ ἐνθαρρυντικό, ὅτι καὶ ἄνθρωποι τοῦ κό- σμου, ὅπως ὁ κοινωνιολόγος τοῦ Λευκοῦ Οἴκου Amitai Ezioni ἀνα- γνωρίζουν ὅτι ὅλα τὰ κοσμικὰ κοινωνικὰ συστήματα ἔχουν δοκιμασθεῖ καὶ ἀπογοήτευσαν.
Συνιστᾶ γι᾽ αὐτὸ τὴν στροφή πρὸς τὸν κοινοτισμό, δηλαδὴ πρὸς τὸ κοινωνικὸ «μοντέλο» τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας!
Σήμερα δίνεται ἡ μοναδική εὐκαιρία, μετά τήν χρεωκοπία τῶν κοινωνικοπολιτικῶν συστημάτων τοῦ κόσμου, τό κοινωνικό μήνυμα τῆς Ὀρθοδοξίας νά γίνει ὁ κοινός μας πόθος καί τό μόνιμο κήρυγμα τῶν ποιμένων καί κηρύκων μας. Θα τό τολμήσουμε;
1.Τὸ κοινωνικὸ πρόβλημα συνίσταται στὸ πανανθρώπινο καὶ διαιώνιο αἴτημα γιὰ κοινωνικὴ δικαιοσύνη, δίκαιη κατανομὴ τῶν ἀγαθῶν, κοινω- νικὴ ἰσότητα, ἄρση τῶν οἱωνδήποτε διακρίσεων καὶ διαφορῶν, τῆς ἐκμε- τάλλευσης ἀνθρώπου ἀπὸ ἄνθρωπο καὶ τῆς ἀδικίας. Τὸ κοινωνικὸ πρόβλημα εἶναι στὴν οὐσία οἰκονομικό.
Δημιουργεῖται ἀπὸ τὴν στάση τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Βλ´. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Ὀρθοδοξία καὶ κοινωνικοπολιτικὴ διακονία, στὸ: Ὀρθόδοξη θεώρηση τῆς κοινωνίας, Ἀθήνα1986, σ. 29-56.
2.Οἱ 55 ὁμιλίες τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου στὶς «Πράξεις» (ΡG 60,13-384) ἀκούστηκαν τὸ400 μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη. Εἶναι «τὸ πρῶτο ὑπό- μνημα στὶς “Πράξεις” γιὰ τοὺς δέκα πρώτους αἰῶνες τῆς Ἐκκλησίας». (Στυλ. Γ. Παπαδοπούλου, Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, τ. Α', Ἀθήνα 1999, σ.151).
3.Δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἐκκλησιαστικὰ διάκριση πνευματικῆς καὶ ὑλικῆς δια- κονίας.«Κατὰ βάσιν πρόκει ται περὶ τῆς αὐτῆς ἐνεργείας περὶ θεραπείας ἀναγκῶν: Ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει πνευματικῶν, ἀφορωσῶν εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς ἐν τῇ δευτέρᾳ ὑλικῶν, ἀφορωσῶν εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ σώματος. Ἐκ τούτου καὶ ἡ δυνατότητα ὑπαγωγῆς ἀμφοτέρων ὑπὸ τὸ κοινὸν ὄνομα τῆς διακονίας» (Γ. Γαλίτης).
4.«Ἡ θεοκρατικὴ ἔκφρασις τῆς ἑλληνικῆς πόλεως ἀποτελεῖ τὴν προτύπωσιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὸν ἐγκόσμιον καὶ ἀνθρώπινον αὐτῆς χαρακτήρα, ἡ δὲ “καχὰλ Γιαχβὲ”ἀποτελεῖ τὴν προτύπωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸν θεῖον ταύτης χαρακτήρα» (Μ.Σιώτης).
5.Εἶναι ἐπαναστατικὴ καὶ ἀνατρεπτικὴ κυριολεκτικὰ ἡ χρήση τοῦ ὅρου «ἰσότης», γιὰ τὸν κοινωνικὸ χῶρο αὐτὴ τὴν ἐποχή.
6.Οἱ Δυτικοὶ Χριστιανοὶ -καὶ τὸ ἔχω ζήσει πολλὲς φορὲς- ὅταν ἀκούουν αὐτὴ τὴν διδασκαλία, ποὺ εἶναι ἀπόλυτα χριστιανική, τὴν θεωροῦν μαρξιστικὴ καὶ κομμουνιστική. Καὶ πράγματι δὲν εἶναι, ἀλλὰ αὐτὸ συμβαίνει, διότι ἔχουν ταυτίσει τὸν Χριστιανισμὸ μὲ τὸ σύστημα τῆς δικῆς τους κοινω- νίας (καπιταλισμὸ ἢ ἐλεύθερη οἰκονο- μία), στὸ ὁποῖο εἶναι αἰχμαλωτισμένοι.
Ορθόδοξος Τύπος,1/2/2013