Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

Κωνσταντινούπολη-Πού κοιμάται ο βασιλιάς;

Κωνσταντινούπολη-Πού κοιμάται ο βασιλιάς;


Στη συνοικία Φατίχ της Κωνσταντινούπολης βρίσκεται το Γκιουλ τζαμί, το οποίο στεγάζεται στον πρώην βυζαντινό ναό της Αγίας Θεοδοσίας, τον οποίο οι Οθωμανοί μετέτρεψαν σε τέμενος μετά την Άλωση. Ήταν πολύ αγαπητή η Αγία Θεοδοσία στους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης, γι αυτό στις 29 Μαΐου κάθε χρόνο, ημερομηνία που γιορτάζεται η μνήμη της, είχαν τη συνήθεια να στολίζουν τον ναό με τριαντάφυλλα.
 ΤΟ ΑΝΑΜΜΕΝΟ ΚΑΝΤΗΛΙ
Όπως και τις άλλες χρονιές, έτσι και το 1453, από την παραμονή της γιορτής οι πιστοί κατέκλυσαν τον ναό της Αγίας Θεοδοσίας με ρόδα. Μόνο που αυτή τη σημαδιακή χρονιά ήταν τόσα πολλά τα λουλούδια που δεν χωράει ο νους του ανθρώπου. Εκείνη τη μοιραία νύχτα πλήθη ανθρώπων προσεύχονταν γονατιστοί μέσα στην εκκλησία για τη σωτηρία της Πόλης, ενώ έξω ακούγονταν απόκοσμα τα τύμπανα του πολέμου. Τα χτυπούσαν οι Τούρκοι μπροστά στα τείχη πιο δυνατά από κάθε άλλη φορά, προαναγγέλλοντας την τελική επίθεση. Το πρωί της 29ης Μαΐου, την ώρα που έβγαινε ο ήλιος, η Πόλη έπεσε. Οι Τούρκοι στρατιώτες που σάρωναν τα σοκάκια της πόλης αλαλάζοντες, εισέβαλαν κάποια στιγμή και στον ναό της Αγίας Θεοδοσίας. Μπροστά στη θέα των αμέτρητων τριαντάφυλλων σταμάτησαν έκθαμβοι και πολλοί αναφώνησαν: «Γκιουλ τζαμί, Γκιουλ τζαμί!». Καθώς στα τούρκικα η λέξη γκιουλ σημαίνει τριαντάφυλλο και η λέξη τζαμί εκκλησία, προφανώς είπαν με θαυμασμό: «Να η εκκλησία των ρόδων!». Οι Έλληνες της Πόλης, από την εποχή της Άλωσης μέχρι σήμερα, έχουν συνδέσει αυτό το τζαμί με τον τάφο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Λένε ότι σ’ ένα χορταριασμένο οικόπεδο εκεί κοντά υπάρχει ένα ανοιχτό μνήμα με μια πέτρα στο προσκέφαλό του, που πιθανόν ανήκει στον αυτοκράτορα. Επί αιώνες βλέπανε το καντήλι του τάφου να καίει και δεν τολμούσαν να ρωτήσουν ποιοι το ανάβουν. Μερικοί λένε ότι ο ίδιος ο Μωάμεθ ο Πορθητής είχε δώσει τη διαταγή να μην σβήσει ποτέ η φλόγα του καντηλιού και τα έξοδα του λαδιού να πληρώνονται για πάντα από το δικό του θησαυροφυλάκιο. Ο θρύλος με το Γκιουλ τζαμί δεν τελειώνει εδώ, απεναντίας, γίνεται συνεχώς και πιο συναρπαστικός. Στο προαύλιο του τζαμιού υπάρχει ένας τάφος κάποιου «Γκιουλ Μπαμπά», ο οποίος ανήκει σε κάποια άγια μορφή των μουσουλμάνων. Υπάρχουν πολλοί που συνδέουν κι αυτόν τον τάφο με τον τελευταίο αυτοκράτορα, ο οποίος όπως λένε μπορεί να θάφτηκε εκεί ακέφαλος, αφού το κεφάλι του με διαταγή του σουλτάνου εκτέθηκε για μερικές μέρες σε κοινή θέα επάνω σ’ ένα κίονα κοντά στην Αγία Σοφία. Αν αληθεύει ότι ο σουλτάνος έδωσε στους Έλληνες το σώμα του αυτοκράτορα για ταφή, το πιθανότερο είναι αυτοί να το έθαψαν στον χώρο του ναού της Αγίας Θεοδοσίας που γιόρταζε εκείνες τις ημέρες. Πώς όμως μπορεί να πιστοποιηθεί αυτό; Ποιος θα διανοείτο να ζητήσει το άνοιγμα του τάφου ενός μουσουλμάνου αγίου για να διερευνηθεί αν περιέχει έναν ακέφαλο σκελετό;
Ο 13ος ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Η σπουδαιότερη μαρτυρία που συνδέει το Γκιουλ τζαμί με την πιθανότητα να έχει ταφεί σ’ αυτό μια σημαντικότατη προσωπικότητα των Βυζαντινών, προέρχεται από τη σπουδαία βυζαντινολόγο Μαρία Θεοχάρη, αδελφή του αείμνηστου ακαδημαϊκού Περικλή Θεοχάρη. Η εξαιρετική αυτή επιστήμονας, κατόρθωσε πριν από λίγα χρόνια να κατεβεί στο υπόγειο του Γκιουλ τζαμί, όπου έκπληκτη αντίκρισε με τα ίδια της τα μάτια ένα τάφο με την ελληνική επιγραφή: «Ενθάδε κείται ο 13ος Απόστολος». Της επέτρεψαν να φτάσει εκεί επειδή ήταν καθηγήτρια σε ιταλικό πανεπιστήμιο και την πέρασαν για Ιταλίδα. Αμέσως αναρωτήθηκε σε ποιο σπουδαίο πρόσωπο ανήκει αυτός ο τάφος. Με δεδομένο ότι έτσι είχε χαρακτηριστεί πριν από πολλούς αιώνες και ο Μέγας Κωνσταντίνος, ποιος μεταγενέστερος δικαιούται έναν τόσο τιμητικό τίτλο; Γιατί ο τάφος βρίσκεται στο υπόγειο και όχι σε εμφανές σημείο σε εξωτερικό χώρο; Γιατί αυτοί που τον έθαψαν δεν χάραξαν το πραγματικό όνομα του νεκρού στην επιγραφή; Ήθελαν κάποιους να παραπλανήσουν ή κάτι να υπονοήσουν; Η αείμνηστη Μαρία Θεοχάρη σπούδασε αρχαιολογία, βυζαντινή τέχνη και μουσειογραφία σε Αθήνα, Σορβόννη, Λούβρο και Μόναχο, ενώ δίδαξε βυζαντινή εικονογραφία στο Μπάρι και τη Ραβένα της Ιταλίας. Επίσης χάρισε τη βιβλιοθήκη της, που περιείχε 3.000 τόμους και αντικείμενα ιστορικής αξίας, στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας. Τέλος, είναι αυτή που μετά από επισταμένη έρευνά της στο San Lorenzo in Campio της Ιταλίας, οδήγησε στην ανεύρεση και επιστροφή στη Θεσσαλονίκη των λειψάνων του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου. Κατά συνέπεια είναι απόλυτα αξιόπιστη η μαρτυρία της, την οποία μάλιστα φρόντισε να τεκμηριώσει, από τον φόβο μήπως κάποιοι μισαλλόδοξοι καταστρέψουν τον τάφο.
ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΤΡΙΝΑ
Συνεπαρμένοι από τους θρύλους και τις μαρτυρίες για το Γκιουλ τζαμί, λιώσαμε κι εμείς τα παπούτσια μας στα σοκάκια του Φατίχ. Στάθηκε όμως αδύνατο να μπούμε στο εσωτερικό του τζαμιού, καθώς και στο ερειπωμένο και έτοιμο να γκρεμιστεί μοναστήρι της Αγίας Θεοδοσίας, το οποίο παλαιότερα είχε μετατραπεί σε χαμάμ. Για να μπει κανείς στα ερείπια του μοναστηριού πρέπει να περάσει μέσα από σπίτια και κήπους, πράγμα δύσκολο επειδή εκεί ζουν οικογένειες. Στη συνέχεια αναζητήσαμε τον ανοιχτό τάφο χωρίς επιγραφή σ’ ένα σοκάκι κοντά στο τζαμί, του οποίου τη θέση είχε σημειωμένη επάνω σε χάρτη ένας επιφανής Ρωμιός της Πόλης. Δυστυχώς, μάλλον αυτός ο τάφος έχει καταστραφεί, ίσως επειδή ανοίχτηκε ο δρόμος ή χτίστηκε κάποια οικοδομή επάνω του. Μόνο ένα μικρό τζαμί υπήρχε στο σοκάκι κι ένας τάφος στην άκρη του δρόμου, με τα στοιχεία ενός ιμάμη χαραγμένα επάνω του. Αν και περιπλανηθήκαμε αρκετές ώρες χωρίς να βρούμε αυτό που ψάχναμε, είχαμε τουλάχιστον την ευκαιρία να ονειροπολήσουμε. Η Κωνσταντινούπολη για μας τους Έλληνες είναι η πόλη της καρδιάς μας και των θρύλων, στην οποία επιτρέπεται να ονειροπολούμε χωρίς να κινδυνεύουμε να παρεξηγηθούμε ως φαντασιόπληκτοι. Παράλληλα με τις αναζητήσεις μας στο Φατίχ είδαμε και εικόνες της σύγχρονης Τουρκίας, που δεν τις δείχνουν τα σίριαλ της τηλεόρασης και τα τουριστικά φυλλάδια. Γειτονιές με τεράστια πυκνότητα πληθυσμού, γυναίκες με μαντίλες που κάνουν οικιακές δουλειές στον δρόμο έξω από τα σπίτια τους, παιδάκια που παίζουν μπάλα στη μέση του δρόμου ανάμεσα σε αυτοκίνητα, μικρά μπακάλικα σαν τρύπες που πουλάνε αποξηραμένα λαχανικά και παστά τρόφιμα, Κούρδοι πρόσφυγες από την ανατολική Τουρκία που δυσφορούν από τις διακρίσεις σε βάρος τους. Πουθενά σχεδόν δεν είδαμε πλατείες, πάρκα, παγκάκια και δέντρα. Το κοσμικό τουρκικό κράτος είναι ελάχιστα εμφανές στους κοσμοπλημμυρισμένους μαχαλάδες της Κωνσταντινούπολης με τις μεγάλες κοινωνικές και πολιτισμικές ανισότητες, καθώς και τα αξεπέραστα μειονοτικά προβλήματα.

Η σημασία της εργασίας από χριστιανική άποψη

Η σημασία της εργασίας από χριστιανική άποψη

ERGASIA

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΠΟΨΗ
Παπαδόπουλου Παντελῆ, Θεολόγου
Σὲ ὅλες τὶς ἐποχές, ἡ ἐργασία ὑπῆρξε πάντοτε μία ἀνάγκη, ἀλλὰ καὶ ἕνα πρόβλημα. Ἀνάγκη πάντοτε, ὡς ὁ νόμιμος τρόπος νὰ κερδίζει κανεὶς «τὰ πρὸς τὸ ζῆν» καὶ νὰ δημιουργεῖ μικρὴ ἢ μεγάλη περιουσία. Κοινωνικὸ πρόβλημα, ὡς πρόβλημα τῆς ἰσοκατανομῆς τοῦ πλούτου. Αὐτὸ ἦταν πάντοτε συνδεδεμένο μὲ τὶς συνθῆκες ζωῆς, τὶς παραδόσεις καὶ τὰ ἤθη κάθε τόπου, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα ἠθική.
Γιὰ αὐτό, εἶναι χρήσιμο νὰ ἐξετάσουμε πῶς ἀντιμετωπίζεται ἡ ἐργασία ἀπὸ ἄποψη χριστιανικῆς ἠθικῆς.

Ἡ ἐργασία πρὶν καὶ μετὰ τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου
Ἡ ἐργασία ὑπῆρξε, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ἔθεσε τοὺς πρωτόπλαστους στὸν Παράδεισο «τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν» (Γέν. β’ 15). Ὁ Παράδεισος, σύμφωνα μὲ τὴν διήγηση τῆς Βίβλου, ἐξασφάλιζε στὸν ἄνθρωπο εὔκολη καὶ ἄνετη διαβίωση μὲ μία μόνο ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐντολὴ ἦταν, νὰ ἐργάζεται ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ συντηρεῖ τὸν Παράδεισο.
Μὲ δεδομένο ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶχε προικισθεῖ μὲ ἐξαίρετα πνευματικὰ χαρίσματα,-πρᾶγμα ποὺ φαίνεται στὸ ὅτι ὁ Ἀδὰμ ἐξέτασε ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ζῶα καὶ τοὺς ἔδωσε ὄνομα σύμφωνα μὲ τὰ χαρακτηριστικὰ ἑκάστου-, συμπεραίνουμε ὅτι ἡ ἐργασία ἀρχικὰ καὶ πρὶν τὴν πτώση, ὑπῆρξε γιὰ τὸν ἄνθρωπο μία εὐχάριστη καὶ δημιουργικὴ ἀπασχόληση.
Ἡ φύση ὅμως τῆς ἐργασίας ἄλλαξε μετὰ τὴν πτώση, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχασε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κοινωνία μαζί Του. Τότε σκοτίστηκε ὁ νοῦς του, ἡ γῆ ἔγινε ἐχθρικὴ ἀπέναντί του γεμίζοντας «ἀκάνθας καὶ τριβόλους» καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἐπέβαλε τιμωρία λέγοντας: «ἐν ἰδρώτι τοῦ προσώπου σου φαγεῖν τὸν ἄρτον σου» (Γὲν. γ΄ 19). Ἔκτοτε ἡ ἐργασία γίνεται σκληρὴ κοπιαστικὴ καὶ δυσάρεστη. Συνδέθηκε μὲ κόπους, ἱδρώτα καὶ ἀποτυχίες. Ὁ ὅρος «δουλειὰ» ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸν ὄρο «δουλεία» δείχνει τὴν ἀλλαγὴ τῆς φύσεως τῆς ἐργασίας, ἀπὸ εὐχάριστη καὶ δημιουργικὴ σὲ καταναγκαστικὴ καὶ κοπιώδη, χωρὶς ἐξασφαλισμένα θετικὰ ἀποτελέσματα. Ἡ ἐργασία πχ. ἑνὸς γεωργοῦ δὲν συνεπήγετο ὑποχρεωτικὰ καὶ καλὴ ἐσοδεία κλπ.
 Οἱ δύο λανθασμένες περὶ ἐργασίας ἀντιλήψεις
Ἡ σημασία τῆς ἐργασίας δὲν ἐκτιμήθηκε πάντοτε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Ἄλλοτε ὑποτιμήθηκε καὶ ἄλλοτε ὑπερτιμήθηκε, ἀνάλογα μὲ τὴν ἐποχὴ καὶ τὶς ἐπικρα-τοῦσες συνθῆκες.
α. Ἡ ὑποτίμηση τῆς ἐργασίας
 Ἀφοῦ ἡ ἐργασία ἀποτελεῖ πρωταρχικὴ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμᾶται ἀπὸ τοὺς χριστιανούς. Ἡ ὑποτίμηση τῆς ἐργασίας ὑπῆρξε προχριστιανικὴ ἀντίληψη.
Γιὰ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ σκέψη ἀξία εἶχε ἡ «θεωρία» δηλαδὴ ἡ ἐνασχόληση μὲ τὸ πνεῦμα. Ἀντίθετα ἡ «πράξη» δηλαδὴ ἡ πρακτικὴ ἐργασία ἢ ἡ χειρωνακτική, ἦταν μία ἀνάγκη, ποὺ ταιρίαζε στὰ κατώτερα κοινωνικὰ στρώματα, στοὺς δούλους ἢ στοὺς πληβείους.
Ἤδη, οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ εἶχαν ἐπηρεασθεῖ ἀπὸ ἀνάλογες σκέψεις, ἀλλὰ ὄχι γιὰ τοὺς ἴδιους λόγους. Ἀμελοῦσαν μερικοὶ τὴν ἐργασία τους μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι ἀνέμεναν τὴν ἔλευση τοῦ Κυρίου, τὴν Δευτέρα Παρουσία. Ἦταν κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο «οἱ μηδὲν ἐργαζόμενοι, ἀλλὰ περιεργαζόμενοι». Αὐτοὺς κατακεραυνώνει μὲ αὐστηρότητα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνοντάς τους τὸ «εἰ τὶς οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω» (Β΄ Θεσ. γ΄10,11).
Ἀργότερα, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας φέρνουν τὴν ἰσορροπία τονίζοντας τὴν ἀξία τῆς ἐργασίας, εἴτε θεωρητικῆς (φιλοσοφικὴ ἢ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα), εἴτε χειρωνακτικῆς (γεωργία, κτηνοτροφία, ἁλιεία, τέχνες κ.λ.π). Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἂν καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ «θεωρητικοὺς» (καθότι ὑπῆρξε σπουδαῖος θεολόγος και ποιητής), τονίζει «ἄριστη ἡ θεωρία ἀλλὰ καὶ ἡ πρακτικὴ (δηλ. χειρωνακτικὴ) ἐργασία ἐπίσης».
Σοβαρὴ συνέπεια τῆς ὑποτιμήσεως τῆς ἐργασίας, εἶναι ἡ ἀποφυγή της, ἡ «ὀκνηρία». Ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐκ κατασκευῆς ὂν δημιουργικό, ἡ ὀκνηρία εἶναι κάτι «ἀφύσικο», ποὺ ἀχρηστεύει τὶς ἱκανότητες τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ὀκνηρὸς ἄνθρωπος ἀποφεύγει τὴν προσπάθεια, δὲν δημιουργεῖ, δὲν ἐξασκεῖ τὶς φυσικὲς καὶ διανοητικές του ἱκανότητες, ζεῖ παρασιτικὰ καὶ καταντᾶ μειονεκτικός.
Ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ παράδοση, βλέπει πολὺ ἀρνητικὰ τὴν ὀκνηρία. Τὴν χαρακτηρίζει ὡς θανάσιμο ἁμάρτημα. Ἡ ὀκνηρία ἐκδηλώνεται ὡς ἀμέλεια, ἀδιαφορία, ραθυμία, ἀπονάρκωση, ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος κλπ. Ἡ ὀκνηρία ἐκδηλώνεται μὲ ποικίλους τρόπους σχεδὸν σὲ κάθε μορφὴ δραστηριότητας. Ὡς ἀδιαφορία καὶ ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος στὶς σπουδές, ὡς ἀμέλεια καὶ ἔλλειψη σοβαρότητας στὸ ἐπάγγελμα καὶ στὰ καθήκοντα ποὺ συνεπάγεται. Στὶς χειρωνακτικὲς ἐργασίες ἐκδηλώνεται ὡς νωθρότητα.
Στὴν θρησκευτικὴ ζωή, ἡ ὀκνηρία ἐκδηλώνεται ὡς ραθυμία καὶ ὀνομάζεται «ἀκηδεία». Ἀκηδεία σημαίνει «ἔλλειψη φροντίδας» γιὰ πρόοδο στὴν πνευματικὴ ζωή. Ἡ ἀκηδεία εἶναι ἕνα εἶδος πνευματικῆς νάρκωσης, ποὺ ἐμποδίζει κάθε δραστηριότητα ποὺ ἀποβλέπει στὸν ἁγιασμό, στὴν ἐντατικοποίηση τῆς προσευχῆς ἢ ἄλλων πνευματικῶν ἀσκήσεων. Ἐμποδίζει τὴν πρόθυμη ἐκτέλεση τῶν διακονημάτων. Τελικά, ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο (ἰδίως ἂν εἶναι μοναχὸς) στὴν ἀδιαφορία γιὰ τὴν σωτηρία του καὶ στὴν ἔλλειψη ἀγάπης γιὰ τοὺς συνανθρώπους.
 β. Ἡ ὑπερεκτίμηση τῆς ἐργασίας
Στὴν σημερινὴ καταναλωτική μας κοινωνία, ποὺ ἡ οἰκονομικὴ πρόοδος καὶ ἡ παραγωγικότητα θεωροῦνται ὕψιστες ἀξίες. Ἡ ἐργασία ὑπερεκτιμᾶται. Ἐξαίρεται ἡ προσπάθεια, ἡ δημιουργικότητα καὶ ἡ παραγωγικότητα τοῦ ἀνθρώπου.
Στὴν στάση αὐτή, κρύβεται ὑποσυνείδητα ἡ νοσταλγία τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐκφράζεται ἀπὸ τὴν βιβλικὴ φράση: «καὶ ἔσεσθε ὡς θεοὶ» (Γὲν. γ΄ 5). Θέλει μὲ τὴν ὑπερβολικὴ καὶ δημιουργικὴ ἐργασία ὁ ἄνθρωπος, νὰ ἐκθρονίσει τὸ Θεὸ καὶ στὴ θέση του νὰ βάλει τὸν ἑαυτό του. Φαίνεται ἀπίθανο, ὅμως εἶναι ἀληθινό. Ὄχι μόνο διότι ὁ πολυάσχολος ἄνθρωπος δὲν ἔχει χῶρο στὴν καρδιά του, ἀλλὰ οὔτε καὶ χρόνο στὴ ζωή του γιὰ τὸν Θεό. Διότι, μὲ τὶς δυνατότητες ποὺ τοῦ δίνει ἡ  ἐπιστήμη καὶ ἡ τεχνολογία, ὁ ἄνθρωπος νομίζει ὅτι μπορεῖ νὰ κάνει τὰ πάντα, μόνος του  χωρὶς τὸν Θεό.
Ὁ περίφημος διανοητὴς Οswald Spengler εἶχε πεῖ: «στὴν μηχανὴ κρύβεται ὁ διάβολος». Ὄχι γιατί ἡ μηχανὴ εἶναι κάτι διαβολικό. Ἀλλὰ διότι, γιὰ πολλοὺς σύγχρονους τεχνοκράτες, ἡ μηχανή, ἡ τεχνολογία, καὶ ἡ οἰκονομικὴ αὐτάρκεια ποὺ δημιουργεῖ αὐτή, εἶναι ἕνας τρόπος νὰ ξεχνοῦν τὸ Θεό.
Πράγματι, χρειάζεται πολλὴ φώτιση, ταπείνωση καὶ ἐνσυνείδητη χριστιανικὴ ζωή, γιὰ νὰ μπορέσει ἕνας ὑψηλοῦ ἐπιπέδου ἐπιστήμων νὰ δεῖ τὸν Θεό, εἴτε πίσω ἀπὸ τὰ στοιχειώδη σωμάτια ποὺ μελετᾶ, κάνοντας πειράματα σὲ ἕνα πυρηνικὸ ἀντιδραστήρα, εἴτε πίσω ἀπὸ τοὺς γαλαξίες τοῦ σύμπαντος, ποὺ διερευνᾶ μὲ τὰ ὑπερτέλεια τηλεσκόπιά του.
Οἱ δυνάμεις ποὺ ἔχει στὰ χέρια τοῦ ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, φαντάζουν στὴν πεπερασμένη του διάνοια τόσο μεγάλες, ὅσο ἐκεῖνες ποὺ ἀπέδιδαν κάποτε στὸν Θεό. Φαντάζουν δυνάμεις θεϊκές. Καὶ ἔτσι, τὰ λόγια του ὄφεως, ποὺ ψιθύρισε κάποτε στοὺς πρωτοπλάστους «ἔσεσθε ὡς θεοὶ» ἐπαναλαμβάνονται μὲ ἄλλο πιὸ πονηρὸ τρόπο στὸν σύγχρονο καὶ αὐτονομημένο ἀπὸ τὸν Θεὸ ἄνθρωπο.
Αὐτὴ ἡ μηχανοκρατικὴ καὶ τεχνοκρατικὴ ἀντίληψη κρύβει μέσα της ἕνα θανάσιμο κίνδυνο:
α. ἐκθρονίζει τὸν Θεὸ ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ αὐτὸ ἔχει πολλὲς ἄσχημες ἀνθρωπολογικὲς συνέπειες.
β. τὸν κάνει νὰ ὑποτιμᾶ καὶ τὴν εὐγένεια τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, τὴν θεϊκή του προέλευση καὶ τὸν ἐσχατολογικό του προορισμό.
 Ὁ ἄνθρωπος, ὡς συνέπεια αὐτοῦ, γίνεται ἐξάρτημα τῆς μηχανῆς(*). Γίνεται ἀναλώσιμο καὶ εὔκολα ἀντικαταστάσιμο ἀνθρώπινο ὑλικό. Ἡ ἀξία του ἐκτιμᾶται ἀνάλογα μὲ τὸ εἶδος τῆς ἐργασίας ποὺ προσφέρει. Ἡ ἀξία της θεωρεῖται μεγαλύτερη, ὅσο λιγότεροι ἄνθρωποι γνωρίζουν τὴν ἴδια ἐργασία. Οἱ οἰκονομολόγοι συνήθως λένε «Δὲν ἔχει τόση σημασία τί γνωρίζεις, ἀλλὰ τί μπορεῖ νὰ κάνεις».
 Ὡς συμπέρασμα, μποροῦμε νὰ ἐξάγουμε, ὅτι καὶ ἡ ὑπερεκτίμηση τῆς ἐργασίας, ἔχει ἀρνητικὲς συνέπειες στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου διότι:
α. δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο τὴν αἴσθηση τῆς αὐτάρκειας ἀπέναντι στὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ κερδίζει  πολλὰ ἀπὸ τὴν ἐργασία του, αἰσθάνεται ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκη τὸν Θεό. Δὲν τὸν ὑπολογίζει στὴν ζωή του, ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸ θέλημά Του, ζεῖ ἐρήμην τοῦ Θεοῦ. Ἐνσυνείδητα ἢ ὄχι, φθάνει στὴν πρακτικὴ ἀθεΐα. Γι’ αὐτὸ πολλὲς φορές, ὁ Θεὸς γιὰ νὰ τὸν ταρακουνήσει καὶ νὰ συνέλθει, ἐπιτρέπει νὰ τοῦ συμβεῖ κάποιο μικροατύχημα, κάποια ἀσθένεια ἢ κάποιο ἄλλο δυσάρεστο γεγονός.
β. διευκολύνει τὴν ἀπανθρωποίηση καὶ τὴν ἀποϊεροποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν θεωρεῖται ἄξιος παντὸς σεβασμοῦ -«ἱερός»-, διότι εἶναι θεῖο δημιούργημα, ἀλλὰ ὑποτιμᾶται ὡς «ἀντικείμενο», ὡς γρανάζι καὶ ὡς ἐξάρτημα μίας μηχανῆς(*). Ἀγνοοῦνται οἱ ἄλλες ψυχοσωματικές του ἱκανότητες  καὶ ἀνάγκες. Ἐπίσης ὁ οἰκονομικὰ ἰσχυρός, μπορεῖ νὰ ὑποτιμᾶ τοὺς οἰκονομικὰ ἀσθενεστέρους καὶ νὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὶς ἀνάγκες τους. Τὸν ἐνδιαφέρουν μόνο στὸν βαθμὸ ποὺ ἐκεῖνοι τοῦ εἶναι χρήσιμοι  καὶ ἐξυπηρετοῦν τὶς δικές του ἀνάγκες.
 Τὸ συμπέρασμα ἑπομένως, ποὺ μποροῦμε νὰ ἐξάγουμε, εἶναι ὅτι: καὶ ἡ ὑπερεκτίμηση καὶ ἡ ὑποτίμηση τῆς ἐργασίας, εἶναι λανθασμένες ἀντιλήψεις καὶ ἔχουν θλιβερὲς συνέπειες γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
 Κατευθύνσεις τῆς Χριστιανικῆς Ἠθικῆς γιὰ τὴν Ἐργασία.
Ποιὲς εἶναι ὅμως οἱ βασικὲς κατευθύνσεις, ποῦ μπορεῖ νὰ δώσει ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ στὸ πρόβλημα τῆς ἐργασίας;
 Ὁ ἄνθρωπος συνδημιουργός του Θεοῦ.
Ὁ ἄνθρωπος, ἀξιοποιώντας τὶς δημιουργικὲς ἱκανότητες, μὲ τὶς ὁποῖες τὸν ἔχει προικίσει ὁ Θεός, μπορεῖ μὲ τὴν ἐργασία του νὰ γίνει συνεργὸς τοῦ Θεοῦ στὸ ἔργο τῆς Δημιουργίας. Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο ἀρχικὰ ἐκ τοῦ μηδενός, ἀλλὰ μέσω τοῦ ἀνθρώπου δημιουργεῖ συνεχῶς. Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν τεχνολογία καὶ τὶς ἐπιστῆμες ποὺ ἔχει ἀναπτύξει, μπορεῖ νὰ διορθώνει καὶ νὰ διαμορφώνει τὸ φυσικό του περιβάλλον, σύμφωνα μὰ τὴν θέλησή του. Ἔτσι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἠθική του διαπαιδαγώγηση, ἂν θὰ κάνει καλὴ ἢ κακὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν δυνατοτήτων του. Ἂν θὰ κάνει χρήση δημιουργικὴ καὶ περιβαλλοντικὰ ὠφέλιμη, ἢ κατάχρηση καταστροφικὴ καὶ περιβαλλοντικὰ βλαβερή.
 2. Συντηρητὴς καὶ ἀναβαθμιστῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος.
Τὸ φυσικὸ περιβάλλον μέσα στὸ ὁποῖο ζεῖ καὶ δραστηριοποιεῖται ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ τυγχάνει σεβασμοῦ καὶ ἀγάπης, πρέπει νὰ θεωρεῖται ἱερό, ὡς προελθὸν ἀπὸ «τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ», ἀπὸ τὴν δημιουργική Του ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος, ὅταν κινεῖται κάνοντας τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ– καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχικὴ ἐντολή Του, ὅταν τοποθετήθηκε ἀρχικὰ στὸν Παράδεισο «ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάττειν»- τότε ἡ ἐργασία του θὰ εἶναι συνεργασία μὲ τὸν Θεό. Τότε ὁ πολιτισμὸς θὰ εἶναι «ἔνθεος» καὶ εὐλογημένος. Δὲν θὰ ἀποκόπτει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ δὲν θὰ ἐγκυμονεῖ κινδύνους γιὰ τὶς ἑπόμενες γενεές. Ἀντίθετα, ἕνας πολιτισμὸς ἀπὸ ἄνθρωπο αὐτονομημένο ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἀντλήσει τὰ μέγιστα ὀφέλη ἀπὸ τὴ φύση, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει μόνο προσωρινὲς ἀνάγκες ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ μέλλον, μπορεῖ νὰ καταντήσει «δαιμονικός». Τότε πράγματι θὰ ἐγκυμονεῖ κινδύνους γιὰ τὶς μελλοντικὲς γενεές.
 3. Ἐφαρμοστῆς της ἐντολῆς τῆς ἀγάπης.
Ἡ ἐργασία τοῦ ἀνθρώπου, πρέπει νὰ εἶναι πρακτικοποίηση καὶ ἐφαρμογὴ τῆς ἐντολῆς τῆς ἀγάπης. Ἂν σκεφτοῦμε ὅτι μὲ τὴν ἐργασία μᾶς προσφέρουμε ___________________________________________________________________
(*) Πρβλ. τὸ τοῦ Karl Marx : «O ἄνθρωπος εἶναι μιὰ μηχανὴ ποὺ παράγει ἐργαλεῖα»
ὑπηρεσίες στὸ κοινωνικὸ σύνολο, συνεργαζόμαστε καὶ ἐπικοινωνοῦμε μὲ ἄλλους ἀνθρώπους γιὰ τὴν ἐπιτυχία ἑνὸς κοινοῦ στόχου (πχ. τὴν εὐημερία τοῦ συνόλου), τότε πρέπει νὰ τὴν προσφέρουμε, μὲ χαρὰ καὶ μὲ ἀγάπη. Μὲ εὐγνώμονα στὸν Θεὸ διάθεση, ὡς θετικὴ ἀπόκριση πρὸς τὴ μεγάλη ἀγάπη ποὺ μᾶς ἔχει προσφέρει ὁ Θεὸς «ἀνατέλλοντας τὸν Ἥλιο ἢ στέλνοντας τὴ βροχὴ ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους». Ὁ Θεὸς μᾶς δημιούργησε ἀπὸ ἀγάπη καὶ μᾶς προίκισε μὲ μεγάλα χαρίσματα, ὥστε νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς δημιουργικοὶ καὶ εὐτυχισμένοι. Δὲν θὰ εἶναι λοιπὸν φιλότιμη συμπεριφορὰ ἀπὸ μέρους μας, νὰ προσφέρουμε τὸν καλύτερο ἑαυτό μας μέσω τῆς ἐργασίας μας, ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας καὶ εὐγνωμοσύνη στὸν δωρεοδότη Θεό;
 Κυρίαρχος τῆς γῆς πρὸς δόξαν Θεοῦ.
Μὲ τὴν ἐργασία του ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πραγματοποιήσει  τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ «κατακυριεύσατε τῆς γῆς» (Γὲνν. α΄ 28) μὲ ἀπώτερο σκοπὸ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Δημιουργὸς ἐνέκρυψε μέσα στὴν ὑλική Του δημιουργία, πολλὲς δυνάμεις καὶ δυνατότητες, ἀλλὰ καὶ ὑψηλοῦ ἐπιπέδου τεχνογνωσία, πράγματα χρήσιμα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Αὐτά, ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἀνακαλύψει καὶ νὰ ἀξιοποιήσει γιὰ τὶς ἀνάγκες του: πχ. μέσα στὸ ξύλο τῶν φυτῶν ἔχει δεσμευθεῖ μὲ τὴν φωτοσύνθεση ἡλιακὴ ἐνέργεια, τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἀποδεσμεύει πρὸς ὄφελός του καίγοντας τὸ ξύλο. Τὰ βότανα, ἔχουν πολλὲς ἰαματικὲς ἰδιότητες καὶ τὰ χρησιμοποιοῦμε γιὰ φάρμακα. Τὰ ὀρυκτά, μᾶς δίνουν ἐνέργεια (γαιάνθρακας, πετρέλαιο) ἀλλὰ καὶ ὑλικὰ (μέταλλα, μάρμαρα, πολύτιμους καὶ ἡμιπολύτιμους λίθους) γιὰ τὴν κατασκευὴ χρήσιμων ἀντικειμένων. Τὰ ζῶα μᾶς δίνουν ὑλικὰ χρήσιμα γιὰ τὴν διατροφὴ καὶ τὴν ἔνδυσή μας (κρέας, γάλα, μαλλί, δέρματα). Ἐπίσης, ἀντιγράφοντας τὸ σύστημα ἐπικοινωνίας ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ νυχτερίδες, φτιάξαμε τὸ ραντάρ. Τὸ σχῆμα τῶν πουλιῶν ἢ τῶν ψαριῶν μᾶς ἔδωσε ἰδέες γιὰ τὴν κατασκευὴ πλοίων, ὀχημάτων καὶ ἀεροπλάνων κ.ο.κ.
Αὐτὲς τὶς δυνάμεις ἀνακαλύπτει μὲ τὴν ἐργασία του, τὴν παρατηρητικότητα καὶ τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα ὁ ἄνθρωπος. Τὶς ἀξιοποιεῖ μὲ τὶς τεχνολογικὲς ἐφαρμογές. Ἔτσι, βελτιώνει τὴν ποιότητα τῆς ζωῆς του, προάγει τὸν πολιτισμό του, αὐξάνει τὶς ἀνέσεις καὶ τὶς δυνατότητές του. Τέλος, μὲ τὴν πρόοδο τῆς τεχνολογίας βελτιώνει καὶ τὶς συνθῆκες ἐργασίας του, χρησιμοποιώντας μηχανές, ποὺ τὸν ἀπαλλάσσουν ἀπὸ κόπο καὶ κινδύνους. Δηλαδή, ἐξανθρωπίζει τὴν ζωὴ καὶ τὴν ἐργασία του.
Αὐτὴ ἡ ἐξέλιξη, τῆς μετατροπῆς τῆς κοπιώδους, ἐξαντλητικῆς καὶ πολλὲς φορὲς ἀνθυγιεινῆς καὶ ἐπικίνδυνης δουλειᾶς, σὲ εὐχάριστη καὶ δημιουργικὴ ἐργασία, εἶναι ἀπὸ μία ἄποψη ἕνα εἶδος λυτρώσεως. Αὐτοῦ του εἴδους ἡ λύτρωση δὲν εἶναι ἀντίθετη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Θεὸς εἶναι πάντοτε μὲ τὸ μέρος τῆς χαρᾶς, τῆς εὐτυχίας, τῆς ὑγείας, τῆς προόδου, τῆς βελτιώσεως τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Θέλει τὸν ἄνθρωπο πιὸ εὐτυχισμένο καὶ χαρούμενο, ἀλλὰ καὶ περισσότερο πνευματικό.
Ὁ Χριστὸς θεράπευε πάντοτε καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἀνάμεσα στὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχουν θεραπεῖες ἀπὸ βασανιστικὲς ἀσθένειες, ἄκοπη διατροφὴ (πολλαπλασιασμὸς διὰ θαύματος ἄρτων καὶ ἰχθύων), εὔκολο ψάρεμα κλπ., ποῦ ἀποδεικνύουν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Πάντοτε ὅμως κάθε σωματικὴ θεραπεία συνοδεύετο καὶ ἀπὸ θεραπεία τῆς ψυχῆς.
Ὅταν λοιπὸν ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ τεχνολογία θεραπεύουν, ἀναβαθμίζουν καὶ βελτιώνουν τὴν ποιότητα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, πραγματοποιοῦν κάτι ποὺ εἶναι σύμφωνο μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τότε, μέσῳ τῆς ἐργασίας τοῦ ἀνθρώπου, δοξάζεται ὁ Θεός. Ἐπίσης ὅταν, μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα ἀνακαλύπτονται τὰ θαυμάσια της δημιουργίας, εἴτε στὸν μικρόκοσμο, εἴτε στὸν μακρόκοσμο, πάλιν δοξάζεται ὁ Θεὸς «ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ».
Μὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς τρόπους, ἡ ἐργασία γίνεται αἰτία ἀναβαθμίσεως τῆς ποιότητας τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ καὶ δόξας τοῦ Θεοῦ.
 Ἡ ἐργασία ὡς μέσον βιοπορισμοῦ, ὡς καθῆκον, ὡς Σταυρὸς καὶ ὡς μέσον σωτηρίας.
Ἐνδέχεται ὅμως μία ἐργασία νὰ εἶναι σκληρή, κοπιαστική, μονότονη, ἄχαρη καὶ πληκτική. Νὰ μὴν τὴν ἀντιμετωπίζει ὁ ἄνθρωπος ὡς συνεργασία μὲ τὸν Θεὸ γιὰ δημιουργία, οὔτε ὡς πρακτικοποίηση τῆς ἀγάπης του γιὰ τοὺς συνανθρώπους του, οὔτε ὡς λύτρωσή του ἀπὸ τὴν σκλαβιὰ τῆς ἀνάγκης, οὔτε ὡς μέσον δοξολογίας πρὸς τὸν Θεό. Ἀλλὰ μία ἐργασία ρουτίνας, φαινομενικὰ χωρὶς περιεχόμενο. Μία ἐργασία ποὺ ἀποβλέπει κάποιες φορές, μόνο στὸν βιοπορισμὸ καὶ στὴν ἱκανοποίηση μόνο ὑλικῶν ἀναγκῶν.
Καὶ τότε γιὰ τὸν πιστὸ ἄνθρωπο μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει περιεχόμενο καὶ ἀξία. Νὰ βιωθεῖ ὡς Σταυρός, ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς καλεῖ νὰ σηκώσουμε. Νὰ ἀποκτήσει νόημα, ὡς δική μας συμμετοχὴ στὸ σωτήριο Πάθος τοῦ Χριστοῦ μας. Νὰ ἀποτελέσει μία σύγχρονη μορφὴ μαρτυρίου καὶ ὡς μαρτύριο θὰ τὴν ἀμείψει ὁ Θεός. Τότε, ἡ ἐργασία, ἐκτὸς ἀπὸ μέσον βιοπορισμοῦ καὶ ἐκπλήρωση κοινωνικοῦ καθήκοντος, μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει καὶ  λυτρωτικὸ νόημα. Νὰ γίνει καὶ μέσον σωτηρίας. Ἡ λέξη «σωτηρία» στὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ σημαίνει ὁλοκλήρωση, διότι «σῶος» σημαίνει «ὁλόκληρος». Ἑπομένως κατὰ Θεὸν σωτηρία σημαίνει ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σὲ ὅλους τους τομεῖς τῆς ἀνθρώπινης δραστηριότητας.
 Παραθέτουμε παρακάτω ἕνα εὔγλωττο παράδειγμα:
Πλησίασε κάποιος μερικοὺς ἐργάτες λατομίου, ποὺ ἔσπαζαν πέτρες καὶ ρώτησε τὸν πρῶτο: «πῶς πάει ἡ ἐργασία;», «σκλαβιά, κούραση, ἱδρώτας», ἦταν ἡ ἀπάντηση. Προχώρησε πιὸ πέρα καὶ ρώτησε τὸν δεύτερο ἐργάτη τὰ ἴδια: «κουράζομαι, ἀλλὰ συντηρῶ ἔντιμα τὴν οἰκογένειά μου. Καὶ ὅταν τὸ βράδυ γυρίζω κουρασμένος στὸ σπίτι καὶ βλέπω τὰ γελαστὰ πρόσωπα τῆς συζύγου μου καὶ τῶν παιδιῶν μου εὐφραίνομαι. Αὐτὸς ὁ κόπος ἐξασφαλίζει μία ἄνετη καὶ ἀξιοπρεπὴ ζωὴ στὴν οἰκογένειά μου». Ἕνας τρίτος λατόμος στὴν ἴδια ἐρώτηση ἀπάντησε: «σκεφθεῖτε ὅτι μὲ αὐτὲς τὶς πέτρες ποὺ σπάζω, θὰ κτισθεῖ ὁ καθεδρικὸς ναὸς τῆς πόλεως, μέσα στὸν ὁποῖο θὰ ἠχοῦν καθημερινῶς δοξολογίες πρὸς τὸν Θεό. Καὶ ἐγὼ θὰ ξέρω ὅτι συνεργάστηκα, γιὰ νὰ δοξάζεται ὁ Θεὸς μέσα σ’ αὐτὸν τὸν ναό. Πολλὲς ἀπὸ αὐτὲς τὶς πέτρες σμιλευτῆκαν ἀπὸ τὰ χέρια μου».
Πόσο διαφορετικὰ ἀντιμετώπιζαν τὴν ἴδια ἐργασία οἱ τρεῖς λατόμοι.
 Ἡ ὁποιαδήποτε ἐργασία ἀποκτᾶ νόημα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὴν κάνει.
Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες σοφιστὲς ἔλεγαν: «πάντων χρημάτων μέτρο ἄνθρωπος» δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος εἶναι μέτρο ὅλων τῶν πραγμάτων. Δίνει νόημα καὶ περιεχόμενο σὲ καθετὶ ποὺ κάνει, ἀνάλογα μὲ τὴν προσωπικότητά του.
Πράγματι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει πνευματικὴ καλλιέργεια, μπορεῖ νὰ δώσει περιεχόμενο καὶ νόημα καὶ στὴν πιὸ ἁπλὴ καὶ ἄχαρη ἐργασία. Μὲ τὴν ἀρετή του καὶ τὴν ἐπιμέλειά του, μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ κάνει τὴν ἐργασία του πολὺ ἀξιόλογη καὶ ὠφέλιμη γιὰ τὸ κοινωνικὸ σύνολο.
Ἀντίθετα, ἂν δὲν ὑπάρχει ἡ πνευματικὴ καλλιέργεια, καὶ ἡ καλύτερη ἢ ἱερότερη ἐργασία, χάνει τὸ νόημά της. Μπορεῖ νὰ γίνει αἰσχροκερδής, ἀπάνθρωπη, καὶ ἀντικοινωνική.
Ἡ πνευματικὴ καλλιέργεια ἑπομένως, εἶναι αὐτὴ ποὺ τοποθετεῖ τὸν ἄνθρωπο σωστὰ ἀπέναντι στὸν Θεό, στὸν ἑαυτό του καὶ στοὺς συνανθρώπους του. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ τελειότερο πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Ἐλεύθερο καὶ λογικὸ ὄν, μὲ βούληση καὶ αὐτοσυνειδησία. Μὲ προδιαγραφὴ τὸ «κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ» καὶ σκοπὸ ποὺ πρέπει νὰ ἐπιδιώξει«τὸ καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ».
 Ἂς ἐπιδιώκουμε λοιπὸν τὴν ἐσωτερική μας καλλιέργεια, ὥστε νὰ βλέπουμε τὴν ἐργασία μας:
ὡς δημιουργικὴ συνεργασία μὲ τὸν Θεό,
ὡς πρακτικοποίηση τῆς ἀγάπης μας πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας,
ὡς πραγματοποίηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ «κατακυριεύσατε τὴν γῆν» ἐπιτε-λούμενη πρὸς δόξαν Θεοῦ,
ὡς μέσον ἐκπληρώσεως τοῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς («τὸ καθ’ ὁμοίωσιν») τοῦ ἀνθρώπου,
ὡς μέσον «κατὰ Θεὸν σωτηρίας» τοῦ ἀνθρώπου (δηλ. ὁλοκληρώσεως αὐτοῦ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ).
 Ἐπάνω σὲ αὐτὸ τὸ θέμα, ὁ Μ. Βασίλειος λέει τὰ ἑξῆς:
«Εὐχαριστοῦντες μέν, τῷ δεδωκότι καὶ δύναμιν χειρῶν πρὸς ἔργα, καὶ σοφίαν διανοίας πρὸς ἀνάληψιν τῆς ἐπιστήμης, καὶ τὴν ὕλην χαρισαμένῳ, τὴν ἐν τοῖς ἐργαλείοις, καὶ τὴν ὑποκείμενην ταῖς τέχναις, ἅσπερ ἂν τύχωμεν ἐργαζὸμενοι. Προσευχόμενοι δὲ κατευθῆναι τὰ ἔργα τῶν χειρῶν ἡμῶν πρὸς τὸν σκοπόν τῆς πρὸς Θεὸν εὐαρεστήσεως».

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Σκέπτεστε τους γονείς σας;

Σκέπτεστε τους γονείς σας;
«Τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου» (Έξοδ. Κ. 12)



Κάποιος ρώτησε μια μάνα: «Τι σου στοίχισαν τα παιδιά σου;». Και η μάνα του αποκρίθηκε: «Στοίχισαν πόνο και προσπάθεια. Κόπο και ανησυχία. Μόχθο και καθημερινή 
δουλειά στον πατέρα τους. Υπομονή και ευθύνη. Οδηγίες και νουθεσίες. Αγάπη και αγωνία. Προσευχές και δεήσεις».
Αυτά στοιχίζουν τα παιδιά στους γονείς. Αυτά και άλλα πολλά. Τόσα πολλά που καμιά πένα στον κόσμο όλο δεν θα μπορέσει ποτέ να χαράξει πάνω στο χαρτί. Να γιατί 
απευθύνομαι σε σας, παιδιά και κάνω τούτη την ερώτηση: Παιδιά σκέπτεστε τους γονείς σας; Αλλά τι σημαίνει αυτή η ερώτηση; Σημαίνει αυτά που θα σας αποτυπώσω 
παρακάτω. Θα διαβάσετε όχι λόγια αλλά παραδείγματα. Παραδείγματα παιδιών που σκέπτονταν πάντα τους γονείς τους. Να τι θέλω να σας πω:
Να αγαπάτε τους γονείς σας

Ύστερα από το Θεό που πρέπει να είναι η πρώτη και απέραντη αγάπη σας να αγαπάτε τους γονείς σας. Να αγαπάτε τον Πατέρα και τη Μάνα σας. Πρώτα η αγάπη στο Θεό 
και έπειτα η αγάπη στους γονείς. Γιατί, όπως μας είπε ο Χριστός, «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἐστι μου ἄξιος» (ματθ. ι, 37). Όποιος αγαπά πατέρα ή μητέρα 
περισσότερο από το Θεό, δεν λογίζεται άξιος χριστιανός.
Παιδιά! Αγαπάτε τους γονείς σας. Αγαπάτε τους ειλικρινά. Άδολα. Χωρίς ανταλλάγματα. Με όλη σας την καρδιά. Να πως: Μια Μάνα θα ξεκινούσε για ένα μακρινό ταξίδι. Τα τρία 
της παιδιά έτρεξαν και της πρόσφεραν τα δώρα τους. Το πρώτο της πρόσφερε μια μαρμάρινη πλάκα με σκαλισμένο πάνω στην πλάκα τα όνομά της. Τα δεύτερο της πρόσφερε 
μία ανθοδέσμη με σπάνια μυρωδάτα λουλούδια. Το τρίτο παιδί δεν της πρόσφερε τίποτε. Της είπε όμως τα εξής λόγια: «Μητέρα, δεν έχω μάρμαρο. Δεν έχω ανθοδέσμη. Έχω 
όμως καρδιά. Σ’ αυτήν χάραξα το όνομά σου. Αυτή η καρδιά μου, Μητέρα, γεμάτη αγάπη, θα σε συνοδεύει, όπου θα ταξιδεύεις, και θα σε παραστέκεται, όπου κι αν σταθείς»
. 
Παιδιά! Η μεγαλύτερη προσφορά στους γονείς σας είναι η αγάπη. Χωρίς την καρδιά κάθε άλλη προσφορά είναι μικρή. Πολύ μικρή. Ελάχιστη.

Να τιμάτε τους γονείς σας. Η εντολή του Θεού είναι σαφής και κατηγορηματική. Τη σημειώνω: «Τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου» (Εξόδ. κ, 12). Κι αυτή η εντολή πρέπει 
να γίνει βίωμά σας. Να τιμάτε τον Πατέρα σας. Να τιμάτε τη Μάνα σας. Να τους τιμάτε, όπως τους ταιριάζει. Όπως τους αξίζει. Και να θυμάστε τούτο: Κάθε προκοπή σας σ’ αυτούς 
οφείλεται. Όσα παιδιά πρόκοψαν στη ζωή τους, το ομολόγησαν αυτό. Και τους απέδωσαν την ανάλογη τιμή. Ο Αβραάμ Λίνκολν είπε: «Παν ότι είμαι, το οφείλω στη μητέρα μου, 
θυμάστε τα παιδιά του Διαγόρα από τη Ρόδο; Τα σημειώνω: Δημάγετος. Ακουσίλαος. Δωριέας. Αυτά τα τρία υπέροχα παιδιά, όταν νίκησαν στους Ολυμπιακούς αγώνες, τίμησαν 
τον πατέρα τους κατά τρόπο, που συγκίνησαν όλο τον κόσμο, που βρισκόταν μέσα ατό στάδιο της Ολυμπίας. Μόλις η Επιτροπή στεφάνωσε τα τρία αυτά παιδιά, έτρεξαν αμέσως 
στην κερκίδα, όπου καθόταν ο ασπρομάλλης πατέρας τους. Και τι έκαναν; Τι έκαναν! Παρακολουθείστε. Έβγαλαν τα στεφάνια από τα κεφάλια τους και τα φόρεσαν στο κεφάλι 
του πατέρα τους. Ύστερα τον έπιασαν, τον σήκωσαν πάνω στους ώμους τους και τον έφεραν ολόγυρα στο στάδιο. Σκηνή συγκλονιστική. Όλοι οι θεατές σηκώθηκαν όρθιοι. 
Όλοι ζητωκραύγαζαν. Όλοι έκλαιγαν από συγκίνηση. Και όλοι έρραιναν τον πατέρα και τους τρεις γιους του με λουλούδια και δαφνόφυλλα. Και ακολούθησε άλλη σκηνή, το ίδιο 
συγκινητική. Ένας Σπαρτιάτης, συγκινημένος βαθύτατα, τη στιγμή που περνούσε από κοντά του ο δαφνοστεφανωμένος Διαγόρας, πάνω στους ώμους των παιδιών του, φώναξε 
με όλη τη δύναμη του: «Διαγόρα! Πέθανε πια τώρα!». Και έτσι έγινε. Ο γέρος Διαγόρας δεν άντεξε. Έγειρε στους ώμους των παιδιών του και έκλεισε για πάντα τα μάτια του, 
ευτυχισμένος από τη μεγαλύτερη τιμή, που του πρόσφεραν το παιδιά του!

Άλλο, πάλι, παιδί, ο Κορίνθιος Έφηβος, μόλις στεφανώθηκε ολυμπιονίκης, έτρεχε όσο μπορούσε πιο γρήγορα, για να φέρει τη μεγάλη νίκη στην άρρωστη Μητέρα του, την 
Ενάρετη. Δεν την πρόφτασε όμως ζωντανή. Έκλαψε πολύ ο ολυμπιονίκης γιος της. Έκλαψε, γιατί δεν πρόλαβε να δώσει τη χαρά της νίκης στη Μάνα του. Ωστόσο έκανε το εξής, 
για το οποίο έκλαψαν όλοι. Τι έκανε; Με το στεφάνι του στεφάνωσε τα μαλλιά της νεκρής και με λυγμούς είπε: «Μητέρα, συγχώρεσε με, που δεν μπόρεσα να τρέξω πιο 
γρήγορα. Σου έφερα τη μεγάλη νίκη. Μα ο θάνατος τρέχει πιο γρήγορα από τους θνητούς, που ούτε οι ολυμπιονίκες μπορούν να παραβγούν μαζί του. Σε πήρε πριν προφθάσεις 
να χαρείς τη δική μου χαρά. Μα πάρε την, καλή μου Μητέρα, ας είσαι και νεκρή. Είναι δική σου...» 
Παιδιά! Τιμείστε τους γονείς σας όσο ζουν. Τιμείστε τους και νεκρούς.



Να σέβεστε τους γονείς σας. Να σέβεστε τους γονείς σας πάντα. Ακόμη κι όταν κάνουν λάθη. Όποια λάθη κι αν κάνουν, δεν παύουν να είναι γονείς σας. Θυμάστε το Νώε;. 
Ο δίκαιος και ενάρετος Νώε «ἔπιεν ἐκ τοῦ οἴνου καί ἐμεθύσθη» (Γενέσ. θ, 21). Ο Νώε μέθυσε. Κι ύστερα γυμνώθηκε. Το ένα του παιδί, ο Χαμ, ασέβησε στον πατέρα του. 
Διαπόμπευσε την παρεκτροπή του πατέρα του. Τα δύο άλλα όμως, παιδιά, ο Σημ και ο Ιάφεθ, έδειξαν σεβασμό στο γεννήτορά τους. Τι έκαναν; Πήραν ένα ρούχο και 
περπατώντας με τις πλάτες τους, γυρισμένες προς τον πατέρα, για να μη δουν τη γύμνωσή του, πέτυχαν και τον σκέπασαν. Άξια παιδιά. Παράδειγμα στους αιώνες για όλα 
τα παιδιά του κόσμου.

Κανένα λάθος των γονέων σας δεν πρέπει να σταθεί ικανό να μειωθεί το σεβασμό στους γονείς σας. Ακόμα κι αν γι αυτό σας πιέζουν να το κάνετε οι πιο ισχυροί της γης. 
Η Μάνα του Μ. Αλεξάνδρου, η Ολυμπιάδα, ήταν δύστροπη γυναίκα. Ανακατευόταν πάντα στις υποθέσεις της χώρας. Ωστόσο ο εξαίρετος γιος της ποτέ δεν ασέβησε στη Μάνα 
του. Ποτέ δεν τη λύπησε. Ποτέ δεν της είπε πικρό λόγο. Πάντα της φερόταν με υπομονή. Πάντα με γλυκύτητα. Κάποτε ο Αντίπατρος, επιστήθιος φίλος του, του έγραψε και του 
συνέστησε να δώσει τέλος σ’ αυτή την ιστορία με τη Μάνα του. Αλλά ο υπέροχος γιος της Ολυμπιάδας, του απάντησε: «Αντίπατρε! Ένα δάκρυ μιας Μάνας μπορεί να σβήσει 
δέκα χιλιάδες γράμματα σαν κι αυτό».


Κι αν οι γονείς συνεχίζουν να παρεκτρέπονται; Και τότε σεβασμό; Και τότε. Και πάντα. Και έχοντας, αυτό το σεβασμό, μπορείτε να κάνετε αυτό που έκανε μια νέα για το μέθυσο 
πατέρα της: Ήταν νύχτα. Το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα. Ο αέρας ξερίζωνε δένδρα. Τα κύματα βουνά στη θάλασσα. Ο πατέρας της γύριζε από το διπλανό νησί με μια βάρκα. Και 
γύριζε, όπως πάντα, μεθυσμένος. Η κόρη του αψηφά τον κίνδυνο και με ένα φανάρι στα χέρια κατεβαίνει στη θάλασσα. Σηκώνει ψηλά το φανάρι να το δει ο πατέρας της και με 
όλη της τη δύναμη, φωνάζει: «Πατέρα, έλα, απ’ εδώ είναι ο δρόμος». Η δυνατή φωνή συνέφερε το μεθυσμένο πατέρα, που πάλευε με τα κύματα. Βγήκε σώος. Αλλά η κόρη του 
δεν ζούσε πια. Τη βρήκε στο δρόμο παγωμένη. Η θυσία της σημάδεψε μια νέα ζωή στον πατέρα της. Ζωή με εγκράτεια, αρετή και αγιασμό. Παιδιά! Αν χρειασθεί, θυσιασθείτε και 
σεις για τους γονείς σας.
 Σαν την ηρωίδα κόρη του μέθυσου πατέρα.

Να προπέμπετε τους γονείς σας. Οι γονείς σας, σαν πρεσβύτεροι, κατά κανόνα, φεύγουν πρώτοι από την πρόσκαιρη τούτη ζωή. Μην αμελήσετε να βρίσκεσθε κοντά τους στις 
στερνές ώρες της ζωής τους. Όπου κι αν είστε, να σπεύσετε κοντά τους. Κι αν ακόμα βρίσκεστε στην άλλη άκρη της γης, σαν άλλοι απόστολοι «συναθροισθέντες» κοντά τους, 
«κηδεύσατε» τα σώματα τους. Και με όλες τις τιμές. Σεις να τους κλείσετε τα μάτια τους. Σεις, τα παιδιά τους. Όχι άλλοι. Διαβάστε τι γράφει ο Ιερός Αυγουστίνος, για τη Μητέρα 
του, τη Μόνικα. Διαβάστε και διδαχθείτε. Διαβάστε και παραδειγματισθείτε. «..Ἡ θρησκευτική ἐκείνη ψυχή ἀπαλλάχθηκε ἀπό τό σῶμα της. Ἔκλεισα τά μάτια της. Τήν καρδιά μου 
τήν ἔσχισε ὀξύτατη ὀδύνη. Ἦταν ἕτοιμη νά ξεσπάσει σέ χείμαρρο δακρύων...»
. Έτσι να προπέμπετε και σεις τους γονείς σας. Σαν τον Ιερό Αυγουστίνο. Και μη παύσετε ποτέ να 
επισκέπτεστε συχνά το μνήμα τους. Ένα κερί, μια δέηση, τα περιμένουν πάντα οι γονείς σας. Δέηση για τις ψυχές τους. Έτσι, όπως ορίζει η Εκκλησία μας. Όταν στις 21 
Φεβρουαρίου 1913 έπεσαν τα Γιάννενα, ένας Ηπειρώτης νέος, που πολέμησε με τον Ελληνικό στρατό, για την απελευθέρωση της πόλεως, έτρεξε στο μνήμα του πατέρα του, 
έσκυψε, φίλησε τον τάφο και με δάκρυα φώναξε: «Πατέρα! Ξύπνα. Τα Γιάννενα είναι, επιτέλους, ελεύθερα».

Αγαπητά παιδιά,
Όσα έχετε ακόμη τους γονείς σας, δείξτε τους όλη σας την αγάπη. Τίποτε ας μη σταθεί ικανό να λιγοστέψει την αγάπη σας σ’ αυτούς. Τίποτε. Ούτε πράγμα. Ούτε αξίωμα. Ούτε 
εργασία. Ούτε πρόσωπο. Είπαμε, τίποτε. Τιμείστε τους με όποιο τρόπο τους ταιριάζει. Σεβαστείτε τους. Και όταν έλθει η ώρα, σεις να τους κλείσετε τα μάτια. Όσα, πάλι, παιδιά,
δεν έχετε πια τους γονείς σας, μη παύσετε να επισκέπτεστε το μνήμα τους. Σας περιμένουν. Και θα σας περιμένουν πάντα. Μέχρι που και σεις να βρεθείτε κοντά τους. Στην 
αιώνια χαρά του παραδείσου.
Ὀφείλομεν εἰς τούς γονεῖς τόσα, ὅσα δέν δυνάμεθα νά ἀποδώσωμεν ποτέ.


Αρχιμανδρίτης Γερβάσιος Ραπτόπουλους


_________________



Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, ἐργασάμενη φερώνυμε, τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν, εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, 
Παρασκευὴ Ἀθληφόρε· ὅθεν προχέεις ἰάματα, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.





Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Όταν ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης ανέβηκε στην κορυφή του Άθω, στο εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης

1659 - Όταν ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης ανέβηκε στην κορυφή του Άθω, στο εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης


Αλέξανδρος Μωραϊτίδης
Υπεράνω των νεφελών
Ἀπὸ τὸ «ὲ τοῦ βορρηᾶ τὰ κύματα» Ἀθῆναι , ἔκδ. Ι.Ν.Σιδέρης, 1927.


Ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως συνέπεσε νὰ εὑρίσκωμαι εἰς Κατουνάκια, ἕνα βραχῶδες ὁροπέδιον, ἐπάνω ἀπὸ τὸ Καροῦλι, τὸ περιβόητον ἀκρωτήριον τοῦ Ἄθωνος, εἰς τοὺς πρόποδας ἀκριβῶς τοῦ ἱεροῦ βουνοῦ, φιλοξενούμενος εἰς τὴν Καλύβην τοῦ γνωστοῦ ἐρημίτου Δανιὴλ τοῦ Σμυρναίου, γέροντος ἐκ τῶν μᾶλλον τιμωμένων ἐν Ἁγίῳ Ὄρει διὰ τὴν διάκρισιν αὐτοῦ καὶ τὸν ἀσκητικὸν βίον.
Τὰ Κατουνάκια εἶναι τὸ ἐρημικώτατον μέρος τοῦ Ἄθωνος, ἡ Ἔρημος, ὡς ἀποκαλεῖται κοινῶς, μακρὰν τῶν κέντρων καὶ τῶν συγκοινωνιῶν, ἔνθα ἀπεσύρθησαν οἰκοῦντες εἰς σπηλαιώδεις καλύβας, ταπεινὰ καὶ εὐτελῆ κελλία, οἱ ἡσυχασταί του Ἄθωνος, οἱ ποθοῦντες τὴν ἄκραν ἡσυχίαν, ἵνα ἀποκτήσωσι τὴν ἀπαιτούμενην ἀπὸ τῶν παθῶν κάθαρσιν, τὴν τόσο ὑμνουμένην ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, διδάσκοντος ἀξιωμάτικῶς: «ἡσυχία, ἀρχὴ καθάρσεως...»
Τὸ μέρος εἶνε εἰς ἄκρον ὑγιεινὸν διὰ τὴν ἁγνὴν δροσιὰν του, ἄλλην μὲν ἀναβαίνουσαν ἀπὸ τοῦ πελάγους, γεμάτην ἀπὸ ἰώδειον, ἄλλην δὲ καταβαίνουσαν ἀπὸ τῆς κορυφῆς τοῦ Ἄθωνος, γεμάτην ἀπὸ ἀπεσταγμένην κυριολεκτικῶς δροσιάν, κατερχομένην ἀπὸ τῶν αἰθερίων.
Τὴν πρωΐαν μετὰ τὴν Ὀρθρινὴν Ἀκολουθίαν καθὼς καὶ εἰς τὰ εὔμορφα δειλινά, ὁ γέρων Δανιὴλ μὲ τοὺς δύο ὑποτακτικούς του κατεγίνετο εἰς τὴν ζωγραφικήν, ἢ εἶχεν ἐπίσκέπτας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπέλιπον, ζητοῦντες τὰς συμβουλὰς του• ἐγὼ δὲ ρεμβάζων εἰς τὸ γαλήνιον ἐκεῖνο ὕψος ἔβλεπον καθ'ἑκάστην τὴν κορυφὴν τοῦ Ἄθωνος, ὅπου εἶνε κτισμένος ὁ ναΐσκος τῆς Μεταμορφώσεως, τὸν ὁποῖον ἔβλεπον ὡσὰν ἕνα μνημοῦρι μικρούτσικον.
—Ὅστις δὲν ηὐτύχησε νὰ ἀναβῇ εἰς τὸν Ἄθωνα, μοῦ ἔλεγε καμμιὰ φορὰ ὁ γέρων Δανιήλ, τὴν ἡμέραν τῆς Μεταμορφώσεως, νὰ συμπροσευχηθῇ μετὰ τῶν ἀσκητῶν καὶ ἐρημιτῶν ἐν μὲσῳ τῶν νεφῶν ὑπὸ τὰς ὀφιοειδεῖς ἀναλάμψεις τῶν ἀστραπῶν, πρηνὴς ὡς οἱ πρόκριτοι τῶν μαθητῶν, ἐν τῇ θείᾳ τοῦ Θαβωρίου λάμψει, μέσα εἰς τοὺς κρυεροὺς κρότους τῶν κεραυνῶν, δὲν δύναται νὰ ἀναπαραστήσῃ μὲ τὴν φαντασίαν του, πόσον ἄρρητον, πόσον ἀπερίγραπτον, πόσον ἐξαίσιον, πόσον οὐράνιον ὄντως, εἶνε τὸ θέαμα μιᾶς ἀγρυπνίας τελουμένης ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ Ἄθωνος, ἐν τῷ ναΐσκῳ τῆς θείας τοῦ Σωτῆρος Μεταμορφώσεως...
— «Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τὸ Ὄρος Κυρίου...» Μοῦ λέγει τὴν πρωΐαν τῆς παραμονῆς τῆς λαμπρᾶς πανηγύρεως, ἕνας γείτονάς μας ἐρημίτης, θὰ εὐχαριστηθῆς πολύ, πάρα πολύ. Νά, κύτταξε ἐκεῖ ἐπάνω.
Φαίνεται ὄντως ὁ ναΐσκος τῆς Μεταμορφώσεως. Εἶνε πανάρχαιος, χτισμένος ἐπάνω ἀκριβῶς εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ Ἄθωνος, ἐπὶ τῆς στακτερᾶς πέτρας. Φαίνεται ὡσὰν ἕνα σύννεφον ἀπὸ τὴν Λαύραν, σκοῦφος Ἅγιαννανίτικος ἀπὸ τῶν μακρυνωτέρων τῆς Χερσονήσου Μονῶν. Τὰ περὶ αὐτοῦ ἀδόμενα ὑπὸ τῶν μοναχῶν περιλάλητα, τὰ ὁποῖα ἀπίστευτα καθιστῶσιν αἱ ζωηραὶ διηγήσεις τῶν ὀλίγων τολμηρῶν, ὁποῦ ηὐτύχησαν νὰ ἀπολαύσουν τὴν ἀνέκφραστον αὐτὴν ἡδονήν, ὅλα τὰ μυθοπλαστούμενα ἐκεῖνα, ὅτι ὁ ναΐσκος εἶνε τόσον μικρὸς ὡσὰν τὸ φανάρι τῆς Τραπέζης τοῦ Ρωσικοῦ, ἐν ὧ φυλάσσονται τὰ ἀπομεινάρια τοῦ δείπνου, ὅτι αἱ εἰκόνες του εἶναι κατάμαυροι, ἀπὸ μπροῦντζον, ὅτι ὁ θόλος του εἶνε κατατρυπημένος ἀπὸ τοὺς κεραυνούς, καὶ ὅτὶ οἱ τοῖχοι καὶ τὸ δάπεδον κατακαυμένα ἀπὸ τὰς ἀστραπάς, καὶ ὅτὶ σῴζεται ἀκόμη ὁ σκελετὸς τοῦ δυστυχοῦς Διάκου, ὅστις ἐκεραυνώθη μίαν χρονιάν, κατὰ τὴν πανήγυριν, ἐμπρὸς εἰς τὴν Ἁγίαν Πύλην, ἐνῷ ἒλέγε τὰ Εἰρηνικά... ὅλαι αὐταὶ αἱ τρομεραὶ περιγραφαί, αἱ ὁποῖαι ποικίλλονται ἀναλόγως τῆς φαντασίας ἢ στωμυλίας τῶν αὐτοπτῶν γενομένων, ἢ παρ' ἄλλων αὐτοπτῶν ἀκουσάντων, θὰ ἴδῃ ὅτι εἶνε ἀληθιναὶ καὶ ὄντως ἱστορικαί, ὅταν ἀποφασίση κανείς, μίαν εὐδίαν τοῦ θέρους αὐγήν, ὅτε δὲν εἶνε κανεὶς κίνδυνος θυέλλης, ν' ἀναβῇ εἰς τὴν ὑπερνεφῆ αὐτὴν κορυφήν, ἥτις εἶνε τὸ θέατρον δύο ἀντιθέτων πραγμάτων, δύο ἐναντίων ὁράσεων καὶ θεαμάτων, κέντρον ἐξ ἑνὸς καὶ ὀμφαλὸς οὐρανίου ὄντως καλωσύνης καὶ εὐδίας ἄνω μιᾶς ἀπεράντου γαλανῆς ὀθόνης, ἁπλουμένης ἀπὸ Δαρδανελλίων μέχρι Σμύρνης καὶ Σάμου, καὶ ἐξ ἄλλου ὑπέροφρυ ἐργοστάσιον τερατουργῶν κεραυνῶν, ἐν θυέλλῃ καὶ ζόφῳ, ὡς ἐν Σιναὶῳ τὸ πάλαι, ὑπὸ τὰς λάμψεις τὰς ὑπερφιάλους τῶν ἀστραπῶν, ὅτε Ἄθως καὶ ναὸς καὶ προσκυνηταὶ ἀπόλλυνται εἰς τὰ νέφη μὲ ὅλον τὸν περίγειον κόσμον, στοιχεῖον ἒκφυλον, σπαραγμὸς τῶν ἄλλων τῆς Δημιουργίας λυσσαλέων στοιχείων ὅταν εἰς τὸ ἐλάχιστον τοῦ καιροῦ σκανδάλισμα ἔρχωνται ἀπὸ τὸν τετραπέρατον κόσμον αἱ νεφέλαις νὰ καθήσωσιν εἰς τὴν ἀγαπημένην των φωλεάν...
Ἡ κορυφὴ καὶ ὁ ναΐσκος τοῦ Ἄθωνος ἐξαρτῶνται ἀπὸ τῆς Μονῆς τῆς Λαύρας ὡς ἰδιοκτησία της ἀναφαίρετος, ἥτις ἀποστέλλει κατ' ἔτος τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς ἐφημέριον μετὰ διακόνου καὶ ψάλτου πρὸς ἐπιτέλεσίν της ἀγρυπνίας, τοὺς ὁποίους συνοδεύουν καὶ οἱ εὐάριθμοι ἐκεῖνοι προσκυνηταί, οἵτινες ἀψηφοῦντες τὸν κίνδυνον τοῦ κεραυνοῦ ἀναβαίνουσι νὰ ἑορτάσουν τὴν Μεταμόρφωσιν ὑψηλὰ ἐκεῖ, οἱ μὲν ἐξ ἁπλῆς περιεργείας ὁδοιπόρων, οἱ δὲ ἐξ εὐλαβείας, ἀββάδες ἐνάρετοι, ποθοῦντες νὰ ψαύσωσι σχεδόν, ἐκεῖ ἐπάνω, τὴν ὑπέρφωτον τοῦ Θαβωρίου δόξαν...
— Καὶ ὅσοι δὲν ἀναίβουν, μετανοοῦν, μοῦ ἐλεγεν ἕνα γεροντάκι εἰς τὰς Καρυάς, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς, καὶ ὅσοὶ ἀναίβουν, πάλιν μετανοοῦν.
Οἱ μὲν διότι δὲν ἠσθάνθησαν τὴν ἀπόλαυσιν τοῦ ἀρρήτου θεάματος, οἱ δὲ διότι τὴν ἔχασαν τόσον ὀγλήγορα.
Εἰς τὴν Κερασιάν, λοιπόν, συνεκεντρώθημεν οἱ εὐάριθμοι προσκυνηταὶ τὴν παραμονὴν τῆς ἁγίας ἡμέρας. Εἶνε δὲ ἡ Κερασιὰ κατάρρυτον καὶ χλοερὸν ὀροπέδιον εἰς τὴν ποδιὰν τοῦ Ἄθωνος, ἢ ἂν τὸν Ἄθωνα τὸν παραστήσης ὡς λευκογένειον καὶ λευκόμαλλον ἀσκητήν, σταυροπόδι καθήμενον, εἰς τοὺς κόλπους αὐτοῦ, ὅπου δύο μόνον τοῦ ἔτους ὧραι ὑπάρχουσιν, ἄνοιξις καὶ χειμών, καὶ ὅπου καὶ τὸν Ἰούλιον ἀκόμη ἀνθίζουσιν ἡ ἀγριαμπελιαίς, καὶ ἡ πόα πρασινίζει, πυκνὴ καὶ βαθεῖα, ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀνέρπει μὲ χάριν ὡς γλάστρα βασιλικοῦ, τὸ χιώτικο Κάθισμα τοῦ παπᾶ - Ἱεροθέου μὲ τοὺς τέσσαρας ὑποτακτικοὺς ἱερεῖς του, οἵτινες ὅλοι ἀλάδωτοι ἀκούονται, ὡς μὴ τρώγοντες οὐδέποτε, καὶ τὸ Πάσχα ἀκόμη, ἔλαιον, ἀντὶ δὲ κόκκινων αὐγῶν μεταχειριζόμενοι βρασταὶς πατάταις... Ἀφ' οὗ ἐσταθμεύσαμεν ὀλίγον εἰς τὸ οὐρανοκρέμαστρον Κάθισμα τοῦτο, μεγάλον ὡς μίαν μικρὰν Μονήν, πέριξ τοῦ ὁποίου εὐωδιάζουν τὰ καζανάκια, δι’ ὧν ἀποστάζουσιν ἐκ τῶν διαφόρων ἰαματικῶν βοτανῶν τὰ σπάνια ἁγιορείτικα μυρέλαια οἱ ἐδῶ κ' ἐκεῖ διαιτώμενοι ἀσκηταί, μέλισσαι ἱεραὶ ἐπάνω εἰς τῆς ἀρετῆς τὰ ἄνθη, ἠρχίσαμεν τὴν ἀνάβασιν εἰς τὸν Ἄθωνα. Ὅλοι φέρομεν κατ' ἀρχαίαν συνήθειαν ἀπὸ ἕνα ξύλον, χονδρὴν ράβδον, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ ἐπάνω διὰ τὴν νυκτερινὴν πυρὰν κατὰ τοῦ ψύχους. Μεταξύ μας ὑπάρχουν καί τινες νεαροὶ ρῶσοι μοναχοί, ἐνθουσιώδεις ἀνιχνευταὶ ὄχι τόσον τοῦ ὑπερφυσικοῦ μεγαλείου τοῦ θεάματος, οὐδὲ ἐξ εὐλαβείας μετεωριζόμενοι ἐκεῖ ἐπάνω, ὅσον ἐκ φιλαργυρίας ὠθούμενοι πρὸς τὴν ἐπικίνδυνον κορυφήν, νὰ συνάξουν ἀμάραντα τὰ εὔμορφα λευκοπόρφυρα τῆς πετρώδους κορυφῆς ὁποῦ ποτὲ δὲν μαραίνονται, ἀνθύλλια, τὰ ὁποῖα περιδένοντες εἰς μικρὰ μπουκετάκια ἀποστέλλουσιν εἰς Ρωσίαν, εὐσεβῆ ἀνάμνησιν τοῦ τόσον τιμωμένου ἐν τῇ ἀχανεῖ ὁμοδόξῳ χώρᾳ ἁγίου βουνοῦ.
Ὁ παπᾶ-Βίκτωρ, ἕνας παχὺς καὶ κοντὸς ἐφημέριος Λαυριώτης, πολὺν χρόνον διατρίψας εἰς τὸ Μετόχι τῆς Λαύρας ἐν Ὕδρᾳ, καὶ ἄρτι ἐπανελθὼν εἰς τὴν Μονήν του, εἶνε ὅλος χαρά, διότι μετὰ τόσον καιρὸν ἐν τῷ κόσμῳ ἠξιώθη πάλιν νὰ ἀπολαύσῃ τὴν ἐρημικὴν τῆς Μετανοίας του ἡσυχίαν, μηδὲν ἀποκομίσας ἐκ τῶν ἐγκοσμίων μεριμνῶν του ἤ ὀλίγα ἀρβανίτικα, τὰ ὁποῖα σπείρει ἐδῶ κ’ ἐκεῖ ὡς κουκκία μισιριώτικα, μικρὰ καὶ γλυκά, εἰς τοὺς ἀγόνους τῆς Κορυφῆς βράχους, πολὺ ὁμοιάζοντας πρὸς τὰς φαιὰς πέτρας τῆς ἐνδόξου νήσου, διαχέων οὕτω ἱκανὴν θυμηδίαν, εἰς τὴν εὐλαβῆ συνοδίαν μας, καὶ διαλύων πᾶσαν ὁμίχλην δειλίας ἀπὸ τῶν καρδιῶν μας, ὅταν μάλιστα προσαγορεύων ἀρβανίτικα τοὺς ρώσους λαμβάνῃ ρωσιστὶ τὰς ἀπαντήσεις.
Εἰσήλθομεν ἤδη, ἀναβαίνοντες, εἰς πυκνὸν δρυμὸν ἐκ δρυῶν καὶ καστανεῶν αἰωνοβίων, ὑπὸ τοὺς κλώνους τῶν ὁποίων αἰσθανόμεθα τὴν δρόσον τοῦ θέρους ὡς ἀναφρικίασιν χειμερινοῦ ψύχους, ἐν ὧ ἐξ ἄλλου κατάξηροι καὶ κατάμαυροι κορμοὶ ἐξ αὐτῶν δηλοποιοῦσιν ὅτι τόσον πλησίον μας ἐξερράγησάν ποτε κεραυνοί, οἵτινες ἀπηνθράκωσαν τὰ ὑπερήφανα δένδρα, τὰ ὁποῖα ὑπερηφάνως ἀκόμη, ὡς νὰ μὴ ἐπτοήθησαν ποτέ, ἀνατείνουσι τὸν ἄφυλλον καὶ μαῦρον κορμὸν των, μὲ δύο ξηροὺς κλώνους δεξιὰ καὶ ἀριστερά, οἵτινες ἀπέμειναν ὡς ἀπανθρακωθεῖσαι χεῖρες ἐρημίτου, κεραυνοβοληθέντος ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς προσευχῆς διὰ τὸν γαῦρον φαρισαϊσμόν του, ἴσως, ὅτε κατὰ τὰς θυελλώδεις ἰδίως νύκτας, ἀληθεῖς μάχαι γιγάντων καὶ τιτάνων συνάπτονται μέσα εἰς τὰς ἀνηλίους φάραγγας ἐκείνας. Καὶ ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Παναΐτσαν, Κάθισμα τῆς Λαύρας εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ δρόμου, ἐξεπεζεύσαμεν νὰ ἀναπαυθῶμεν ὀλίγον καὶ νὰ δειπνήσωμεν ἀπὸ τὴν τράπεζαν, τὴν ὁποίαν προφθάσας εἶχε προετοιμάσει ὁ Κελλάρης τῆς Λαύρας, πλουσιοπάροχον διὰ τοὺς προσκυνητάς.
— Χάνι-μίρ, εἶπεν ἀρβανίτικα προκαθίσας ὁ παπᾶ-Βίκτωρ, θαρρῶν ὅτι εὑρίσκεται ἐν Ὕδρᾳ ἀκόμη, ἐ-πίνι-μίρ! (φᾶτε καλὰ καὶ πιῆτε καλά) θωπεύων δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τὸν πυρρόχρουν πώγωνά του, καὶ προσφέρων εἰς ἡμᾶς ἄρτον καὶ ὕδωρ καὶ ὀπώρας διὰ τὴν νηστείαν τῆς παραμονῆς.
Ὅλων οἱ ὀφθαλμοί, ἐν ὧ ἐτρώγαμεν, ἦσαν ἐστραμμένοι πρὸς τὴν κορυφὴν διότι τὸν Αὔγουστον δὲν εἶνε σπάνιον πρᾶγμα ἡ ἀλλαγὴ τοῦ καιροῦ αἴφνης, ἡ δὲ καρδιά μας ἔτρεμεν ἀπὸ μέλλοντα φόβον, τὸν ὁποῖον εἰς μάτην προσεπάθει ν' ἀπομακρύνῃ ὁ καλὸς καὶ ἀγαθὸς λευίτης μὲ τὰ μονόλεξα ἀρβανίτικά του, ἐπαναλαμβάνων συχνά, διὰ τὴν ὄρεξιν:
— Χάνι-μίρ, ἐ-πίνι-μίρ!
Ἀποτεινόμενος δὲ πρὸς τὸν νεαρὸν ρῶσον Παλάμωνα, τὸν Προφητηλιάτην, τοῦ ὁποίου, ἀστειευόμενος, παρέφθειρε τὸ ὄνομα, ἐπὶ τὸ ὑδραϊκὸν τάχα, εἰς Μπαμπ-Λένο (θεία Ἑλένη) ὅπως ἐκαλεῖτο ἡ κανδηλανάπτρια τοῦ ὑδραϊκοῦ Μετοχίου, εἶπε γελῶν:
— Πίνι-μίρ, Μπάμπ-Λένο!
— Νού, Μπάμπ-Λένο!. διέκοψε πειραχθεὶς ὁ ρῶσος ἀσκητής. Σκουσένιε! Παλάμων! Καὶ ἐπανελάμβανε: Παλάμων! Παλάμων! Σκουσένιε!...
Μέχρι τῆς κορυφῆς ἦτο μιᾶς ὥρας περίπου ἀκόμη ἐπὶ τοῦ βράχου ὁδός. Ὁ καιρὸς ἦτο εὐδιώτατος, ἕν ἐκ τῶν σπανιωτάτων δειλινῶν, ἡ δὲ κορυφὴ τοῦ Ἄθωνος γελαστὴ ὡς ἡ κεφαλὴ τοῦ γέροντος πάππου ἐν τῇ εὐδαιμονίᾳ τῶν μικρῶν ἐγγόνων του, ἐχάνετο εἰς τὸν γαλανὸν ὁρίζοντα. Κάτω πρὸς τὴν βαραθρώδη ἀκτὴν κοιμώμενον τὸ Αἰγαῖον, ὡς κῆτος ξενερισμένον ἀπὸ τὴν ζέστην, ἥπλωνε τὴν οὐράν του ἀτάραχον πρὸς τὸν Ἀκράθω τὸν φοβερόν, τὸν ὁποῖον ἡδέως ἐθώπευε πρὸς μεγάλην χαρὰν τῶν ρώσων ἀσκητῶν ἐκεῖ, οἵτινες καταβάντες ἀπὸ τὸ βραχόσπιτον Καροῦλι, ὅπου ἀσκητεύουν εἰς μίαν κάτω σπηλαιάν, ἡτοίμαζον τὴν βαρκίτσαν των, ἡ ὁποία ὡς σαβουρόκοφα ἐκρέματο ὑψηλὰ ἀπὸ μίαν πέτραν, διὰ νὰ ψαρεύσουν μὲ δυναμίτιδα.
Ἡ γαλανή του Αἰγαίου σινδών, ἀπὸ τὸν πολὺν καύσωνα, εἰς ὁμίχλην μετεβάλλετο πέραν πρὸς τὴν Λῆμνον καὶ τὸν Ἅη-Στράτην, τὸ δὲ ἀτμόπλοιον τοῦ Κουρτζῆ, τὸ ὁποῖον τὴν ὥραν ἐκείνην κατέβαινεν ἀπὸ τὰ Δαρδανέλλια ὡς μαύρη πελαγίσια πάπια μᾶς ἐφαίνετο. Καὶ ἐπειδὴ ὁ γοερὸς χαιρετισμὸς διὰ τῆς μηχανῆς του δὲν θὰ ἔφθανεν ἕως ἐκεῖ ἐπάνω, οὐδὲ ἡ σημασία του ἦτο ὁρατὴ νὰ τὴν ἀναιβάζῃ καὶ καταιβάζη, ἐχαιρέτιζε μὲ καπνὸν κατάμαυρον, παρερχόμενον γιαλό-γιαλό...
Ἡ Παναΐτσα εἶνε ναΐσκος μετὰ τινων κελλίων, σταθμὸς διὰ νὰ ξαλλάζουν οἱ ὁδοιπόροι, καὶ νὰ διανυκτερεύουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν αὐγήν, ὅταν ἴδουν πλέον τὸν οὐρανὸν καθαρὸν καὶ ξάστερον, ἀναβαίνουν χωρὶς φόβον. Ὅλον τὸν χειμῶνα ἡ Παναΐτσα εἰνε σκεπασμένη ἀπὸ τὰς χιόνας, καὶ οὔτε φαίνεται.
Ἄλλοτε οἱ ἀγωγιάται ἄφινον ἐδῶ τοὺς ἡμιόνους των, καὶ οἱ προσκυνηταὶ πεζοὶ ἀνέβαινον τὴν ἄβατον πέτραν. Διότι ἀπὸ ἐκεῖ ἕνα μονοπάτι ἐπικίνδυνον πολὺ μόνον ὑπάρχει, ὅπου ἀπὸ ἕνας ἕνας προχωροῦν μετὰ φόβου καὶ τρόμου. Ἀλλ' ἐσχάτως δι' ἐξόδων του Ἰωακεὶμ ὁ Γ' κατέστησε βατὴν ἕως ἐπάνω τὴν ὁδόν, ὁποῦ ἀνέτως ἀλλ' οὐχὶ ἄνευ φόβου διὰ τὸ ἄναντες καὶ ὀλισθηρὸν τοῦ βράχου, ἀνέρχονται οἱ προσκυνηταί. Φαντασθῆτε μίαν τεφράν, ξηρὰν καὶ ἄθαμνον κωνικὴν πέτραν, βασιζομένην ἐπὶ τῆς Παναΐτσας. Ἡ κορυφὴ τῆς πέτρας αὐτῆς, εἶνε τοῦ Ἄθωνος ἡ κορυφή.
Νὶ-ρὲ-σόχ! Ἕνα σύννεφο! ἀνεκραύγασεν ὁ παπᾶ-Βίκτωρ αἴφνης ἐπτοημένος, ὅτε ἐξεκινήσαμεν μετὰ τὴν ξηροφαγίαν, διὰ τὴν κορυφήν.
Τρόμος ἐνέπεσε πάραυτα εἰς πάντας, φοβηθέντας θύελλαν.
— Ἆ! Μπάμπ-Λένο! Σκουσένιε! ὑπέλαβε τότε γελῶν ὁ Λευΐτης ἀρβανίτικα καὶ ρωσικὰ ἀναμίξας, ὅστις ἠστεΐζετο ὄχι τόσον διὰ νὰ ἐνθαρρύνῃ τοὺς ἄλλους, ὅσον διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὸν ἑαυτόν του, ξεσυνειθίσας τὸν τραχὺν καὶ ἄβατον Ἄθωνα ἀπὸ τὴν έν τῷ κόσμῳ μαλθακὴν διατριβήν.
— Νού, Μπάμπ-Λένο! διέκοψε πάλιν ὁ Παλάμων ἐπαναλαμβάνων μετ' ἐπιμονῆς:
— Παλάμων, Σκουσένιε! Παλάμων, Σκουσένιε!...
Ἐφθάσαμεν εἰς τὴν κορυφὴν τέλος μὲ τὴν ὥραν μας. Ὁ παπᾶ-Βίκτωρ ἔβαλεν εὐλογητὸν ἀμέσως, γοργά-γοργά, ἡμεῖς δ’ οἱ ἄλλοι σωρεύσαντες. τὰς ράβδους μας ἠνάψαμεν πυράν, διότι τὸ ψῦχος ἦτο ἐπαισθητὸν ἐκεῖ ἐπάνω. Κ' ἐν ὧ οἱ ψάλται ἐψαλλον τὰ «Ἀνοιξαντάρια», ὁ Παλάμων ἑτοιμάσας τὸ τσαγερό του ἔθεσεν εἰς τὴν πυρὰν συμμαζευόμενος μέσα εἰς τὸ πλατὺ ράσον του καὶ ψιθυρίζων:
— Κρύο, σφηνιά! Ἀτόνα, κρύο πολύ! Ὁ ναΐσκος τῆς Μεταμορφώσεως εἶνε μικρός, μόλις δυνάμενος νὰ περιλάβη δεκάδα προσκυνητῶν, οἵτινες διανυκτερεύουσιν ἐν ὑπαίθρῳ, ἐν τῇ λειανθείσῃ πέτρᾳ, ὅπου ἠμποροῦν νὰ χωρέσουν, ἕως διακόσιοι ἄνθρωποι.
Ἡ ἀγρυπνία ἔπροχώρει γοργὰ πάντοτε, ὥστε ὄρθρου βαθέος εἶχεν ἀρχίσει ἡ Λειτουργία διὰ τὸν φόβον πάντοτε τῆς μεταβολῆς τοῦ καιροῦ, τὸν ὁποῖον κίνδυνον ζωηρῶς ἐξεικόνιζον αἱ μαυρισμέναι μπρούντζιναι εἰκόνες καὶ αἱ σχισμάδες τοῦ ναΐσκου, οὗ ὁ θόλος καὶ οἱ τοῖχοι κατατρυπημένοι φαίνονται. Ἀνέκφραστον ὅμως καὶ ἀπερίγραπτον ἦτο τὸ θέαμα τὰ μεσάνυκτα, ὅτε ψαλλομένης τῆς Λιτῆς ἐφωτίσθη ἡ κορυφὴ ἐκείνη ἡ πέτρινος ἀπὸ τὰς λαμπάδας τῶν μοναχῶν καὶ ἡμῶν τῶν ἄλλων.
Ἐθαρροῦμεν ὅτι ἐπὶ φωτεινῆς νεφέλης, ὡς ἐπὶ ἀεροστάτου καίοντος, ἤρθημεν ἐκεῖ ἐπάνω, ὁπόθεν ὡς μαῦρον μέγα θωρηκτὸν ἀπέραντον ἐφαίνετο ὅλη ἡ Χερσόνησος μὲ τὰ φαναράκια τῶν κοιτώνων καὶ τοὺς φανοὺς τοῦ πλοῦ, ὡς ὡμοίαζον τὰ φῶτα τῶν ἀσκητηρίων τῶν ἀγρυπνούντων μοναχῶν τὴν ἱερὰν αὐτὴν τῆς Μεταμορφώσεως νύκτα, καὶ οἱ πυρσοὶ τῶν μονῶν• ἡμεῖς δὲ εἴχομεν ἀνέλθει εἰς τὸ κορζέτο ὡς μοὶ ἐφαίνετο, τοῦ τεραστίου ἱστοῦ. Ὅτε δὲ ὁ παπᾶ-Βίκτωρ βαστάζων τὴν μπρούντζινην εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως ἐξῆλθε λιτανεύων καὶ ψάλλων μὲ τὴν πανηγυρικὴν φωνήν του:
«Τὸ ἄσχετόν τῆς σῆς φωτοχυσίας θεασάμενοι τῶν Ἀποστόλων οἱ πρόκριτοι ἐπὶ τοῦ ὄρους τῆς Μεταμορφώσεώς σου, Ἄναρχε Χριστέ, τὴν θείαν ἠλλοιώθησαν ἔκστασιν...», ὢ τότε ἐκστατικῶς ἠλλοιώθημεν ὅλοι, ἐπὶ τῆς ἀπροσίτου ἐκείνης κορυφῆς, καὶ πρηνεῖς ὅλοι κατεπέσαμεν ἐπὶ τοῦ πετρίνου ἐδάφους, ζωντανὴν παριστάνοντες τὴν εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως, ἀνελθόντες ἄλλους, καὶ ἄλλους τόσους ἀκόμη πόδας ὑψηλότερά του Ἄθωνος διὰ τῆς ἐπαρθείσης ἡμῶν φαντασίας, καὶ προσεγγίζοντες ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀνεκλάλητος καὶ ἀνέσπερος φωτοχυσία, δι' ἥν οἱ μάρτυρες ἔχυνον τὸ αἷμα των, καὶ οἱ ὅσιοι ἐκακουχοῦντο ἐξαϋλοῦντες διὰ τῶν ἀλγηδόνων τὴν γηΐνην σάρκα. Τὸ δέος τὸ ἀπὸ τῆς αἰφνίδιας μεταλλαγῆς τοῦ καιροῦ συνέχον τὰς καρδίας πάντοτε ὅλων μας καθίστα συγκινητικωτέραν τὴν ἱερὰν σκηνογραφίαν, τὴν ἔλλαμψιν δὲ τῆς χαρᾶς ὡς μισθὸν τοῦ τόσου κόπου ἀπελαύσαμεν, ὅτε γοργὰ-γοργὰ ἐτελείωσε καὶ ἡ θεία Λειτουργία ἐν χαρμοσὺνῳ εὐδίᾳ, καὶ παρέστημεν τότε ἐνώπιον ὑπερτάτου θεάματος, τοῦ ὁποίου τὸ μεγαλεῖον ἀδύνατον νὰ μεταδοθῇ εἴτε διὰ λόγου εἴτε διὰ περιγραφῶν. Ὅλη ἡ Χερσόνησος ἐκτείνεται ἤδη ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν μακρὰ καὶ στενή. Ἐνώπιόν μας ἔχομεν τὰς ἀκτὰς καὶ τοὺς ὅρμους της, αἱ δὲ Μοναὶ καὶ αἱ Σκῆται καὶ αἱ Καλύβαι ὅλαι ἐν γραφικωτάτῃ εἰκόνι παρίστανται ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας.
Καὶ ἐν ὧ ὡς φωλεὰς μόλις διακρίνομεν τὰ παμμέγιστα τοῦ Ρωσικοῦ κτίρια, πέραν ἐκεῖ ἀσημένιοι ὄφεις ἑλίσσονται μαρμαίροντες εἰς τὰς πρώτας τῆς ἡμέρας ἀνταύγειας, τῆς Μακεδονίας οἱ ποταμοί. Καὶ ἰδοὺ καταγάλανος ἀνοίγεται ἐδῶ ὁ Ἑλλήσποντος, ἐν ὧ ἐκεῖθεν νῆσοι καὶ ἀκταὶ ἔρχονται νὰ ἐπακκουμβήσωσι κάτω εἰς τὴν ποδιὰν τοῦ Ἄθωνος, ὅστις ἀπαστράπτει μὲ τὸ εὔδιον πρόσωπόν του. Πολλοὶ διατείνονται ὅτι μὲ τὰς διόπτρας δύνανται νὰ διακρίνουν καὶ τὸ Ἑπταπύργιον ἀκόμη τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τοὺς μιναρέδες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Οἱ ἀναβάντες ἀσκηταὶ φαιδροὶ ὑπὸ τῆς θείας χάριτος, φαιδροὶ καὶ ἀπὸ τῆς γαλανῆς ἡμέρας ἔσπευδον νὰ κατέλθουν ἀμέσως εἰς τὴν Παναΐτσαν, ὅπου ὁ Κελλάρης θὰ εἶχε σήμερον πλουσιωτάτην τράπεζαν ἐκ καλῶν ἰχθύων, ὀρφῶν καὶ συναγρίδων, ἀλλ' ἡμεῖς ἐμείναμεν μέχρι τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου, ἵνα ἀπολαύσωμεν ἔτι μᾶλλον τὸ ἀχόρταστον πανόραμα μιᾶς ὑπερνεφοῦς κυριαρχίας ἐκεῖ ἐπάνω, ὅπου ὁ ἥλιος μᾶς ἐφάνη ὅτι ἀνέτελλεν ὑπὸ τὸ ὑποπόδιόν μας, καὶ ὅπου ἔξαλλοι μετ' ὀλίγον εἴδομεν νὰ σχηματισθῶσιν ἀπὸ τοῦ καύσωνος νεφέλαι πολὺ κάτω τῆς κορυφῆς, καλύψασαι τὴν Παναΐτσαν καὶ τὰς ἄλλας Μονάς, τοῦ Διονυσίου καὶ Ἁγίου Παύλου, ὅτε ἠσθάνθημεν πραγματικὴν ἔξαρσιν, ἀπὸ τῶν γηΐνῶν ὑπεραρθέντες αἴφνης ὑπεράνω τῶν νεφελῶν.
Καὶ ὅτε πλέον ἐβεβαιώθημεν περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς εὐδίας, ἥτις ἀκτινοβολεῖ γύρω μας ὡς ἀδαμάντινον βασιλίσσης στέμμα, λαμποκοποῦν εἰς τὰς πρώτας τοῦ ἡλίου μαρμαρυγάς, τότε ἠδυνήθημεν, ἀφ' οὗ ἐθαυμάσαμεν τὰ μακράν, νὰ παρατηρήσωμεν καὶ τὰ ἐγγύς. Καὶ εἴδομεν τότε φοβερὸν θέαμα, τοὺς βράχους τότε σχισμένους καὶ καυμένους ἀπὸ τοὺς κεραυνούς, καὶ ἀνεπαρεστήσαμεν οὐχὶ ἄνευ φόβου τὴν λυσσαλέαν τῶν στοιχείων πάλην ἐν ὥρᾳ θυέλλης, ὅτὲ ὀδυνηρῶς κροτοῦσι καὶ κατακροταλίζουσιν ἀπὸ τὰ ἀστροπελέκια αἱ πέτραι, ὡς κροταλίζουσι τὰ πεῦκα ἐν ταῖς πυρκαϊαῖς ὡς μ' ἔμψυχον οἱμωγήν. Καὶ ὁ μὲν ἰδικός μας Διάκος καὶ ἡμεῖς ὅλοι ἐσώθημεν, ἀλλὰ μέσα εἰς τὰς παρακειμένας ἐκεῖ χαράδρας ἔλαμπον φεῦ! τὰ ὀστᾶ ἀνθρωπίνων σκελετῶν, ἄθαπτα καὶ ἀδιάβαστα μέσα εἰς ἀποκρήμνους χαράδρας ὀστᾶ κεραυνοβοληθέντων προσκυνητῶν καὶ ἄλλα πάλιν, Ρώσων αὐτά, οἵτινες δρέποντες τὰ ἀμάραντα ὠλίσθησαν μέσα εἰς τοὺς ἀνηλίους ἐκείνους βράχους, ζωντανοὶ ταφέντες εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα.
Ὅμως ὅλας αὐτὰς τὰς θλιβερὰς εἰκόνας ἀπέσβεσε μετ’ ὀλίγον, πρὸς ὥραν, ὁ Κελλάρης τῆς Λαύρας μὲ ἕνα λαμπρὸν ὀψάρινον γεῦμα εἰς τὴν Παναΐτσαν, ὅτε ὁ παπᾶ-Βίκτωρ προκαθήμενος, καὶ θωπεύων δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τὸν πυρρόχρουν πώγωνά του, κοντὸς καὶ παχὺς πάντοτε, ὡς ἦτο εἰς τὸ Μετόχι τῆς Ὕδρας, καλὸς καὶ ἀγαθὸς πάντοτε, γελαστὸς καὶ γαλήνιος ὑπὸ αἰωνίαν εὐδίαν, ἐπὶ τῶν ἀθάμνων τοῦ Ἄθωνος βράχων, μὴ δυνάμενος νὰ ξεχάσῃ τὴν τεφρὰν τοῦ Σκυλαίου νῆσον, καὶ θαρρῶν ὅτι ἐκεῖ ἀκόμη, εἰς τὸ Μετόχι τῆς Ὕδρας, μεταξὺ ὑδραίων εὑρίσκεται, ἐπανελάμβανε καταχαρούμενος διὰ τὴν λαμπρὰν πανήγυριν, ὅπου ἔκαμε πάλιν εἰς τὸν Ἄθωνα ὕστερον ἀπὸ τόσα ἔτη:
— Χάνι-μίρ, ἐ-πίνι-μίρ! (Φᾶτε καλὰ καὶ πιέτε καλά!)
Ὅτε δὲ ἀκριβῶς μόλις ἐμοιράσαμεν τὸν πρῶτον παμμέγιστον ὀρφὸν τότε ἐφάνη καὶ ὁ ἀγαθὸς Παλάμων, βρεγμένος ἀπὸ τὸν ἰδρώτα, ὡς ἐὰν ἔπεσεν εἰς τὴν θάλασσαν, βαστάζων τὸ δισάκκιόν του τὸ ἀσκητικὸν γεμᾶτον ἀμάραντα, κι’ ἔλεγε πλήρης χαρᾶς ὁ Ρῶσος Προφητηλιάτης:
— Ἀμάραντα Ἄθωνα!
Χωρὶς νὰ θέλη ἐξυμνῶν οὕτω τὸν γηραιὸν Ἄθωνα, ὅστις ἀμάραντος τῷ ὄντι καὶ ἀγήρως θὰ μένῃ ἐκεῖ εἰς αἰῶνας αἰώνων, φύλαξ τῆς πίστεως καὶ προασπιστὴς τῆς πατρίου Χώρας...
— Χίνι-μίρ, Μπάμπ-Λένο! τὸν προσεφώνησεν ἀμέσως μειδιῶν ὁ παπᾶ-Βίκτωρ, καὶ καλῶν εἰς τὸ ἁγιορείτικον καί, ἂν θέλετε, Λαυριώτικον ἐκεῖνο πάμπλουτον γεῦμα.

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Πατήρ Γερβάσιος Ραπτόπουλος, ο «Άγγελος των φυλακισμένων»

[istologio.org] Το ζωντανό ιστολόγιο


Posted: 12 Jun 2013 11:00 PM PDT

Αρχιμανδρίτης Γερβάσιος Ραπτόπουλος Ιεροκήρυκας εδώ και 36 χρόνια. Έχει επισκεφθεί φυλακές σε 90 χώρες. Έχει αποφυλακίσει 15.500 άπορους κρατουμένους, δίνοντας 4,4 εκατομμύρια ευρώ. Χρήματα που προήλθαν από προσφορές ανθρώπων που γνωρίζουν το έργο του…
Τον Οκτώβριο του 2012 προτάθηκε για το Νόμπελ Ειρήνης από τη Νορβηγική Ακαδημία. Δίκαια τον αποκαλούν «Άγγελο των φυλακισμένων».
Όταν ακούς τον πατέρα Γερβάσιο, δεν καταλαβαίνεις την ηλικία του. Είναι 83 ετών. Γεννήθηκε στον Αιμιλιανό Γρεβενών το 1931. Και όμως, όταν μιλάει για τους φυλακισμένους, για τους ανθρώπους που βοηθά να αποκτήσουν και πάλι την ελευθερία τους και να ακολουθήσουν το δρόμο του Θεού, νομίζεις ότι ξανανοιώνει.
Η χάρη του Θεού είναι αυτή που του δίνει τη δύναμη να ταξιδεύει από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη, εξηγεί, μιλώντας στο dogma.gr : «Έχω τέτοια όρεξη, τέτοια αγάπη, τέτοιο μεράκι, που αν μου πείτε τώρα να φύγω για την Ιρλανδία, να φύγω για την Αλάσκα, έφυγα αμέσως. Εάν μου πείτε για φυλακή έγινα πουλί και πέταξα».
Το έργο του ξεκίνησε στις 5 Μαρτίου του 1978, όταν υπηρετούσε στην Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Την Κυριακή των Αποκρεών. Είναι η Κυριακή που διαβάζεται στη Θεία Λειτουργία η Ευαγγελική περικοπή της κρίσεως : «εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με». Αυτή η φράση τον ενέπνευσε να ασχοληθεί με τους ανθρώπους, που για μικροαπάτες, κυρίως, βρίσκονται στη φυλακή και δεν έχουν τη δυνατότητα να εξαγοράσουν την ποινή τους.
Η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ανεπίσημα, τότε, ως «Ημέρα του Φυλακισμένου» και αργότερα ως «Διακονία Αποφυλακίσεως Απόρων Κρατουμένων».
Το όνομά του είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο. Η ζωή του είναι ένα συνεχές ταξίδι. Από τη μία φυλακή στην άλλη. Όσο μακρυά και αν είναι, εάν κάποιος άνθρωπος χρειαστεί τη βοήθειά του, θα πάει να τον βρει. Χωρίς να κοιτάξει χρώμα, φυλή ή θρησκεία.
Μπορεί να μην ξέρει τη γλώσσα τους μας είπε, ξέρει όμως να ακούει τη φωνή τους. Όπου και αν βρέθηκε, τον δέχθηκαν με σεβασμό και αγάπη. Κάποιοι τον κοιτούσαν με περιέργεια. Δεν είχαν ξαναδεί από κοντά χριστιανό ορθόδοξο κληρικό.
Όταν μάλιστα, σε μια φυλακή της Νέας Ζηλανδίας, τον υποδέχθηκαν ιθαγενείς Μαορί, εξεπλάγην, όταν τον χαιρέτησαν με τον παραδοσιακό τρόπο, ακουμπώντας τη μύτη τους στη δική του.
Έχει μάθει να σέβεται τους ανθρώπους, τις παραδόσεις τους, να ακούει τα προβλήματά τους, και όπως μπορεί να βοηθάει και να μεταφέρει το μήνυμα αγάπης του Ιησού.
Σε αυτούς που αναρωτιούνται, γιατί δίνει τόσα χρήματα σε αυτούς που έχουν φυλακισθεί και όχι σε ανθρώπους που τα έχουν ανάγκη και δεν έχουν υποπέσει σε κάποιο αδίκημα, απαντά ότι το έργο του είναι ιεραποστολικό. Δουλειά του είναι να είναι κοντά στους αμαρτωλούς, για να τους φέρει στον ίσιο δρόμο.
Όπως ο γιατρός, θα ασχοληθεί με τον ασθενή που είναι πιο βαριά άρρωστος, έτσι και αυτός ασχολείται με τους αμαρτωλούς που έχουν τη διάθεση να μετανοήσουν ειλικρινά.
Click here to view the embedded video.

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Η καλλιέργεια της καρδιάς Νοεμβρίου 11, 2008

Η καλλιέργεια της καρδιάς Νοεμβρίου 11, 2008

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , trackback
Καλλιέργεια καρδιάς
- Το φαίνεσθαι και το είναι του εαυτού μας
- Πως θα μαλακώσει η πέτρινη καρδιά μας
- Διχασμός λόγων και έργων
- Η καλλιέργεια της καρδιάς και ο σταυρός
- Πως να προσευχόμαστε στον Θεό
- Η ανάπηρη αγάπη και η ελευθερία του Θεού
- Η καθαρή εξομολόγηση
- Η σημασία της συγχώρεσης
- Η πρακτική Ορθόδοξη θεραπευτική των παθών
[coolplayer width="420" height="60" autoplay="0" loop="0" charset="UTF-8" download="1" mediatype=""]
π. Μωυσής Αγιορείτης – Η καλλιέργεια της καρδιάς
[/coolplayer]
Ομιλία του π. Μωυσή Αγιορείτη στην Χριστιανική Στέγη Πατρών στις 10 Νοεμβρίου 2008 στα πλαίσια των Πρωτοκλητείων 2008. Η φωτογραφία από τον Allis’ Dad.

Από την κοσμική ευτυχία βγαίνει το κοσμικό άγχος

Από την κοσμική ευτυχία βγαίνει το κοσμικό άγχος
Posted: 24 Apr 2013 04:15 AM PDT
The Sea is my Home
Όσο απομακρύνονται οι άνθρωποι από την φυσική ζωή, την απλή, και προχωρούν στην πολυτέλεια, τόσο αυξάνει και το ανθρώπινο άγχος. Και όσο απομακρύνονται από τον Θεό, επόμενο είναι να μη βρίσκουν πουθενά ανάπαυση. Γι’ αυτό γυρίζουν ανήσυχοι ακόμη και γύρω από το φεγγάρι -σαν το λουρί της μηχανής γύρω από την τρελλή ρόδα-, γιατί ολόκληρος ο πλανήτης μας δεν χωράει την πολλή τους ανησυχία.
Από την κοσμική καλοπέραση, από την κοσμική ευτυχία, βγαίνει το κοσμικό άγχος. Η εξωτερική μόρφωση με το άγχος οδηγεί καθημερινώς εκατοντάδες ανθρώπων (ακόμη και μικρά παιδιά με άγχος) στις ψυχαναλύσεις και στους ψυχιάτρους και κτίζει συνεχώς Ψυχιατρεία και μετεκπαιδεύει ψυχιάτρους, ενώ πολλοί ψυχίατροι ούτε Θεό πιστεύουν ούτε ψυχή παραδέχονται. Επομένως, πώς είναι δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι να βοηθήσουν ψυχές, αφού και οι ίδιοι είναι γεμάτοι από άγχος; Πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος να παρηγορηθή αληθινά, αν δεν πιστέψη στον Θεό και στην αληθινή ζωή, την μετά θάνατον, την αιώνια; Όταν συλλάβη ο άνθρωπος το βαθύτερο νόημα της ζωής της αληθινής, τότε φεύγει όλο το άγχος του και έρχεται η θεία παρηγοριά, και θεραπεύεται. Αν πήγαινε κανείς στο Ψυχιατρείο και διάβαζε στους ασθενείς τον Αββά Ισαάκ, θα γίνονταν καλά όσοι πιστεύουν στον Θεό, γιατί θα γνώριζαν το βαθύτερο νόημα της ζωής.
Πάνε να ηρεμήσουν οι άνθρωποι είτε με ηρεμιστικά είτε με θεωρίες γιόγκα, και την πραγματική ηρεμία, που έρχεται, όταν ταπεινωθή ο άνθρωπος, δεν την επιδιώκουν, για να έρθη η θεία παρηγοριά μέσα τους. Και οι διάφοροι τουρίστες, που έρχονται από ξένες χώρες και περπατούν στους δρόμους, μέσα στον ήλιο, στην ζέστη, μέσα στην σκόνη, μέσα σε τόση φασαρία, σκέψου πόσο υποφέρουν! Τι ζόρισμα, τι σφίξιμο εσωτερικό έχουν, ώστε το σκάσιμο αυτό το εξωτερικό το θεωρούν ανάσα! Πόσο τους διώχνει ο εαυτός τους, που θεωρούν ανάπαυση όλη αυτήν την ταλαιπωρία!
Όταν δούμε άνθρωπο με μεγάλο άγχος, στενοχώρια και λύπη, ενώ τα έχει όλα -τίποτε δεν του λείπει-, πρέπει να γνωρίζουμε ότι του λείπει ο Θεός. Τελικά, οι άνθρωποι βασανίζονται και από τον πλούτο, γιατί τα υλικά αγαθά δεν τους γεμίζουν, είναι διπλό βάσανο. Ξέρω ανθρώπους πλούσιους, που τα έχουν όλα, δεν έχουν και παιδιά και βασανίζονται. Βαριούνται που κοιμούνται, βαριούνται να περπατήσουν, βασανίζονται από όλα. “Εντάξει, αφού έχεις ελεύθερο χρόνο, λέω σε κάποιον, κάνε πνευματικά. Διάβασε μια Ώρα, διάβασε λίγο από το Ευαγγέλιο”. “Δεν μπορώ”, λέει. “Κάνε ένα καλό, πήγαινε σε κανένα νοσοκομείο και δες κανέναν άρρωστο”. “Πού να πάω ως εκεί, σου λέει, και τι θα βγη;” “Πήγαινε να βοηθήσης κανέναν φτωχό στην γειτονιά σου”. “Όχι, δεν μ’ ευχαριστεί, λέει, ούτε αυτό”. Να έχη ελεύθερο χρόνο, να έχη ένα σωρό σπίτια, να έχη όλα τα καλά, και να βασανίζεται! Ξέρετε πόσοι τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν; Και βασανίζονται, μέχρι να τους στρίψη το μυαλό. Φοβερό! Και αν τυχόν δεν δουλεύουν, αλλά μόνον από τις περιουσίες έχουν εισοδήματα, είναι οι πιο βασανισμένοι άνθρωποι. Ενώ, αν έχουν τουλάχιστον μια δουλειά, είναι καλύτερα.
Πηγή: Γέροντας Παΐσιος