Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος ΝΗ΄: Περί της βλάβης του ζηλού του μωρού του ως εν προσώπω του Θεού, περί τε της βοήθειας της εκ της πραότητος και άλλων τρόπων.

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος ΝΗ΄: Περί της βλάβης του ζηλού του μωρού του ως εν προσώπω του Θεού, περί τε της βοήθειας της εκ της πραότητος και άλλων τρόπων.

Μπορείτε να βρείτε ολόκληρο το βιβλίο εδώ : Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά.
Όσιος Ισαάκ ο Σύρος
Ασκητικά
Λόγος ΝΗ΄: Περί της βλάβης του ζηλού του μωρού του ως εν προσώπω του Θεού, περί τε της βοήθειας της εκ της πραότητος και άλλων τρόπων.
Άνθρωπος ζηλωτής ουδέποτε φθάνει την ειρήνην της διανοίας, ο δε αλλότριος της ειρήνης, αλλότριος εστί της χαράς. Εάν γαρ λέγηται η ειρήνη της διανοίας υγεία τελεία, ο δε ζήλος ενάντιος της ειρήνης, λοιπόν νόσον μεγάλην νοσεί ο έχων ζήλον πονηρόν. Ω άνθρωπε, ο εξ εναντίας των αλλοτρίων νοσημάτων δοκών εκφέρειν τον ζήλον σου,

την υγείαν της ψυχής σου εδίωξας. Προς υγείαν ούν της ψυχής σου φιλοπόνησον. Εάν δε τους ασθενείς επιθυμείς θεραπεύσαι, γνώθι ότι οι άρρωστοι επιμελείας χρήζουσι μάλλον ή του επιτιμίου. Πάλιν επειδάν άλλοις συ ου βοηθής, σεαυτόν εις μεγάλην νόσον εμβάλλεις οδυνηρώς. Ουκ εκ των ειδών της σοφίας ψηφίζεται ο ζήλος εν ανθρώποις, άλλ’ εκ των νοσημάτων της ψυχής, όπερ εστί στένωσις φρονήματος και πολλή άγνοια.
Αρχή σοφίας Θεού επιείκεια και πραότης, ήτις εκ μεγάλης ψυχής γίνεται και βαστάζει τάς ασθενείας των ανθρώ­πων. «Ημείς», γαρ φησίν, «οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζετε», και τον πταίοντα «διορθώσασθε εν πνεύματι πραότητος». Εκ των καρπών του Πνεύματος του αγίου αριθμεί ο Απόστολος την ειρήνην και την υπομονήν.
Καρδία πεπληρωμένη λύπης υπέρ της ασθενείας και αδυναμίας της υπέρ των σωματικών πράξεων των φανερών αναπληροί τον τόπον πάντων των σωματικών έργων. Αι πρά­ξεις του σώματος εκτός της λύπης της διανοίας, ώσπερ σώμα άψυχον εστίν. Ό τη καρδία περίλυπος και ταίς αισθήσεσιν αυτού απολελυμένος, ώσπερ άρρωστος εστίν, ο πονών σωματικώς και το στόμα αυτού λελυμένον έχων εις πάν βρώμα βλάπτον αυτόν. Ό τη καρδία περίλυπος και ταίς αισθήσεσιν αυτού λελυμένος, ως άνθρωπος εστίν έχων μονογενη υίόν και θύων αυτόν ταίς χερσίν αυτού κατά μικρόν και μικρόν. Η λύπη της διανοίας δόσις τίμια παρά τω Θεώ, και ο βαστάζων αυτήν κα­θώς πρέπει, ώσπερ άνθρωπος εστί βαστάζων εν τοις μέλεσιν αυτού αγιότητα. Άνθρωπος ο απολύσας την γλώσσαν αυτού κατά των ανθρώπων, εν αγαθοίς η κακοίς πράγμασιν, ουκ εστίν άξιος της χάριτος ταύτης. Μετάνοια μετά συντυχιών πί­θος τετριμμένος. Φιλοτιμία μετά κολαφισμών μάχαιρα βεβαμμένη εν μέλιτι.
Σωφροσύνη και ομιλία μετά γυναικός ως λέαινα μετά προβάτου εν οίκω ενί. Έργα μετά ανελεημοσύνης ενώπιον του Θεού, ως άνθρωπος θύων υιόν ενώπιον του πατρός αυτού. Ό τη ψυχή ασθενών, και διορθούμενος τους εταίρους αυτού, ώσπερ άνθρωπος εστί τυφλός τοις οφθαλμοίς και δεικνύων άλλοις την οδόν.
Η ελεημοσύνη και η δικαιοκρισία εν μιά ψυχή, ως άνθρωπος προσκυνών τω Θεώ και τοις ειδώλοις εν ενί οίκω. Η ελεημοσύνη εναντία εστί τη δικαιοκρισία. Η δικαιοκρισία εστίν ισότης του μέτρου του ίσου εκάστω γαρ ως εστίν άξιον δίδωσι, και ουκ εκκλίνει εις εν μέρος ή προσωποληπτεί εν ανταποδώ­σει. Η ελεημοσύνη δε λύπη εστί κινούμενη εκ της χάριτος και τοις πάσιν εκκλίνει συμπαθώς, και τον άξιον της κακώσεως ουκ ανταποδίδοι και τον άξιον του αγαθού υπερεμπιπλά αυτόν. Και εάν αύτη εκ του μέρους της δικαιοσύνης εστί, λοιπόν εκείνη εκ του μέρους της κακίας. Ώσπερ χόρτος και πυρ ούχ υπομένουσιν εν ενί οίκω, ούτως ουδέ η δικαιοκρισία και η ελεημοσύνη εν μια ψυχή. Ώσπερ ου συσταθμίζεται κόκκος ψάμμου προς βάρος πολύ χρυσίου, ούτως η χρεία της δικαιοκρισίας του Θεού ου συσταθμίζεται προς ομοίωσιν της ελεημοσύνης αυτού.
Ώσπερ δράξ ψάμμου πίπτουσα εις μεγάλην θάλασσαν, ούτω τα πταίσματα πάσης σαρκός προς ομοίωσιν της προνοίας και του ελέους του Θεού. Και ώσπερ ου φράττεται πηγή πηγάζουσα πλουσίως εις δράκα χοός, ούτως ου νικάται η ελεημοσύνη του δημιουργού υπό της κακίας των κτισμάτων. Ώσπερ τις σπείρων εν τη θαλάσση και προσδοκών θερίσαι, ούτως ο μνησικακών και προσευχόμενος. Ώσπερ ου δυνατόν την λαμπηδόνα του πυρός αποκλείσαι του μη ανελθείν άνω, ού­τως ουκ εμποδίζονται αί ευχαί των ελεημόνων του ανελθείν εις ουρανόν. Ώσπερ η ρύσις του ύδατος εις τον κατωφερή τόπον, ούτως η δύναμις του θυμού όταν εύρη τόπον εν τη διανοία ημών. Ό κτησάμενος την ταπείνωσιν εν τη εαυτού καρδία, ού­τος νεκρός τω κόσμω γέγονε. Και ο νεκρωθείς τω κόσμω, ενεκρώθη τοις πάθεσιν, ο δε νεκρωθείς τη καρδία εκ των ιδίων αυτού, ο διάβολος. Ό ευρών τον φθόνον, εύρε μετ’ αυτού τον διάβολον.
Έστι ταπείνωσις εκ του φόβου του Θεού, και εστί ταπείνωσις εκ της αγάπης του Θεού. Και εστίν ο δια τον φόβον του Θεού ταπεινούμενος, και εστίν ο δια την χαράν ταπεινούμενος. Και εκείνω μεν τω δια τον φόβον του Θεού ταπεινουμένω ακολουθεί επιείκεια των μελών μετά ευτάκτων αιθήσεων και καρδία συντετριμμένη εν παντί καιρώ · τούτω δε τω δια την χαράν ταπεινουμένω ακολουθεί απλότης πολλή και καρδία αυξάνουσα και ακράτητος.
Η αγάπη ου γινώσκει την αιδώ, δια τούτο ου γινώσκει δού­ναι σχημα εις εύταξίαν των μελών αυτής. Η αγάπη φυσικώς έχει το μη αιδείσθαι και λαθείν το μέτρον αυτής.
Μακάριος ο ευρών σε τον λιμένα πάσης χαράς. Αγαπητόν εστίν υπό του Θεού το άθροισμα των ταπεινών ως το άθροισμα των Σεραφίμ. Τίμιον εστί παρά τω Θεώ σώμα σώφρον πλείον θυσίας καθαράς. Τα δύο γαρ, ήγουν η ταπείνωσις και η σωφροσύνη, ενέχυρον εκ της Τριάδος ετοιμάζουσιν εν τη ψυχή.
Προς τους φίλους σου εν ευλαβεία πορεύθητι, και όταν ποίησης τούτο, και σαυτόν και αυτούς ωφελήσεις. Ότι πολλάκις προφάσει της αγάπης αποβάλλει η ψυχή τον χαλινόν της παραφυλακής. Εκ των συντυχιών παραφύλαξαι, ότι ουκ εν παντί καιρώ ωφελούσιν. Εν συναθροίσματι τίμα την σιωπήν ζημίαν γαρ πολλήν κωλύει αύτη.
Την κοιλίαν τήρει, ούχ ως την όρασιν πόλεμος γαρ οικείος αδιστάκτως κουφότερος του εξωτέρου. Μη πιστεύσης, ώ αδελφέ, ότι κωλύονται οι εσωτικοί λογισμοί, εκτός του καλώς και ευτάκτως το σώμα καταστήσαι.
Φοβήθητι τάς συνηθείας πλείω των εχθρών. Ό τρέφων παρ εαυτώ συνήθειαν, ως άνθρωπος εστί τρέφων πυρ. Το γαρ μέτρον της δυνάμεως των δύο εν ύλη συνίσταται. Η συνήθεια εάν ζητήση άπαξ και κωλυθή το αίτημα αυτής, άλλοτε ευρίσκεις αυτήν ασθενή. Και εάν ποίησης το θέλημα αυτής προσάπαξ, το δεύτερον πλείον ευρήσεις αυτήν ισχυροτέραν κατά σου.
Περι παντός πράγματος αύτη η μνήμη εμμεινάτω εν σοί. κρείττων γαρ εστίν η βοήθεια εκ της παραφυλακής υπέρ της βοήθειαν την εξ έργων. Του αγαπώντος τον γέλωτα και αγαπώντος θεατρίσαι τους ανθρώπους, φίλος μη γίνου· οδηγεί γαρ σε εις συνήθειαν χαυνώσεως.
Μετά του λελυμένου εν τη πολιτεία αυτού μη ιλαρύνης το πρόσωπον σου, φυλάττου δε του μη μισήσαι αυτόν. Και εάν βουλευθή αναστήναι, δός αυτώ χείρα και έως θανάτου μερίμνησον ευρείν αυτόν. Εάν δε ασθενής ακμήν, μισεί και την ιατρείαν. «Την γαρ αρχήν της ράβδου σου δός αυτώ», φησί, και τα εξης.
Ενώπιον υψηλόφρονος και νοσούντος φθόνον μετά παρατηρήσεως λαλεί. Ως γαρ συ λαλείς, αυτός ποιεί εν καρδία αυτού εξήγησιν των λόγων σου καθώς αγαπά και εκ των άγα·θών των εν σοι λαμβάνει ύλην εις το ποιήσαι άλλους προσκόψαι, και αλλάσονται οι λόγοι σου εν τη διανοία αυτόν προς την ύλην της αρρωστίας αυτού.
Επί του προηγουμένου καταλαλήσαι τον αδελφόν αυτού έμπροσθεν σου, στύγνασον το πρόσωπον σου. Και ότε τούτο ποιήσεις, ευρίσκη τω Θεώ και αυτώ παραφυλαττόμενος.
Εάν δώς τι τω χρήζοντι, προλαβέτω την δόσιν σου η ιλαρότης του προώπου σου, και λόγοις αγαθοίς παρακαλεί την θλίψιν αυτού. Και όταν ποίησης τούτο, νικά την δόσιν σου η ιλαρότης εν τη διανοία αυτού πλέον της χρείας του σώματος. Εν ημέρα, όταν ανοίξης το στόμα σου και λαλήσης τι κατά τί­νος, λογίζου σαυτόν τω Θεώ νεκρόν και μάταιον εν πάσι τοις έργοις σου, καν δοκή ότι εν ευθύτητι και προς οίκοδομην ηρεθισέ σε ο λογισμός σου λαλήσαι. Τις γαρ ανάγκη καταλύσαι τίνα την ιδίαν οικοδομήν και διορθώσασθαι την του εταίρου αυτού;
Εν ημέρα, εν η λύπην έχεις περί τίνος εις τίνα τρόπον ασθενούντος υπέρ των αγαθών ή πονηρών, σωματικώς ή εννοία, μάρτυρα λογίζου σεαυτόν εν εκείνη τη ημέρα και ως παθών υπέρ του Χριστού διάκεισο, και αξιωθείς ομολογίας. Μνήσθητι γαρ, ότι ο Χριστός υπέρ των αμαρτωλών απέθανεν, ουχί υπέρ των δικαίων. Βλέπε πόσον εστί το πράγμα τούτο μέγα, το λυπείσθαι υπέρ των πονηρών και ευεργετείν τους αμαρ­τωλούς υπέρ τους δικαίους. Ο Απόστολος, ως θαύματος άξιον, μνημονεύει τούτου.
Εάν δυνηθής δικαιωθήναι εν σεαυτώ κατά ψυχήν σου, μη μεριμνήσης καταδιώξαι άλλην δικαιοσύνην. Εν πάσι τοις έργοις σου προηγησάσθω εν σοι η σωφροσύνη του σώμα­τος και η καθαρότης της συνειδήσεως. Εκτός γαρ τούτων, μάταιον εστί παρά τω Θεώ πάν πράγμα.Έκαστον έργον, ό εάν ποιής χωρίς διαλογισμού και εξετάσεως, γνώθι ότι μάταιον εστί, καν πρεπώδες η. Διότι ο Θεός προς την διάκρισιν λογίζε­ται την δικαιοσυνην και ουχί προς την ενέργειαν την αδιάκριτον
Λύχνος εν ηλίω δίκαιος ου σοφός.
Σπόρος επί πέτρας ευχη μνησίκακου.
Δένδρον άκαρπον, ασκητής ανελεήμων.
Βέλος ιώδες, έλεγχος από φθόνου.
Παγίς κεκρυμμένη, έπαινος δολίου.
Σύμβουλος μωρός, σκοπός τυφλός.
Καρδίας κλάσις, κάθισμα μετά ασυνέτων.
Πηγή γλυκεία, ομιλία συνετών.
Σύμβουλος σοφός, τείχος ελπίδος.
Φίλος μωρός και ασύνετος, ταμείον εστί ζημίας.
Κρείσσον εστί πενθούσαις οίκουντα ιδείν ή σοφόν ακολουθούντα μωρώ.
Κρείσσον εστίν οικήσαι μετά θηρίων, ή οικήσαι μετά των κακώς.
Κάθου μετά γυπών ή μετά πλεονέκτου και απλήστου.
Γίνου εταίρος τω φονευτή ή τω φιλονείκω.
Μετά χοίρου η μετά γαστριμάργου συλλαλεί κρείσσον γαρ δεξαμενή χοίρων ή στόμα φάγων.
Κάθου μεταξύ των λωβών ή μεταξύ των υπερηφάνων.
Καταδιώχθητι συ, και μη καταδίωξης.
Σταυρώθητι και μη σταυρώσης. Αδικήθητι, και μη αδικήσης.
Συκοφαντήθητι, και μη συκοφαντήσης. Γίνου επιεικής, και μη ζηλωτής εν κακώ.
Η δικαιολογία ουκ εστί της πολιτείας των Χριστιανών και ουκ εστί σεσημειωμένη εν τη διδαχή του Χριστού. Ευφραίνου μετά των ευφραινομένων, και κλαίε μετά των κλαιόν­των. Τούτο γαρ εστί το σημείον της καθαρότητος. Μετά των αρρώστων αρρώστησον, μετά των αμαρτωλών πένθησον, μετά των μετανοούντων χάρηθι.
Φίλος γενού πάσιν ανθρώποις, και μόνος γενού εν τη διανοία σου. Κοινωνός γενού τοις παθήμασι των πάντων, και τω σώματι σου μακράν γενού εκ πάντων. Μη ελέγχε τίνα, μηδέ ονείδιζε, μηδέ τους λίαν κακούς εν τη πολιτεία αυτών.
Άπλωσον τον χιτώνα σου επί τον πταίοντα και σκέπασον αυτόν, και εάν μη δύνη επιθείναι εφ’ εαυτόν τα πταίσμα­τα και δέξασθαι την παιδείαν και την αισχύνην άντ’ αυτού, καν υπόμεινον, και αυτόν μη καταισχύνης.
Γίνωσκε, ω αδελφέ, ότι δια τούτο χρη ημάς είναι εσωθεν Α της θύρας του κελλίου, ίνα μη γινώσκωμεν τα πράγματα των ανθρώπων τα κακά, και τότε θεωρούμεν πάντας αγίους και καλούς εν τη αγνεία της διανοίας ημών. Εάν δε γενώμεθα ελέγχοντες και παιδεύοντες, και κρίνοντες και εξετάζοντες, και εκδικούντες και μεμψίμοιροι, τι λοιπόν διαφέρει το κάθισμα ημών του καθίσματος των πόλεων; Και τι εστί χείρον του κα­θίσματος της ερημου, εάν μη ταύτα εάσωμεν;
Εάν ούχ ησυχάζης τη καρδία, ησύχασον καν τη γλώσση.Και εάν ου δύνη ευτάκτους τους λογισμούς σου διαθείναι, καν τάς αισθήσεις σου ευτάκτους ποίησον. Και εάν ουκ η μόνος εν τη διανοία σου, καν μόνος γενού τω σώματι σου. Και εάν ου δύνη εργάσασθαι τω σώματι σου, λυπήθητι καν κατά διάνοιαν. Και εάν ου δύνη ιστάμενος αγρυπνησαι, αγρύπνησον καθεζόμενος επί της κλίνης σου, ή και κείμενος. Και εάν ου δύνη διπλάς νηστεύσαι, καν νήστευσον έως εσπέρας. Και εάν ου δύνη έως εσπέρας, καν φύλαξον του μη χορτασθήναι. Ει ουκ ει άγιος εν τη καρδία σου, καν γενού αγνός τω σώματι σου. Εάν ου πενθής εν τη καρδία σου, καν ένδυσαι πένθος εν τω προσώπω σου. Εάν ου δύνη ελεήσαι, λάλει ως αμαρτωλός. Ουκ ει ειρη­νοποιός, μη γίνου φιλοτάραχος. Ου δύνη σπουδαίος γενέσθαι, γίνου καν εν τω φρονηματί σου ως άοκνος. Ουκ ει νικητης, μη υψηλοφρονήσης κατά των υπευθύνων. Ουκ ισχύεις φράξαι το στόμα του καταλαλούντος κατά του εταίρου αυτού, φύλαξαι καν σαυτόν μη κοινωνήσαι αυτώ.
Γνώθι, ότι εάν εξέλθη εκ σου πυρ και κατακαύση άλλους, τάς ψυχάς τάς καιομένας εν τω πυρί σου ο Θεός εκ των χειρών σου εκζητήσει. Και εάν συ ου βάλης το πυρ, αλλά συνευδοκείς τω ρίπτοντι και εν τούτω αρέσκη, κοινωνός ει αυτού εν τη κρίσει. Εάν αγαπάς την πραότητα, γενού εν ειρήνη, και εάν αξιωθής της ειρήνης, χαρήση εν παντί καιρώ. Ζήτησον την σύνεσιν, και μη χρυσόν. Ένδυσαι την ταπείνωσιν, και μη την βύσσον. Κτήσαι την ειρήνην, και μη την βασιλείαν.
Ούκ εστίν ο συνιών, μη έχων ταπείνωσιν, και ο μη έχων ταπείνωσιν, ου μη συνή. Ουκ εστί ταπεινόφρων ο μη ει­ρηνικός, και ο μη ων ειρηνικός, ουδέ ταπεινόφρων. Και ουκ έστιν, ει μη χαίρων ειρηνικός. Εν πάσαις ταίς οδοίς, εν αις πορεύονται οι άνθρωποι εν τω κόσμω, ούχ ευρίσκουσιν εν αυταίς την ειρήνην, έως αν πλησιάσωσι τη ελπίδι του Θεού. Ουκ ειρη­νεύει η καρδία εκ του κόπου και των προσκομμάτων, έως αν φθάση ταύτην η ελπίς και ειρηνεύσει την καρδίαν και εκχεεί την χαράν εν αυτή. Και αύτη εστίν, ην είπε το προσκυνητόν στόμα και πεπληρωμένον αγιότητος «δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Έγγισον, φησίν, εις το ελπίσαι εις εμέ, και αναπαύη εκ του έργου και του φόβου.
Η ελπίς του Θεού υψοί την καρδίαν, ο δε φόβος της γεέννης συντρίβει αυτήν. Το φως της διανοίας γεννά την πίστιν, και η πίστις γεννά την παράκλησιν της ελπίδος, η δε ελπίς κρατύνει την καρδίαν. Η πίστις εστίν η αποκάλυψις της συνέσεως, Και όταν σκοτισθή η διάνοια, κρύπτεται η πίστις και κατακυ­ριεύει ημών ο φόβος και κόπτει την ελπίδα ημών. Η πίστις η εκ της μαθήσεως ουκ ελευθεροί τον άνθρωπον εκ της υπερηφανίας και του δισταγμού, άλλ’ η εν τη συνέσει ορωμένη και ανατέλλουσα, και καλείται επίγνωσις και φανέρωσις της αληθείας. Έως αν συνή ο νους τον Θεόν ως Θεόν εν φανερώσει της συνέσεως, ουκ εγγίζει ο φόβος τη καρδία. Όταν παραχωρηθώμεν εν τη σκοτώσει και απολέσωμεν ταύτην την σύνεσιν, έως άν ταπεινωθώμεν, συμβαίνει ημίν ο φόβος, έως προσπέλαση ημάς τη ταπεινώσει και τη μετάνοια.
Ο υιός του Θεού σταυρόν υπέμεινεν. Οι ούν αμαρτωλοί θαρσώμεν εν τη μετανοία. Ει γαρ το σχήμα της μετανοίας μετέβαλε την οργήν εκ του βασιλέως Αχαάβ, ουκ αχρειοί νυν ημάς η αλήθεια της μετανοίας ημών. Και ει εξ εκείνου του μη αληθεύοντος το σχήμα της ταπεινώσεως απέστρεψε την οργήν εξ αυτού, πόσω μάλλον εξ ημών των εν αληθεία λυπουμένων υπέρ των πταισμάτων ημών; Ικανή η λύπη της διανοίας αντί πάσης εργασίας σωματικής.
Ο άγιος Γρηγόριος λέγει «ναός της χάριτος εστίν ο συγκεκραμένος εν τω Θεώ και διαμένων εν φροντίδι της κρί­σεως αυτού». Τι δε εστίν η μέριμνα της κρίσεως αυτού, ει μη το εκζητήσαι αεί την ανάπαυσιν αυτού και λυπείσθαι διηνεκώς, και φροντίζειν υπέρ του μη δύνασθαι φθάσαι την τελείωσιν δια την ασθένειαν της φύσεως ημών; Και η διηνεκής υπέρ τούτου λύπη εστί το βαστάζειν εν τη ψυχή αυτού την διηνεκή μνήμην του Θεού, καθώς είπεν ο μακάριος Βασίλειος.
Εύχη αμετεώριστός εστίν η εμποιούσα εν τη ψυχή έννοιαν Θεού εναργή. Και τούτο εστί του Θεού ενοίκησις, το δια της μνήμης ενιδρυμένον έχειν εν εαυτώ τον Θεόν. Ούτω γινόμεθα ναός Θεού. Τούτο δε εστί φροντίς και συντετριμένη καρδία εν τη ετοιμασία της αναπαύσεως αυτού.
Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.
Πηγή : isaakosyros.blogspot.gr

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος ΝΘ΄: Περί των αλλοιώσεων των πολλών των ακολουθουσών τη διανοία και τη ευχή δοκιμαζομένων.

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος ΝΘ΄: Περί των αλλοιώσεων των πολλών των ακολουθουσών τη διανοία και τη ευχή δοκιμαζομένων.

Μπορείτε να βρείτε ολόκληρο το βιβλίο εδώ : Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά.
Όσιος Ισαάκ ο Σύρος
Ασκητικά
Λόγος ΝΘ΄: Περί των αλλοιώσεων των πολλών των ακολουθουσών τη διανοία και τη ευχή δοκιμαζομένων.
ό μεν προκρίνειν το αγαθόν θέλημα, του επιθυμούντος εστίν αυτό, το δε τελειώσαι την του αγαθού θελήματος εκλογήν, του Θεού, και δέεται τις της παρ’ αυτού αντι­λήψεως. Δια τούτο εν τη επιθυμία τη γενομένη εν ημίν ευχάς συνεχείς επακολουθείν ποιήσωμεν, ου μόνον δεόμενοι της αντιλήψεως αλλά και ίνα ποιήση εν αυτή διαφοράν, ει εστί προς αρέσκειαν του θελήματος αυτού ή ου. Ου γαρ πάσα επιθυμία καλή εκ του Θεού εμπίπτει εις την καρδίαν, αλλ’ εκείνη η ωφε­λούσα. Έστι γαρ ότε επιθυμεί ο άνθρωπος αγαθόν, και ου βοηθεί αυτώ ο Θεός. Πίπτει γαρ και εκ του διαβόλου όμοια τις επιθυμία ταύτης, και αύτη νομίζεται εις βοήθειαν. Και πολλά­κις ουκ εστί του μέτρου αυτού’ αυτός δε ο διάβολος την βλάβην αυτού μηχανάται και αναγκάζει τον άνθρωπον ζητήσαι αυτήν, μήπω ακμήν φθάσαντα την πολιτείαν αυτής ή αλλοτρία του σχήματος αυτού εστίν ή πάλιν ουκ εστί καιρός, εν ω δυνατόν ταύτην πληρώσαι ή κινησαι ή ουκ εστίν ικανός τω πράγματι ή τη γνώσει ή τω σώματι ή καιρός ου παρέχει ημίν χείρα, και παντί τρόπω, ως εν προσώπω εκείνου του αγαθού, ή ταράσσει αυτόν ή βλάπτει εν τω σώματι αυτού ή κρύπτει παγίδα εν τη διανοία αυτού.

Όμως, καθώς είπον, συνεχείς προσευχάς ποιήσωμεν σπουδή εν τη επιθυμία τη αγαθή τη γινομένη εν ημίν, και είπωμεν έκαστος ημών.
Γενηθήτω το θέλημα σου, έως ου τελειώσω το έργον το αγαθόν, όπερ ποιήσαι επεθύμησα, εάν περ αρέσκη τω θεληματί σου. Το θελήσαι γαρ εν αυτώ ευχερές μοί εστί, το ποιήσαι δε αυτό, εκτός χαρίσματος εκ σου γινομένου, ου δύναμαι, και εάν τα δύο εκ σου ώσι, το τε θέλειν και το ενεργείν. Ου γαρ χωρίς της χάριτος σου ταυτήν την επιθυμίαν την κινηθείσαν εν εμοί δέξασθαι επείσθην ή επτοήθην εξ αυτής. Τούτο γαρ το έθος τω επιθυμούντι το αγαθόν εν τη διακρίσει του νου εργάζεσθαι δια προσευχής προς βοήθειαν της εργασίας αυτής και σοφίαν την διαιρούσαν την αληθειαν εκ του νόθου. Εν προσευχαίς γαρ πολλαίς και εργασία και φυλακή και πόθω απαύστω το αγαθόν διακρίνεται, εν συνεχέσι τε δάκρυσι και εν ταπεινώσει και ουρανίω αντιλήψει, μάλιστα ότε έχει εναντίους λογισμούς της υπερηφανείας. Ούτε γαρ κωλύουσι την βοήθειαν του Θεού εξ ημών, καταργούμεν δε τούτους δια προσευχής.
Πηγή : isaakosyros.blogspot.gr

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά.

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος Ξ΄: Περί λογισμών πονηρών ακουσίων των εκ της λύσεως της αμελείας της προ αυτών γενομένων.

Μπορείτε να βρείτε ολόκληρο το βιβλίο εδώ : Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά.
Όσιος Ισαάκ ο Σύρος
Ασκητικά
Λόγος Ξ΄: Περί λογισμών πονηρών ακουσίων των εκ της λύσεως της αμελείας της προ αυτών γενομένων.
Εισί τινες, οι ερείδοντες το σώμα και επιθυμούντες αναπαύσαι αυτό δια το έργον του Θεού μικρόν, έως αν ενδυναμωθώσι και πάλιν στρέφονται εις το έργον αυ­τών. Εν ταίς ολίγαις ούν ημέραις της αναπαύσεως ημών μη λύσωμεν τελείως την φυλακήν ημών και δώμεν όλην την ψυχήν ημών εις λύσιν, ως άνθρωποι μη βουλόμενοι στραφήναι πάλιν εις το έργον αυτών. Οι τίνες εν καιρώ ειρήνης τοις βέλεσι του εχθρού τύπτονται, ούτοι εισίν οι εκ της παρρησίας του θε­λήματος ύστερον θησαυριζοντες ταίς ψυχαίς αυτών και ένδυμα ρυπαρόν εν τη χώρα τη αγία, ήγουν εν τη ευχή, θεωρούσιν ότι ενδεδυμένοι εισί. Τούτο δε εστίν, όπερ εν τη ώρα της εννοίας του Θεού και της ευχής εν τη ψυχή αυτών κινείται. Ταύτα είσιν, άπερ εκτησάμεθα εν τω καιρώ της αμελείας ημών και αυτά καταισχύνουσιν ημάς εν τω καιρώ της προσευχής ημών.

Βοηθεί τω ανθρώπω η νηψις πλείον του έργου και βλάπτει αυτόν η λύσις πλέον της αναπαύσεως. Εκ της ανα­παύσεως γαρ πόλεμοι οικείοι γίνονται και ενοχλούσι τω ανθρώπω, αλλ’ εξουσίαν έχει λύσαι αυτούς. Όταν γαρ αφή άνθρωπος την ανάπαυσιν και στραφή εις τον τόπον του έργου, αί­ρονται εξ αυτού και φεύγουσιν. Ούχ ούτω το εκ της λύσεως τικτόμενον, ως εκ της χαυνώσεως και της αναπαύσεως. Όσον γαρ ακμήν εστίν εν τη χώρα της ελευθερίας αυτού εν τη αναπαύ­σει, δύναται πάλιν στραφήναι και κυβερνήσαι εαυτόν εν τη καταστάσει του κανόνος αυτού. Διότι ακμήν εν τη χώρα της ελευ­θερίας αυτού, εν δε τη λύσει εξέρχεται εκ της χώρας της ελευ­θερίας αυτού. Ει γαρ μη ο άνθρωπος τελείως απέρριψεν εξ αυ­τού την φυλακήν, ουκ αν εν τω μέσω της βίας ακουσίως ηναγκάσθη πεισθήναι τοις μη αναπαύουσιν αυτόν. Ει τον όρον της ελευθερίας εξ εαυτού παντελώς μη αφήκεν, ουκ αν συνέβη αυτώ συναντήματα, τα δεσμούντα αυτόν εξ ανάγκης, οίσπερ αντιστήναι ούκ ηδυνήθη.
Μη αφής την ελευθερίαν τινός των αισθήσεων σου, ώ άνθρωπε, μήπως πάλιν επανελθείν έπ’ αυτήν ου δυνήση. Ημεν ανάπαυσις τους νέους μόνον βλάπτει, η λύσις δε και τουςτελείους και τους γέροντας* οι μεν εκ της αναπαύσεως, εις τουςπονηρούς λογισμούς ερχόμενοι, δύνανται πάλιν στραφήναι εν τηφυλακή και στήναι εν τη υψηλή αυτών πολιτεία, οι δε εν τη ελπίδι του έργου αμελήσαντες εις την φυλακήν, εκ της υψηλήςπολιτείας προς λύσιν της ζωής ηχμαλωτίσθησαν.
Έστιν ο εν τη χώρα των εχθρών τυφθείς και εν καιρώ της ειρήνης αποθνήσκων, και εστίν ο εν προφάσει εμπορίας της ζωής εξερχόμενος και σκόλοπα τη ψυχή αυτού λαμβάνων. Μη όταν ολισθήσωμεν εν τινι, τότε λυπηθώμεν, άλλ’ όταν εμμείνωμεν εν αυτώ. Το γαρ ολίσθημα συμβαίνει πολλάκις και τοις τελείοις, το δε εμμείναι εν αυτώ νέκρωσις εστί τελεία. Η λύπη δε, ην λυπούμεθα υπέρ των ίδιων ολισθημάτων, εις τό­πον εργασίας καθαράς λογίζεται ημίν εκ της χάριτος. Ο εν ελπίδι μετανοίας ολισθαίνων εκ δευτέρου, ούτος μετά πανουργίας πορεύεται μετά του Θεού. Τούτω αγνώστως επιπίπτει ο θάνα­τος και ου φθάνει τον καιρόν της ελπίδος αυτού τα έργα της αρετής πληρώσαι. Έκαστος λελυμένος τάς αισθησεις, εστί και τη καρδία λελυμένος.
Η εργασία της καρδίας δεσμός εστί των εξωτέρων μελών, και εάν εν διακρίσει ποιή τις ταύτην, κατά τάς τους προ ημών πατέρας, έκδηλος εστίν εκ των αλλοτρίων των φαινομέ­νων εν αυτώ, ότι ουκ εστί δεδεμένος εν τω κέρδει τω σωματικώ, ουδέ αγαπά την γαστριμαργίαν, και ο θυμός απέχει εξ αυτού παντελώς. Όπου γαρ τα τρία ταύτα, το κέρδος το σωματικόν, κάν σμικρόν η ή μέγα, και η οξυχολία και η ήττα της γαστριμαργίας, καν φαίνηταί τις όμοιος των παλαιών αγίων, γνώθι ότι εκ της ανυπομονησίας των έσω εστίν η λύσις των έξω αυτού, και ουχί από διαφοράς καταφρονήσεως της ψυχής αυτού. Ει δε μη, πώς κατεφρόνησε των σωματικών και την πραότητα ουκ εκτήσατο;
Τη με διακρίσεως καταφρονήσει ακολουθεί το μη δεσμείσθαι εν τινι, και η καταφρόνησις της αναπαύσεως και του πόθου των ανθρώπων. Και εάν εν ετοιμασία δέχηται τις ζημίας δια τον Θεόν χαίρων, καθαρός εστίν έσωθεν. Και εάν μη καταφρονήση τινός, δια τάς πηρώσεις τάς εν αυτώ, εν αληθεία ελεύθερος εστί, και εάν μη προσίεται προς τον τιμώντα αυτόν ή και αηδιάζεται προς τον ατιμάζοντα, ούτος νενέκρωται τω κόσμω εν τη ζωή ταύτη. Η φυλακή της διακρίσεως κρειττοτέρα εστίν υπέρ πάσαν πολιτείαν, την ενεργουμένην εν παντί τρόπω και παντί μέτρω των ανθρώπων.
Μη μισήσης τον αμαρτωλόν. Πάντες γαρ εσμέν υπεύθυνοι. Και εάν δια τον Θεόν κινήσαι κατ’ αυτού, κλαύσον υπέρ αυτού. Και διατί μισείς αυτόν; Τάς αμαρτίας αυτού μίσησον και εύξαι υπέρ αυτού, ίνα ομοιωθής τω Χριστώ όστις ουκ ηγανάκτει κατά των αμαρτωλών, αλλ υπερηύχετο. Ούχ οράς πώς έκλαυσεν υπέρ της Ιερουσαλήμ; Εν πολλοίς καταγελώμεθα και ημείς υπό του διαβόλου. Και διατί τον καταγελασθέντα καθ’ ημάς εκ του καταγελώντος ημών διαβόλου μισούμεν; Και διατί μισείς τον αμαρτωλόν, ώ άνθρωπε; Άρα, ότι ουκ εστί δίκαιος κατά σε; Και που εστίν η δικαιοσύνη σου, ότι ουκ έχεις αγάπην; Διατί ουκ έκλαυσας επ’ αυτώ, αλλά συ καταδιώκεις αυτόν; Εν αγνοία γαρ κινούνται τίνες οργιζόμενοι, οι δοκούντες είναι διακριτικοί, εις τα έργα των αμαρτωλών.
Γίνου κήρυξ της αγαθότητος του Θεού, ότι ανάξιόν σε όντα κυβερνή, και ότι χρεωστείς χρέος πολύ και η εκδίκησις αυτού ου φανερούται εν σοι, και αντί των μικρών έργων, ων ποιείς, αντιπαρέχει σοι τα μεγάλα. Μη καλέσης τον Θεόν δίκαιον, ότι η δικαιοσύνη αυτού ου γνωρίζεται εν τοις πράγμασι σου. Και εάν ο Δαβίδ καλή αυτόν δίκαιον και ευθύν, αλλά ο υιός αυτού εφανέρωσεν ημίν ότι μάλλον αγαθός εστί και χρηστός. «Αγαθός εστί», φησί, «τοις πονηροίς και ασεβέσι». Και πώς ονομάζεις τον Θεόν δίκαιον, όταν απαντήσης τω κεφαλαίω, τω περί του μισθού των εργατών; «εταίρε, ουκ αδικώ σε, θέλω δούναι τούτω τω εσχάτω, ως και σοι. Ή ο οφθαλμός σου πονηρός εστίν, ότι εγώ αγαθός ειμί;».
Πως πάλιν καλεί άνθρωπος τον Θεόν δίκαιον, όταν απαντήση τω κεφαλαίω του ασώτου υιού, ός εσκόρπισε τον πλούτον εν ασωτεία, ότε εν τη κατανύξει μόνη, εν η έδειξε, πώς έδραμε και έπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και εξουσίαν έδωκεν αυτώ επί πάντα τον πλούτον αυτού; Ουδείς γαρ άλλος είπε περί αυτού ταύτα, ίνα διστάσωμεν εις αυτόν, αλλ ‘ αυτός ο Υιός αυτού, αυτός εμαρτύρησε περί αυτού ταύτα. Που εστίν η δικαιοσύνη του Θεού, ότι ημεν αμαρτωλοί και ο Χριστός απέθανεν υπέρ ημών; Ει δε ώδε εστίν ελεημων, πιστεύσωμεν, ότι αλλοίωσιν ου δέχεται.
Μη γένοιτο ημάς λογίσασθαι ποτέ τούτο το ανόμημα, ίνα ποτέ είπωμεν τον Θεόν ανελεήμονα’ ότι ουκ αλλοιούται το ίδιον του Θεού, ώσπερ οι νεκροί, και ου κτάται τι όπερ ουκ έχει, ή όπερ έχει υστερεί ή προσθήκην λαμβάνει, καθάπερ τα κτίσματα. Άλλ’ όπερ έχει ο Θεός εξ αρχής, έξει αεί έως ατε­λευτήτου τέλους, και έχει, καθάπερ ο μακάριος Κύριλλος είπεν εν τη ερμηνεία της γενέσεως. Φοβού, φησί, εκ της αγάπης αύτον, και μη εκ του ονόματος του σκληρού του τεθέντος επ’ αυ­τόν. Αγάπησον αυτόν, ως χρεωστείς αγαπήσαι αυτόν, και μη δια τα μέλλοντα δίδοσθαι υπ’ αυτού, αλλ’ όπερ ων ελάβομεν. Και δια τον κόσμον τούτον μόνον, ον εποίησε δι’ ημάς, τις γαρ εστίν ο δυνάμενος ανταμείψασθαι αυτόν; Που εστί η ανταπόδοσις αυτού εν τοις έργοις ημών; Τις έπεισεν αυτόν εξ αρχής παραγαγείν ημάς εις την κτίσιν; Και τις εστίν ο παρακαλών αυτόν υπέρ ημών, όταν γινώμεθα αμνήμονες; Ότε δε ουκ ήμεν ποτέ, τις εστίν ο εξυπνίσας το σώμα ημών εκείνο προς την ζωήν; Και πάλιν πόθεν πίπτει η έννοια της γνώσεως εις τον χουν;
Ω της θαυμαστής ελεημοσύνης του Θεού. Η έκπληξις της χάριτος του Θεού και κτίστου ημών. Ω δύναμις η ικανούσα εις πάντα. Ω της χρηστότητος της αμέτρου, ης την φύσιν ημών των αμαρτωλών πάλιν εισάγει προς ανάπλασιν αυτών. Τις ικανοί προς την δόξαν αυτού; Τον παραβάντα αυτόν και βλασφημήσαντα εγείρει, τον χουν τον αλόγιστον καινίζει, και συνετόν και λογικόν ποιεί, και τον διεσκορπισμένον νουν και αναίσθητον και τάς διεσκορπισμένας αισθήσεις, φύσιν λογικήν και αξίαν εννοίας εμποιεί. Ουχ ικανοί γαρ ο αμαρτωλός εννοήσαι την χάριν της αναστάσεως αυτού. Που εστίν η γέεννα, η δυναμένη λυπήσαι ημάς; Και που εστίν η κόλασις, η εκφοβούσα ημάς πολυμερώς και νικώσα την ευφροσύνην της αγά­πης αυτού; Και τι εστίν η γέεννα προς την χάριν της αναστάσε­ως αυτού, όταν εγείρη ημάς εκ του άδου και ποιήση το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι την αφθαρσίαν, και τον εις άδην πεσόντα εγείρη εν δόξη;
Ω διακριτικοί, δεύτε και θαυμάσατε. Τις έχων σοφήν διάνοιαν και θαυμαστήν θαυμάσει κατ αξίαν την χάριν του δημιουργού ημών; Η ανταπόδοσις των αμαρτωλών εστί, και αντί της ανταποδόσεως της δικαίας, αυτός ανάστασιν ανταποδίδωσιν αυτοίς και αντί των σωμάτων των καταπατησάντων τον νόμον αυτού, αφθαρσίας δόξαν τελείαν ενδύει αυτούς. Αύτη η χάρις εστίν η μειζοτέρα, η μετά το αμαρτήσαι ημάς αναστήσασα, υπέρ έκείνην, ότε ουκ ήμεν, και παρήγαγεν ημάς εις κτίσιν.
Δόξα Κύριε, τη χάριτί σου τη αμέτρω. Ιδού, Κύριε, τα κύ­ματα της χάριτος σου σιωπήσαι με εποίησαν, και ουκ απελείφθη εν εμοί έννοια εξ εναντίας των ευχαριστιών σου. Ποίοις στόμασιν εξομολογησόμεθά σοι, βασιλεύ αγαθέ, ο αγαπών την ζωήν ημών; Δόξα σοι επί τοις δυσί κόσμοις, ους εδημιούργησας προς αύξησιν και τρυφήν ημών, άγων ημάς εκ πάν­των, ων εδημιούργησας, προς γνώσιν της δόξης σου, από του νυν και έως του αιώνος. Αμήν.
Πηγή : isaakosyros.blogspot.gr

Πηδάλιον


Πηδάλιον

Μπορείτε να διαβάσετε ή να αποθηκεύσετε (download) το βιβλίο (σε μορφή .pdf) εδώ :
Πηδάλιον της νοητής νηός, της Μίας Αγίας, Καθολικής και Αποστολικήs των ορθοδόξων Εκκλησίας : Ήτοι άπαντες οι ιεροί και θείοι κανόνες των αγίων οικουμενικών Συνόδων, των τοπικών, και των κατά μέρος θείων πατέρων, ελληνιστί μεν, χάριν αξιοπιστίας εκτιθέμενοι, δια δε της καθ’ ημάς κοινοτέρας διαλέκτου, προς κατάληψιν των απλουστέρων ερμηνευόμενοι παρά Αγαπίου Ιερομονάχου, και Νικοδημου Μοναχού. Εκδίδεται νυν το δεύτερον υπό Κωνσταντίνου Γκαρμπολά του Ολυμπίου. Εν Αθήναις, 1841.

Μπορείτε επίσης να διαβάσετε η να αποθηκεύσετε το βιβλίο στο scribd :
Πηδάλιον της νοητής νηός, της Μίας Αγίας, Καθολικής και Αποστολικήs των ορθοδόξων Εκκλησίας : Ήτοι άπαντες οι ιεροί και θείοι κανόνες των αγίων οικουμενικών Συνόδων, των τοπικών, και των κατά μέρος θείων πατέρων, ελληνιστί μεν, χάριν αξιοπιστίας εκτιθέμενοι, δια δε της καθ’ ημάς κοινοτέρας διαλέκτου, προς κατάληψιν των απλουστέρων ερμηνευόμενοι παρά Αγαπίου Ιερομονάχου, και Νικοδημου Μοναχού. Νυν δε το τέταρτον υπό Α. Στ. Γεωργίου και του συνεργήσαντος Απ. Φερετόπουλου. Εν Αθήναις, 1886.

Ευσέβιος Καισαρείας – Εκκλησιαστική Ιστορία, Βιβλίον Η΄

Ευσέβιος Καισαρείας – Εκκλησιαστική Ιστορία, Βιβλίον Η΄

ΒΙΒΛΙΟΝ Η´
Τάδε καὶ ἡ ὀγδόη περιέχει βίβλος
τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας
Α Περὶ τῶν πρὸ τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς διωγμοῦ.
Β Περὶ τῆς τῶν ἐκκλησιῶν καθαιρέσεως.
Γ Περὶ τοῦ τρόπου τῶν κατὰ τὸν διωγμὸν ἠγωνισμένων.
Δ Περὶ τῶν ἀοιδίμων τοῦ θεοῦ μαρτύρων, ὡς πάντα τόπον
ἔπλησαν τῆς ἑαυτῶν μνήμης, ποικίλους τοὺς ὑπὲρ
εὐσεβείας ἀναδησάμενοι στεφάνους.
Ε Περὶ τῶν κατὰ Νικομήδειαν.
Ϛ Περὶ τῶν κατὰ τοὺς βασιλικοὺς οἴκους.
Ζ Περὶ τῶν κατὰ Φοινίκην Αἰγυπτίων.
Η Περὶ τῶν κατὰ τὴν Αἴγυπτον.
Θ Περὶ τῶν κατὰ Θηβαΐδα.
Ι Φιλέου μάρτυρος περὶ τῶν κατ᾿ Ἀλεξάνδρειαν πεπραγ-
μένων ἔγγραφοι διδασκαλίαι.
ΙΑ Περὶ τῶν κατὰ Φρυγίαν.
ΙΒ Περὶ πλείστων ἑτέρων ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν δια-
φόρως ἠγωνισμένων.
ΙΓ Περὶ τῶν τῆς ἐκκλησίας προέδρων τῶν τὸ γνήσιον ἧς
ἐπρέσβευον εὐσεβείας διὰ τοῦ σφῶν αἵματος ἐπιδε-
δειγμένων.
ΙΔ Περὶ τοῦ τρόπου τῶν τῆς εὐσεβείας ἐχθρῶν.
ΙΕ Περὶ τῶν τοῖς ἐκτὸς συμβεβηκότων.
ΙϚ Περὶ τῆς ἐπὶ τὸ κρεῖττον τῶν πραγμάτων μεταβολῆς.
ΙΖ Περὶ τῆς τῶν κρατούντων παλινῳδίας.

Τὴν τῶν ἀποστόλων διαδοχὴν ἐν ὅλοις ἑπτὰ περιγράψαντες
βιβλίοις, ἐν ὀγδόῳ τούτῳ συγγράμματι τὰ καθ᾿ ἡμᾶς αὐτούς,
οὐ τῆς τυχούσης ἄξια ὄντα γραφῆς, ἕν τι τῶν ἀναγκαιοτάτων
ἡγούμεθα δεῖν εἰς γνῶσιν καὶ τῶν μεθ᾿ ἡμᾶς παραδοῦναι,
καὶ ἄρξεταί γε ὁ λόγος ἡμῖν ἐντεῦθεν.
Ὅσης μὲν καὶ ὁποίας πρὸ τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς διωγμοῦ
δόξης ὁμοῦ καὶ παρρησίας ὁ διὰ Χριστοῦ τῷ βίῳ κατηγγελ-
μένος τῆς εἰς τὸν τῶν ὅλων θεὸν εὐσεβείας λόγος παρὰ
πᾶσιν ἀνθρώποις, Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις, ἠξίωτο, μεῖζον
ἢ καθ᾿ ἡμᾶς ἐπαξίως διηγήσασθαι· τεκμήρια δ᾿ ἂν
γένοιτο τῶν κρατούντων αἱ περὶ τοὺς ἡμετέρους δεξιώσεις,
οἷς καὶ τὰς τῶν ἐθνῶν ἐνεχείριζον ἡγεμονίας, τῆς περὶ τὸ
θύειν ἀγωνίας κατὰ πολλὴν ἣν ἀπέσῳζον περὶ τὸ δόγμα
φιλίαν αὐτοὺς ἀπαλλάττοντες. τί δεῖ περὶ τῶν κατὰ
τοὺς βασιλικοὺς λέγειν οἴκους καὶ τῶν ἐπὶ πᾶσιν ἀρχόντων;
οἳ τοῖς οἰκείοις εἰς πρόσωπον ἐπὶ τῷ θείῳ παρρησιαζομένοις
λόγῳ τε καὶ βίῳ συνεχώρουν, γαμεταῖς καὶ παισὶ καὶ
οἰκέταις, μόνον οὐχὶ καὶ ἐγκαυχᾶσθαι ἐπὶ τῇ παρρησίᾳ τῆς
πίστεως ἐπιτρέποντες· οὓς ἐξόχως καὶ μᾶλλον τῶν συνθε-
ραπόντων ἀποδεκτοὺς ἡγοῦντο, οἷος ἐκεῖνος ἦν Δωρόθεος,
πάντων αὐτοῖς εὐνούστατός τε καὶ πιστότατος καὶ τούτων
ἕνεκα διαφερόντως παρὰ τοὺς ἐν ἀρχαῖς καὶ ἡγεμονίαις
ἐντιμότατος, ὅ τε σὺν αὐτῷ περιβόητος Γοργόνιος καὶ ὅσοι
τῆς αὐτῆς ὁμοίως τούτοις ἠξίωντο διὰ τὸν τοῦ θεοῦ λόγον
τιμῆς· οἵας τε καὶ τοὺς καθ᾿ ἑκάστην ἐκκλησίαν ἄρχοντας
παρὰ πᾶσιν ἐπιτρόποις καὶ ἡγεμόσιν ἀποδοχῆς ἦν ὁρᾶν
ἀξιουμένους. πῶς δ᾿ ἄν τις διαγράψειεν τὰς μυριάνδρους
ἐκείνας ἐπισυναγωγὰς καὶ τὰ πλήθη τῶν κατὰ πᾶσαν πόλιν
ἀθροισμάτων τάς τε ἐπισήμους ἐν τοῖς προσευκτηρίοις
συνδρομάς; ὧν δὴ ἕνεκα μηδαμῶς ἔτι τοῖς πάλαι οἰκοδομή-
μασιν ἀρκούμενοι, εὐρείας εἰς πλάτος ἀνὰ πάσας τὰς πόλεις
ἐκ θεμελίων ἀνίστων ἐκκλησίας. ταῦτα δὲ τοῖς χρόνοις
προϊόντα ὁσημέραι τε εἰς αὔξην καὶ μέγεθος ἐπιδιδόντα
οὐδεὶς ἀνεῖργεν φθόνος οὐδέ τις δαίμων πονηρὸς οἷός τε ἦν
βασκαίνειν οὐδ᾿ ἀνθρώπων ἐπιβουλαῖς κωλύειν, ἐς ὅσον ἡ
θεία καὶ οὐράνιος χεὶρ ἔσκεπέν τε καὶ ἐφρούρει, οἷα δὴ ἄξιον
ὄντα, τὸν ἑαυτῆς λαόν.
Ὡς δ᾿ ἐκ τῆς ἐπὶ πλέον ἐλευθερίας ἐπὶ χαυνότητα καὶ
νωθρίαν τὰ καθ᾿ ἡμᾶς μετηλλάττετο, ἄλλων ἄλλοις διαφθο-
νουμένων καὶ διαλοιδορουμένων καὶ μόνον οὐχὶ ἡμῶν αὐτῶν
ἑαυτοῖς προσπολεμούντων ὅπλοις, εἰ οὕτω τύχοι, καὶ
δόρασιν τοῖς διὰ λόγων ἀρχόντων τε ἄρχουσι προσρηγνύντων
καὶ λαῶν ἐπὶ λαοὺς καταστασιαζόντων τῆς τε ὑποκρίσεως
ἀφάτου καὶ τῆς εἰρωνείας ἐπὶ πλεῖστον ὅσον κακίας
προϊούσης, ἡ μὲν δὴ θεία κρίσις, οἷα φίλον αὐτῇ, πεφεισμένως,
τῶν ἀθροισμάτων ἔτι συγκροτουμένων, ἠρέμα καὶ μετρίως
τὴν αὐτῆς ἐπισκοπὴν ἀνεκίνει, ἐκ τῶν ἐν στρατείαις ἀδελφῶν
καταρχομένου τοῦ διωγμοῦ· ὡς δ᾿ ἀνεπαισθήτως
ἔχοντες οὐχ ὅπως εὐμενὲς καὶ ἵλεω καταστήσεσθαι τὸ
θεῖον προυθυμούμεθα, οἷα δέ τινες ἄθεοι ἀφρόντιστα καὶ
ἀνεπίσκοπα τὰ καθ᾿ ἡμᾶς ἡγούμενοι ἄλλας ἐπ᾿ ἄλλαις
προσετίθεμεν κακίας οἵ τε δοκοῦντες ἡμῶν ποιμένες τὸν τῆς
θεοσεβείας θεσμὸν παρωσάμενοι ταῖς πρὸς ἀλλήλους ἀνεφλέ-
γοντο φιλονεικίαις, αὐτὰ δὴ ταῦτα μόνα, τὰς ἔριδας καὶ τὰς
ἀπειλὰς τόν τε ζῆλον καὶ τὸ πρὸς ἀλλήλους ἔχθος τε καὶ
μῖσος ἐπαύξοντες οἷά τε τυραννίδας τὰς φιλαρχίας ἐκθύμως
διεκδικοῦντες, τότε δή, τότε κατὰ τὴν φάσκουσαν τοῦ
Ἱερεμίου φωνὴν ἐγνόφωσεν ἐν ὀργῇ αὐτοῦ κύριος τὴν
θυγατέρα Σιὼν καὶ κατέρριψεν ἐξ οὐρανοῦ δόξασμα
Ἰσραὴλ οὐκ ἐμνήσθη τε ὑποποδίου ποδῶν αὐτοῦ ἐν
ἡμέρᾳ ὀργῆς αὐτοῦ· ἀλλὰ καὶ κατεπόντισεν κύριος
πάντα τὰ ὡραῖα Ἰσραὴλ καὶ καθεῖλεν πάντας τοὺς
φραγμοὺς αὐτοῦ, κατά τε τὰ ἐν Ψαλμοῖς προθεσ-
πισθέντα κατέστρεψεν τὴν διαθήκην τοῦ δούλου
αὐτοῦ καὶ ἐβεβήλωσεν εἰς γῆν διὰ τῆς τῶν ἐκκλησιῶν
καθαιρέσεως τὸ ἁγίασμα αὐτοῦ καὶ καθεῖλεν πάντας
τοὺς φραγμοὺς αὐτοῦ, ἔθετο τὰ ὀχυρώματα αὐτοῦ
δειλίαν· διήρπασάν τε τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ πάντες
οἱ διοδεύοντες ὁδόν, καὶ δὴ ἐπὶ τούτοις ὄνειδος
ἐγενήθη τοῖς γείτοσιν αὐτοῦ. ὕψωσεν γὰρ τὴν
δεξιὰν τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ καὶ ἀπέστρεψεν τὴν βοή-
θειαν τῆς ῥομφαίας αὐτοῦ καὶ οὐκ ἀντελάβετο
αὐτοῦ ἐν τῷ πολέμῳ· ἀλλὰ καὶ κατέλυσεν ἀπὸ
καθαρισμοῦ αὐτὸν καὶ τὸν θρόνον αὐτοῦ εἰς τὴν
γῆν κατέρραξεν ἐσμίκρυνέν τε τὰς ἡμέρας τοῦ
χρόνου αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ πᾶσιν κατέχεεν αὐτοῦ
αἰσχύνην.
Συντετέλεσται δῆτα καθ᾿ ἡμᾶς ἅπαντα, ὁπηνίκα τῶν
μὲν προσευκτηρίων τοὺς οἴκους ἐξ ὕψους εἰς ἔδαφος αὐτοῖς
θεμελίοις καταρριπτουμένους, τὰς δ᾿ ἐνθέους καὶ ἱερὰς
γραφὰς κατὰ μέσας ἀγορὰς πυρὶ παραδιδομένας αὐτοῖς
ἐπείδομεν ὀφθαλμοῖς τούς τε τῶν ἐκκλησιῶν ποιμένας
αἰσχρῶς ὧδε κἀκεῖσε κρυπταζομένους, τοὺς δὲ ἀσχημόνως
ἁλισκομένους καὶ πρὸς τῶν ἐχθρῶν καταπαιζομένους, ὅτε
καὶ κατ᾿ ἄλλον προφητικὸν λόγον ἐξεχύθη ἐξουδένωσις
ἐπ᾿ ἄρχοντας, καὶ ἐπλάνησεν αὐτοὺς ἐν ἀβάτῳ καὶ
οὐχ ὁδῷ. ἀλλὰ τούτων μὲν οὐχ ἡμέτερον διαγράφειν
τὰς ἐπὶ τέλει σκυθρωπὰς συμφοράς, ἐπεὶ καὶ τὰς πρόσθεν
τοῦ διωγμοῦ διαστάσεις τε αὐτῶν εἰς ἀλλήλους καὶ ἀτοπίας
οὐχ ἡμῖν οἰκεῖον μνήμῃ παραδιδόναι· δι᾿ ὃ καὶ πλέον οὐδὲν
ἱστορῆσαι περὶ αὐτῶν διέγνωμεν ἢ δι᾿ ὧν ἂν τὴν θείαν
δικαιώσαιμεν κρίσιν. οὐκοῦν οὐδὲ τῶν πρὸς τοῦ διωγμοῦ
πεπειραμένων ἢ τῶν εἰς ἅπαν τῆς σωτηρίας νεναυαγηκότων
αὐτῇ τε γνώμῃ τοῖς τοῦ κλύδωνος ἐναπορριφέντων βυθοῖς
μνήμην ποιήσασθαι προήχθημεν, μόνα δ᾿ ἐκεῖνα τῇ καθόλου
προσθήσομεν ἱστορίᾳ, ἃ πρώτοις μὲν ἡμῖν αὐτοῖς, ἔπειτα δὲ
καὶ τοῖς μεθ᾿ ἡμᾶς γένοιτ᾿ ἂν πρὸς ὠφελείας.
Ἴωμεν οὖν ἐντεῦθεν ἤδη τοὺς ἱεροὺς ἀγῶνας τῶν τοῦ
θείου λόγου μαρτύρων ἐν ἐπιτομῇ διαγράψοντες. ἔτος
τοῦτο ἦν ἐννεακαιδέκατον τῆς Διοκλητιανοῦ βασιλείας,
Δύστρος μήν, λέγοιτο δ᾿ ἂν οὗτος Μάρτιος κατὰ Ῥωμαίους,
ἐν ᾧ τῆς τοῦ σωτηρίου πάθους ἑορτῆς ἐπελαυνούσης ἥπλωτο
πανταχόσε βασιλικὰ γράμματα, τὰς μὲν ἐκκλησίας εἰς
ἔδαφος φέρειν, τὰς δὲ γραφὰς ἀφανεῖς πυρὶ γενέσθαι προσ-
τάττοντα, καὶ τοὺς μὲν τιμῆς ἐπειλημμένους ἀτίμους, τοὺς
δ᾿ ἐν οἰκετίαις, εἰ ἐπιμένοιεν τῇ τοῦ Χριστιανισμοῦ προθέσει,
ἐλευθερίας στερεῖσθαι προαγορεύοντα. καὶ ἡ μὲν πρώτη
καθ᾿ ἡμῶν γραφὴ τοιαύτη τις ἦν· μετ᾿ οὐ πολὺ δὲ ἑτέρων
ἐπιφοιτησάντων γραμμάτων, προσετάττετο τοὺς τῶν ἐκκλη-
σιῶν προέδρους πάντας τοὺς κατὰ πάντα τόπον πρῶτα μὲν
δεσμοῖς παραδίδοσθαι, εἶθ᾿ ὕστερον πάσῃ μηχανῇ θύειν
ἐξαναγκάζεσθαι.
Τότε δὴ οὖν, τότε πλεῖστοι μὲν ὅσοι τῶν ἐκκλησιῶν
ἄρχοντες, δειναῖς αἰκίαις προθύμως ἐναθλήσαντες, μεγάλων
ἀγώνων ἱστορίας ἐπεδείξαντο, μυρίοι δ᾿ ἄλλοι τὴν ψυχὴν
ὑπὸ δειλίας προναρκήσαντες προχείρως οὕτως ἀπὸ πρώτης
ἐξησθένησαν προσβολῆς, τῶν δὲ λοιπῶν ἕκαστος εἴδη
διάφορα βασάνων ἐνήλλαττεν, ὃ μὲν μάστιξιν αἰκιζόμενος
τὸ σῶμα, ὃ δὲ στρεβλώσεσιν καὶ ξεσμοῖς ἀνυπομονήτοις
τιμωρούμενος, ἐφ᾿ οἷς ἤδη τινὲς οὐκ αἴσιον ἀπηνέγκαντο
τοῦ βίου τέλος. ἄλλοι δ᾿ αὖ πάλιν ἄλλως τὸν ἀγῶνα
διεξῄεσαν· ὃ μὲν γάρ τις ἑτέρων βίᾳ συνωθούντων καὶ ταῖς
παμμιάροις καὶ ἀνάγνοις προσαγόντων θυσίαις ὡς τεθυκὼς
ἀπηλλάττετο, καὶ εἰ μὴ τεθυκὼς ἦν, ὃ δὲ μηδ᾿ ὅλως προσπε-
λάσας μηδέ τινος ἐναγοῦς ἐφαψάμενος, εἰρηκότων δ᾿ ἑτέρων
ὅτι τεθύκοι, σιωπῇ φέρων τὴν συκοφαντίαν ἀπῄει· ἄλλος
ἡμιθνὴς αἰρόμενος ὡς ἂν ἤδη νεκρὸς ἐρρίπτετο, καί τις
αὖ πάλιν ἐπ᾿ ἐδάφους κείμενος μακρὰν ἐσύρετο τοῖν
ποδοῖν, ἐν τεθυκόσιν αὐτοῖς λελογισμένος. ὁ δέ τις ἐβόα
καὶ μεγάλῃ διεμαρτύρετο φωνῇ τῆς θυσίας τὴν ἄρνησιν, καὶ
ἄλλος Χριστιανὸς εἶναι ἐκεκράγει, τῇ τοῦ σωτηρίου προσρή-
ματος ὁμολογίᾳ λαμπρυνόμενος· ἕτερος τὸ μὴ τεθυκέναι
μηδὲ θύσειν ποτὲ διετείνετο. ὅμως δ᾿ οὖν καὶ οἵδε
πολυχειρίᾳ τῆς ἐπὶ τοῦτο τεταγμένης στρατιωτικῆς παρα-
τάξεως κατὰ στόματος παιόμενοι καὶ κατασιγαζόμενοι κατά
τε προσώπου καὶ παρειῶν τυπτόμενοι μετὰ βίας ἐξωθοῦντο
οὕτως ἐξ ἅπαντος οἱ τῆς θεοσεβείας ἐχθροὶ τὸ δοκεῖν ἠνυκέναι
περὶ πολλοῦ ἐτίθεντο.
Ἀλλ᾿ οὐ καὶ κατὰ τῶν ἁγίων αὐτοῖς μαρτύρων ταῦτα
προυχώρει. ὧν εἰς ἀκριβῆ διήγησιν τίς ἂν ἡμῖν ἐξαρκέσειεν
λόγος;
Μυρίους μὲν γὰρ ἱστορήσαι ἄν τις θαυμαστὴν ὑπὲρ
εὐσεβείας τοῦ θεοῦ τῶν ὅλων ἐνδεδειγμένους προθυμίαν, οὐκ
ἐξ ὅτουπερ μόνον ὁ κατὰ πάντων ἀνεκινήθη διωγμός, πολὺ
πρότερον δὲ καθ᾿ ὃν ἔτι τὰ τῆς εἰρήνης συνεκροτεῖτο.
ἄρτι γὰρ ἄρτι πρῶτον ὥσπερ ἀπὸ κάρου βαθέος ὑποκι-
νουμένου τοῦ τὴν ἐξουσίαν εἰληφότος κρύβδην τε ἔτι καὶ
ἀφανῶς μετὰ τὸν ἀπὸ Δεκίου καὶ Οὐαλεριανοῦ μεταξὺ
χρόνον ταῖς ἐκκλησίαις ἐπιχειροῦντος οὐκ ἀθρόως τε τῷ
καθ᾿ ἡμῶν ἐπαποδυομένου πολέμῳ, ἀλλ᾿ ἔτι τῶν κατὰ τὰ
στρατόπεδα μόνων ἀποπειρωμένου (ταύτῃ γὰρ καὶ τοὺς
λοιποὺς ἁλῶναι ῥᾳδίως ᾤετο, εἰ πρότερον ἐκείνων καταγω-
νισάμενος περιγένοιτο), πλείστους παρῆν τῶν ἐν στρατείαις
ὁρᾶν ἀσμενέστατα τὸν ἰδιωτικὸν προασπαζομένους βίον, ὡς
ἂν μὴ ἔξαρνοι γένοιντο τῆς περὶ τὸν τῶν ὅλων δημιουργὸν
εὐσεβείας. ὡς γὰρ ὁ στρατοπεδάρχης, ὅστις ποτὲ ἦν
ἐκεῖνος, ἄρτι πρῶτον ἐνεχείρει τῷ κατὰ τῶν στρατευμάτων
διωγμῷ, φυλοκρινῶν καὶ διακαθαίρων τοὺς ἐν τοῖς στρατο-
πέδοις ἀναφερομένους αἵρεσίν τε διδοὺς ἢ πειθαρχοῦσιν ἧς
μετῆν αὐτοῖς ἀπολαύειν τιμῆς ἢ τοὐναντίον στέρεσθαι
ταύτης, εἰ ἀντιτάττοιντο τῷ προστάγματι, πλεῖστοι ὅσοι
τῆς Χριστοῦ βασιλείας στρατιῶται τὴν εἰς αὐτὸν ὁμολογίαν,
μὴ μελλήσαντες, τῆς δοκούσης δόξης καὶ εὐπραγίας ἧς
εἴχοντο, ἀναμφιλόγως προυτίμησαν. ἤδη δὲ σπανίως
τούτων εἷς που καὶ δεύτερος οὐ μόνον τῆς ἀξίας τὴν ἀποβολήν,
ἀλλὰ καὶ θάνατον τῆς εὐσεβοῦς ἐνστάσεως ἀντικατηλλάτ-
τοντο, μετρίως πως ἤδη τότε τοῦ τὴν ἐπιβουλὴν ἐνεργοῦντος
καὶ μέχρις αἵματος ἐπ᾿ ἐνίων φθάνειν ἐπιτολμῶντος, τοῦ
πλήθους, ὡς ἔοικεν, τῶν πιστῶν δεδιττομένου τε αὐτὸν ἔτι
καὶ ἀποκναίοντος ἐπὶ τὸν κατὰ πάντων ἀθρόως ἐφορμῆσαι
πόλεμον.
Ὡς δὲ καὶ γυμνότερον ἐπαπεδύετο, οὐδ᾿ ἔστιν λόγῳ
δυνατὸν ἀφηγήσασθαι ὅσους καὶ ὁποίους τοῦ θεοῦ μάρτυρας
ὀφθαλμοῖς παρῆν ὁρᾶν τοῖς ἀνὰ πάσας τάς τε πόλεις καὶ
τὰς χώρας οἰκοῦσιν.
Αὐτίκα γοῦν τῶν οὐκ ἀσήμων τις, ἀλλὰ καὶ ἄγαν κατὰ
τὰς ἐν τῷ βίῳ νενομισμένας ὑπεροχὰς ἐνδοξοτάτων, ἅμα τῷ
τὴν κατὰ τῶν ἐκκλησιῶν ἐν τῇ Νικομηδείᾳ προτεθῆναι
γραφήν, ζήλῳ τῷ κατὰ θεὸν ὑποκινηθεὶς διαπύρῳ τε ἐφορμή-
σας τῇ πίστει, ἐν προφανεῖ καὶ δημοσίῳ κειμένην ὡς ἀνοσίαν
καὶ ἀσεβεστάτην ἀνελὼν σπαράττει, δυεῖν ἐπιπαρόντων
κατὰ τὴν αὐτὴν πόλιν βασιλέων, τοῦ τε πρεσβυτάτου τῶν
ἄλλων καὶ τοῦ τὸν τέταρτον ἀπὸ τούτου τῆς ἀρχῆς
ἐπικρατοῦντος βαθμόν. ἀλλ᾿ οὗτος μὲν τῶν τηνικάδε πρῶτος
τοῦτον διαπρέψας τὸν τρόπον ἅμα τε τοιαῦτα οἷα καὶ εἰκὸς
ἦν, ὑπομείνας ὡς ἂν ἐπὶ τοιούτῳ τολμήματι, τὸ ἄλυπον καὶ
ἀτάραχον εἰς αὐτὴν τελευταίαν διετήρησεν ἀναπνοήν.
Πάντων δὲ ὅσοι τῶν πώποτε ἀνυμνοῦνται θαυμάσιοι
καὶ ἐπ᾿ ἀνδρείᾳ βεβοημένοι εἴτε παρ᾿ Ἕλλησιν εἴτε παρὰ
βαρβάροις, θείους ἤνεγκεν ὁ καιρὸς καὶ διαπρεπεῖς μάρτυρας
τοὺς ἀμφὶ τὸν Δωρόθεον βασιλικοὺς παῖδας, οἳ καὶ τῆς
ἀνωτάτω παρὰ τοῖς δεσπόταις ἠξιωμένοι τιμῆς γνησίων
τε αὐτοῖς διαθέσει τέκνων οὐ λειπόμενοι, μείζονα πλοῦτον
ὡς ἀληθῶς ἥγηνται τῆς τοῦ βίου δόξης καὶ τρυφῆς τοὺς
ὑπὲρ εὐσεβείας ὀνειδισμούς τε καὶ πόνους καὶ τοὺς
κεκαινουργημένους ἐπ᾿ αὐτοῖς πολυτρόπους θανάτους·
ὧν ἑνός τινος οἵῳ κέχρηται μνησθέντες τῷ τοῦ βίου τέλει,
σκοπεῖν ἐξ αὐτοῦ καὶ τὰ τοῖς ἄλλοις συμβεβηκότα τοῖς
ἐντυγχάνουσιν καταλείψομεν. ἤγετό τις εἰς μέσον κατὰ
τὴν προειρημένην πόλιν ἐφ᾿ ὧν δεδηλώκαμεν ἀρχόντων.
θύειν δὴ οὖν προσταχθείς, ὡς ἐνίστατο, γυμνὸς μετάρσιος
ἀρθῆναι κελεύεται μάστιξίν τε τὸ πᾶν σῶμα καταξαίνεσθαι,
εἰς ὅτε ἡττηθεὶς κἂν ἄκων τὸ προσταττόμενον ποιήσειεν.
ὡς δὲ καὶ ταῦτα πάσχων ἀδιάτρεπτος ἦν, ὄξος λοιπὸν
ἤδη τῶν ὀστέων ὑποφαινομένων αὐτοῦ σὺν καὶ ἅλατι
φύραντες κατὰ τῶν διασαπέντων τοῦ σώματος μερῶν
ἐνέχεον· ὡς δὲ καὶ ταύτας ἐπάτει τὰς ἀλγηδόνας, ἐσχάρα
τοὐντεῦθεν καὶ πῦρ εἰς μέσον εἵλκετο, καὶ κρεῶν ἐδωδίμων
δίκην τὰ λείψανα αὐτῷ τοῦ σώματος ὑπὸ τοῦ πυρὸς οὐκ
εἰς ἄθρουν, ὡς ἂν μὴ συντόμως ἀπαλλαγείη, κατὰ βραχὺ
δὲ ἀνηλίσκετο, οὐ πρότερον ἀνεῖναι τῶν ἐπιτιθέντων αὐτὸν
τῇ πυρᾷ συγχωρουμένων, πρὶν ἂν καὶ μετὰ τοσαῦτα τοῖς
προσταττομένοις ἐπινεύσειεν. ὃ δ᾿ ἀπρὶξ ἐχόμενος τῆς
προθέσεως νικηφόρος ἐν αὐταῖς βασάνοις παρέδωκε τὴν
ψυχήν. τοιοῦτον τῶν βασιλικῶν ἑνὸς τὸ μαρτύριον παίδων,
ἄξιον ὡς ὄντως καὶ τῆς προσηγορίας· Πέτρος γὰρ ἐκαλεῖτο.
οὐ χείρονα δὲ καὶ τὰ κατὰ τοὺς λοιποὺς ὄντα λόγου φειδό-
μενοι συμμετρίας παραλείψομεν, τοσοῦτον ἱστορήσαντες ὡς ὅ
τε Δωρόθεος καὶ ὁ Γοργόνιος ἑτέροις ἅμα πλείοσιν τῆς
βασιλικῆς οἰκετίας μετὰ τοὺς πολυτρόπους ἀγῶνας βρόχῳ
τὴν ζωὴν μεταλλάξαντες, τῆς ἐνθέου νίκης ἀπηνέγκαντο
βραβεῖα.
Ἐν τούτῳ τῆς κατὰ Νικομήδειαν ἐκκλησίας ὁ τηνικαῦτα
προεστὼς Ἄνθιμος διὰ τὴν εἰς Χριστὸν μαρτυρίαν τὴν
κεφαλὴν ἀποτέμνεται· τούτῳ δὲ πλῆθος ἄθρουν μαρτύρων
προστίθεται, οὐκ οἶδ᾿ ὅπως ἐν τοῖς κατὰ τὴν Νικομήδειαν
βασιλείοις πυρκαϊᾶς ἐν αὐταῖς δὴ ταῖς ἡμέραις ἁφθείσης,
ἣν καθ᾿ ὑπόνοιαν ψευδῆ πρὸς τῶν ἡμετέρων ἐπιχειρηθῆναι
λόγου διαδοθέντος, παγγενεῖ σωρηδὸν βασιλικῷ νεύματι
τῶν τῇδε θεοσεβῶν οἳ μὲν ξίφει κατεσφάττοντο, οἳ δὲ διὰ
πυρὸς ἐτελειοῦντο, ὅτε λόγος ἔχει προθυμίᾳ θείᾳ τινὶ καὶ
ἀρρήτῳ ἄνδρας ἅμα γυναιξὶν ἐπὶ τὴν πυρὰν καθαλέσθαι·
δήσαντες δὲ οἱ δήμιοι ἄλλο τι πλῆθος ἐπὶ σκάφαις τοῖς
θαλαττίοις ἐναπέρριπτον βυθοῖς. τοὺς δέ γε βασιλικοὺς
μετὰ θάνατον παῖδας, γῇ μετὰ τῆς προσηκούσης κηδείας
παραδοθέντας, αὖθις ἐξ ὑπαρχῆς ἀνορύξαντες ἐναπορρῖψαι
θαλάττῃ καὶ αὐτοὺς ᾤοντο δεῖν οἱ νενομισμένοι δεσπόται,
ὡς ἂν μὴ ἐν μνήμασιν ἀποκειμένους προσκυνοῖέν τινες,
θεοὺς δὴ αὐτούς, ὥς γε ᾤοντο, λογιζόμενοι. καὶ τὰ μὲν
ἐπὶ τῆς Νικομηδείας κατὰ τὴν ἀρχὴν ἀποτελεσθέντα τοῦ
διωγμοῦ τοιαῦτα· οὐκ εἰς μακρὸν δ᾿ ἑτέρων κατὰ τὴν
Μελιτηνὴν οὕτω καλουμένην χώραν καὶ αὖ πάλιν ἄλλων
ἀμφὶ τὴν Συρίαν ἐπιφυῆναι τῇ βασιλείᾳ πεπειραμένων, τοὺς
πανταχόσε τῶν ἐκκλησιῶν προεστῶτας εἱρκταῖς καὶ δεσμοῖς
ἐνεῖραι πρόσταγμα ἐφοίτα βασιλικόν. καὶ ἦν ἡ θέα τῶν
ἐπὶ τούτοις γινομένων πᾶσαν διήγησιν ὑπεραίρουσα, μυρίου
πλήθους ἐν παντὶ τόπῳ καθειργνυμένου καὶ τὰ πανταχῇ
δεσμωτήρια, ἀνδροφόνοις καὶ τυμβωρύχοις πάλαι πρότερον
ἐπεσκευασμένα, τότ᾿ ἐπληροῦντο ἐπισκόπων καὶ πρεσβυτέρων
καὶ διακόνων ἀναγνωστῶν τε καὶ ἐπορκιστῶν, ὡς μηδὲ χώραν
ἔτι τοῖς ἐπὶ κακουργίαις κατακρίτοις αὐτόθι λείπεσθαι.
αὖθις δ᾿ ἑτέρων τὰ πρῶτα γράμματα ἐπικατειληφότων, ἐν
οἷς τοὺς κατακλείστους θύσαντας μὲν ἐᾶν βαδίζειν ἐπ᾿ ἐλευθε-
ρίας, ἐνισταμένους δὲ μυρίαις καταξαίνειν προστέτακτο
βασάνοις, πῶς ἂν πάλιν ἐνταῦθα τῶν καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρ-
χίαν μαρτύρων ἀριθμήσειέν τις τὸ πλῆθος καὶ μάλιστα
τῶν κατὰ τὴν Ἀφρικὴν καὶ τὸ Μαύρων ἔθνος Θηβαΐδα
τε καὶ κατ᾿ Αἴγυπτον; ἐξ ἧς καὶ εἰς ἑτέρας ἤδη προ-
ελθόντες πόλεις τε καὶ ἐπαρχίας διέπρεψαν τοῖς μαρτυρίοις.
Ἴσμεν γοῦν τοὺς ἐξ αὐτῶν διαλάμψαντας ἐν Παλαι-
στίνῃ, ἴσμεν δὲ καὶ τοὺς ἐν Τύρῳ τῆς Φοινίκης· οὓς τίς
ἰδὼν οὐ κατεπλάγη τὰς ἀναρίθμους μάστιγας καὶ τὰς ἐν
τούτοις τῶν ὡς ἀληθῶς παραδόξων τῆς θεοσεβείας ἀθλητῶν
ἐνστάσεις τόν τε παραχρῆμα μετὰ τὰς μάστιγας ἐν θηρσὶν
ἀνθρωποβόροις ἀγῶνα καὶ τὰς ἐν τούτῳ παρδάλεων καὶ
διαφόρων ἄρκτων συῶν τε ἀγρίων καὶ πυρὶ καὶ σιδήρῳ
κεκαυτηριασμένων βοῶν προσβολὰς καὶ τὰς πρὸς ἕκαστον
τῶν θηρίων θαυμασίους τῶν γενναίων ὑπομονάς; οἷς
γιγνομένοις καὶ αὐτοὶ παρῆμεν, ὁπηνίκα τοῦ μαρτυρουμένου
σωτῆρος ἡμῶν, αὐτοῦ δὴ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὴν θείαν δύναμιν
ἐπιπαροῦσαν ἐναργῶς τε αὑτὴν τοῖς μάρτυσιν ἐπιδεικνῦσαν
ἱστορήσαμεν, τῶν ἀνθρωποβόρων ἐπὶ πλείονα χρόνον μὴ
προσψαύειν μηδὲ πλησιάζειν τοῖς τῶν θεοφιλῶν σώμασιν
ἐπιτολμώντων, ἀλλ᾿ ἐπὶ μὲν τοὺς ἄλλους, ὅσοι δήπουθεν
ἔξωθεν ἐρεθισμοῖς παρώρμων αὐτά, φερομένων, μόνων δὲ
τῶν ἱερῶν ἀθλητῶν, γυμνῶν ἑστώτων καὶ ταῖς χερσὶν
κατασειόντων ἐπί τε σφᾶς αὐτοὺς ἐπισπωμένων (τοῦτο γὰρ
αὐτοῖς ἐκελεύετο πράττειν), μηδ᾿ ὅλως ἐφαπτομένων,
ἀλλ᾿ ἔσθ᾿ ὅπῃ μὲν καὶ ἐπ᾿ αὐτοὺς ὁρμώντων, οἷα δὲ πρός
τινος θειοτέρας δυνάμεως ἀνακρουομένων καὶ αὖ πάλιν εἰς
τοὐπίσω χωρούντων· ὃ καὶ εἰς μακρὸν γινόμενον
θαῦμα παρεῖχεν οὐ σμικρὸν τοῖς θεωμένοις, ὥστε ἤδη διὰ
τὸ ἄπρακτον τοῦ πρώτου δεύτερον καὶ τρίτον προσαφίεσθαι
ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ μάρτυρι θηρίον. καταπλαγῆναι δ᾿ ἦν
τὴν ἐπὶ τούτοις ἀπτόητον τῶν ἱερῶν ἐκείνων καρτερίαν
καὶ τὴν ἐν σώμασι νέοις βεβηκυῖαν καὶ ἀδιάτρεπτον ἔνστασιν.
ἑώρας γοῦν ἡλικίαν οὐδ᾿ ὅλων ἐτῶν εἴκοσι δίχα δεσμῶν
ἑστῶτος νέου καὶ τὰς μὲν χεῖρας ἐφαπλοῦντος εἰς σταυροῦ
τύπον, ἀκαταπλήκτῳ δὲ καὶ ἀτρεμεῖ διανοίᾳ ταῖς πρὸς
τὸ θεῖον σχολαίτατα τεταμένου λιταῖς μηδ᾿ ὅλως τε
μεθισταμένου μηδ᾿ ἀποκλίνοντός ποι τοῦ ἔνθα εἱστήκει
τόπου, ἄρκτων καὶ παρδάλεων θυμοῦ καὶ θανάτου πνεόντων
σχεδὸν αὐτῆς καθαπτομένων αὐτοῦ τῆς σαρκός, ἀλλ᾿ οὐκ
οἶδ᾿ ὅπως θείᾳ καὶ ἀπορρήτῳ δυνάμει μόνον οὐχὶ φραττο-
μένων τὸ στόμα καὶ αὖθις παλινδρομούντων εἰς τοὐπίσω.
καὶ οὗτος μέν τις τοιοῦτος ἦν· πάλιν δ᾿ ἂν ἑτέρους
εἶδες (πέντε γὰρ οἱ πάντες ἐτύγχανον) ἠγριωμένῳ ταύρῳ
παραβληθέντας, ὃς τοὺς μὲν ἄλλους τῶν ἔξωθεν προσιόντων
τοῖς κέρασιν εἰς τὸν ἀέρα ῥίπτων διεσπάραττεν, ἡμιθνῆτας
αἴρεσθαι καταλιπών, ἐπὶ μόνους δὲ θυμῷ καὶ ἀπειλῇ τοὺς
ἱεροὺς ὁρμῶν μάρτυρας οὐδὲ πλησιάζειν αὐτοῖς οἷός τε ἦν,
κυρίττων δὲ τοῖς ποσὶν καὶ τοῖς κέρασιν τῇδε κἀκεῖσε
χρώμενος καὶ διὰ τοὺς ἀπὸ τῶν καυτήρων ἐρεθισμοὺς
θυμοῦ καὶ ἀπειλῆς πνέων εἰς τοὐπίσω πρὸς τῆς ἱερᾶς
ἀνθείλκετο προνοίας, ὡς μηδὲ τούτου μηδὲν μηδαμῶς
αὐτοὺς ἀδικήσαντος ἕτερα ἄττα αὐτοῖς ἐπαφίεσθαι θηρία.
τέλος δ᾿ οὖν μετὰ τὰς δεινὰς καὶ ποικίλας τούτων
προσβολὰς ξίφει κατασφαγέντες οἱ πάντες ἀντὶ γῆς καὶ
τάφων τοῖς θαλαττίοις παραδίδονται κύμασιν.
Καὶ τοιοῦτος μὲν ὁ ἀγὼν τῶν κατὰ Τύρον τοὺς ὑπὲρ
εὐσεβείας ἄθλους ἐνδειξαμένων Αἰγυπτίων.
Θαυμάσειε δ᾿ ἄν τις αὐτῶν καὶ τοὺς ἐπὶ τῆς οἰκείας γῆς
μαρτυρήσαντας, ἔνθα μυρίοι τὸν ἀριθμόν, ἄνδρες ἅμα
γυναιξὶν καὶ παισίν, ὑπὲρ τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν διδασκαλίας,
τοῦ προσκαίρου ζῆν καταφρονήσαντες, διαφόρους ὑπέμειναν
θανάτους, οἳ μὲν αὐτῶν μετὰ ξεσμοὺς καὶ στρεβλώσεις
μάστιγάς τε χαλεπωτάτας καὶ μυρίας ἄλλας ποικίλας καὶ
φρικτὰς ἀκοῦσαι βασάνους πυρὶ παραδοθέντες, οἳ δὲ πελάγει
καταβροχθισθέντες, ἄλλοι δ᾿ εὐθαρσῶς τοῖς ἀποτέμνουσιν
τὰς ἑαυτῶν προτείναντες κεφαλάς, οἳ δὲ καὶ ἐναποθανόντες
ταῖς βασάνοις, ἕτεροι δὲ λιμῷ διαφθαρέντες, καὶ ἄλλοι
πάλιν ἀνασκολοπισθέντες, οἳ μὲν κατὰ τὸ σύνηθες τοῖς
κακούργοις, οἳ δὲ καὶ χειρόνως ἀνάπαλιν κάτω κάρα
προσηλωθέντες τηρούμενοί τε ζῶντες, εἰς ὅτε καὶ ἐπ᾿
αὐτῶν ἰκρίων λιμῷ διαφθαρεῖεν.
Πάντα δ᾿ ὑπεραίρει λόγον καὶ ἃς ὑπέμειναν αἰκίας
καὶ ἀλγηδόνας οἱ κατὰ Θηβαΐδα μάρτυρες, ὀστράκοις
ἀντὶ ὀνύχων ὅλον τὸ σῶμα καὶ μέχρις ἀπαλλαγῆς τοῦ
βίου καταξαινόμενοι, γύναιά τε τοῖν ποδοῖν ἐξ ἑνὸς
ἀποδεσμούμενα μετέωρά τε καὶ διαέρια κάτω κεφαλὴν
μαγγάνοις τισὶν εἰς ὕψος ἀνελκόμενα γυμνοῖς τε παντελῶς
καὶ μηδ᾿ ἐπικεκαλυμμένοις τοῖς σώμασιν θέαν ταύτην
αἰσχίστην καὶ πάντων ὠμοτάτην καὶ ἀπανθρωποτάτην τοῖς
ὁρῶσιν ἅπασιν παρεσχημένα· ἄλλοι δ᾿ αὖ πάλιν δένδρεσιν
καὶ πρέμνοις ἐναπέθνῃσκον δεσμούμενοι· τοὺς γὰρ μάλιστα
στερροτάτους τῶν κλάδων μηχαναῖς τισιν ἐπὶ ταὐτὸ
συνέλκοντες εἰς ἑκάτερά τε τούτων τὰ τῶν μαρτύρων
ἀποτείνοντες σκέλη, εἰς τὴν ἑαυτῶν ἠφίεσαν τοὺς κλάδους
φέρεσθαι φύσιν, ἄθρουν τῶν μελῶν διασπασμὸν καθ᾿ ὧν
ταῦτ᾿ ἐνεχείρουν ἐπινοοῦντες. καὶ ταῦτά γε πάντα
ἐνηργεῖτο οὐκ ἐπ᾿ ὀλίγας ἡμέρας ἢ χρόνον τινὰ βραχύν,
ἀλλ᾿ ἐπὶ μακρὸν ὅλων ἐτῶν διάστημα, ὁτὲ μὲν πλειόνων ἢ
δέκα, ὁτὲ δὲ ὑπὲρ τοὺς εἴκοσι τὸν ἀριθμὸν ἀναιρουμένων,
ἄλλοτε δὲ οὐχ ἧττον καὶ τριάκοντα, ἤδη δ᾿ ἐγγύς που
ἑξήκοντα, καὶ πάλιν ἄλλοτε ἑκατὸν ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ ἄνδρες
ἅμα κομιδῇ νηπίοις καὶ γυναιξὶν ἐκτείνοντο, ποικίλαις καὶ
ἐναλλαττούσαις τιμωρίαις καταδικαζόμενοι. ἱστορήσαμεν
δὲ καὶ αὐτοὶ ἐπὶ τῶν τόπων γενόμενοι πλείους ἀθρόως
κατὰ μίαν ἡμέραν τοὺς μὲν τῆς κεφαλῆς ἀποτομὴν ὑπομεί-
ναντας, τοὺς δὲ τὴν διὰ πυρὸς τιμωρίαν, ὡς ἀμβλύνεσθαι
φονεύοντα τὸν σίδηρον ἀτονοῦντά τε διαθλᾶσθαι αὐτούς
τε τοὺς ἀναιροῦντας ἀποκάμνοντας ἀμοιβαδὸν ἀλλήλους
διαδέχεσθαι· ὅτε καὶ θαυμασιωτάτην ὁρμὴν θείαν τε
ὡς ἀληθῶς δύναμιν καὶ προθυμίαν τῶν εἰς τὸν Χριστὸν τοῦ
θεοῦ πεπιστευκότων συνεωρῶμεν.
Ἅμα γοῦν τῇ κατὰ τῶν προτέρων ἀποφάσει ἐπεπήδων
ἄλλοθεν ἄλλοι τῷ πρὸ τοῦ δικαστοῦ βήματι Χριστιανοὺς
σφᾶς ὁμολογοῦντες, ἀφροντίστως μὲν πρὸς τὰ δεινὰ καὶ τοὺς
τῶν πολυειδῶν βασάνων τρόπους διακείμενοι, ἀκαταπλήκτως
δὲ παρρησιαζόμενοι ἐπὶ τῇ εἰς τὸν τῶν ὅλων θεὸν εὐσεβείᾳ
μετά τε χαρᾶς καὶ γέλωτος καὶ εὐφροσύνης τὴν ὑστάτην
ἀπόφασιν τοῦ θανάτου καταδεχόμενοι, ὥστε ψάλλειν καὶ
ὕμνους καὶ εὐχαριστίας εἰς τὸν τῶν ὅλων θεὸν μέχρις αὐτῆς
ἐσχάτης ἀναπέμπειν ἀναπνοῆς. θαυμάσιοι μὲν οὖν καὶ
οὗτοι, ἐξαιρέτως δ᾿ ἐκεῖνοι θαυμασιώτεροι οἱ πλούτῳ μὲν
καὶ εὐγενείᾳ καὶ δόξῃ λόγῳ τε καὶ φιλοσοφίᾳ διαπρέψαντες,
πάντα γε μὴν δεύτερα θέμενοι τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας καὶ
τῆς εἰς τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν
πίστεως, οἷος Φιλόρωμος ἦν, ἀρχήν τινα οὐ τὴν τυχοῦσαν
τῆς κατ᾿ Ἀλεξάνδρειαν βασιλικῆς διοικήσεως ἐγκεχειρισμέ-
νος, ὃς μετὰ τοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς Ῥωμαϊκῆς τιμῆς, ὑπὸ
στρατιώταις δορυφορούμενος, ἑκάστης ἀνεκρίνετο ἡμέρας,
Φιλέας τε τῆς Θμουϊτῶν ἐκκλησίας ἐπίσκοπος, διαπρέψας
ἀνὴρ ταῖς κατὰ τὴν πατρίδα πολιτείαις τε καὶ λειτουργίαις
ἔν τε τοῖς κατὰ φιλοσοφίαν λόγοις· οἳ καὶ μυρίων
ὅσων πρὸς αἵματός τε καὶ τῶν ἄλλων φίλων ἀντιβολούντων,
ἔτι μὴν τῶν ἐπ᾿ ἀξίας ἀρχόντων, πρὸς δὲ καὶ αὐτοῦ τοῦ
δικαστοῦ παρακαλοῦντος ὡς ἂν αὐτῶν οἶκτον λάβοιεν φειδώ
τε παίδων καὶ γυναικῶν ποιήσοιντο, οὐδαμῶς πρὸς τῶν
τοσούτων ἐπὶ τὸ φιλοζωῆσαι μὲν ἑλέσθαι, καταφρονῆσαι
δὲ τῶν περὶ ὁμολογίας καὶ ἀρνήσεως τοῦ σωτῆρος ἡμῶν
θεσμῶν ὑπήχθησαν, ἀνδρείῳ δὲ λογισμῷ καὶ φιλοσόφῳ,
μᾶλλον δὲ εὐσεβεῖ καὶ φιλοθέῳ ψυχῇ πρὸς ἁπάσας τοῦ
δικαστοῦ τάς τε ἀπειλὰς καὶ τὰς ὕβρεις ἐνστάντες, ἄμφω
τὰς κεφαλὰς ἀπετμήθησαν.
Ἐπεὶ δὲ καὶ τῶν ἔξωθεν μαθημάτων ἕνεκα πολλοῦ
λόγου ἄξιον γενέσθαι τὸν Φιλέαν ἔφαμεν, αὐτὸς ἑαυτοῦ
παρίτω μάρτυς, ἅμα μὲν ἑαυτὸν ὅστις ποτ᾿ ἦν, ἐπιδείξων,
ἅμα δὲ καὶ τὰ κατ᾿ αὐτὸν ἐν τῇ Ἀλεξανδρείᾳ συμβεβηκότα
μαρτύρια ἀκριβέστερον μᾶλλον ἢ ἡμεῖς ἱστορήσων διὰ
τούτων τῶν λέξεων·
ΑΠΟ ΤΩΝ ΦΙΛΕΟΥ ΠΡΟΣ ΘΜΟΥΙΤΑΣ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
«τούτων ἁπάντων ὑποδειγμάτων ἡμῖν καὶ ὑπογραμμῶν
καὶ καλῶν γνωρισμάτων ἐν ταῖς θείαις καὶ ἱεραῖς γραφαῖς
κειμένων, οὐδὲν μελλήσαντες οἱ μακάριοι σὺν ἡμῖν μάρτυρες,
τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα πρὸς τὸν ἐπὶ πάντων θεὸν καθαρῶς
τείναντες καὶ τὸν ἐπ᾿ εὐσεβείᾳ θάνατον ἐν νῷ λαβόντες,
ἀπρὶξ τῆς κλήσεως εἴχοντο, τὸν μὲν κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν
Χριστὸν εὑρόντες ἐνανθρωπήσαντα δι᾿ ἡμᾶς, ἵνα πᾶσαν μὲν
ἁμαρτίαν ἐκκόψῃ, ἐφόδια δὲ τῆς εἰς τὴν αἰώνιον ζωὴν εἰσόδου
ἡμῖν κατάθηται· οὐ γὰρ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι
ἴσα θεῷ, ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών,
καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἑαυτὸν ἐταπεί-
νωσεν ἕως θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. δι᾿ ὃ
καὶ ζηλώσαντες τὰ μείζονα χαρίσματα οἱ χριστοφόροι
μάρτυρες πάντα μὲν πόνον καὶ παντοίας ἐπινοίας αἰκισμῶν
οὐκ εἰς ἅπαξ, ἀλλ᾿ ἤδη καὶ δεύτερόν τινες ὑπέμειναν, πάσας
δὲ ἀπειλὰς οὐ λόγοις μόνον, ἀλλὰ καὶ ἔργοις τῶν δορυφόρων
κατ᾿ αὐτῶν φιλοτιμουμένων, οὐκ ἐνεδίδουν τὴν γνώμην διὰ
τὸ τὴν τελείαν ἀγάπην ἔξω βάλλειν τὸν φόβον· ὧν
καταλέγειν τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν ἐφ᾿ ἑκάστῃ βασάνῳ
ἀνδρείαν τίς ἂν ἀρκέσειεν λόγος; ἀνέσεως γὰρ οὔσης
ἅπασι τοῖς βουλομένοις ἐνυβρίζειν, οἳ μὲν ξύλοις ἔπαιον,
ἕτεροι δὲ ῥάβδοις, ἄλλοι δὲ μάστιξιν, ἕτεροι δὲ πάλιν ἱμᾶσιν,
ἄλλοι δὲ σχοινίοις. καὶ ἦν ἡ θέα τῶν αἰκισμῶν ἐνηλλαγμένη
καὶ πολλὴν τὴν ἐν αὐτῇ κακίαν ἔχουσα. οἳ μὲν γὰρ ὀπίσω
τὼ χεῖρε δεθέντες περὶ τὸ ξύλον ἐξηρτῶντο καὶ μαγγάνοις
τισὶ διετείνοντο πᾶν μέλος, εἶθ᾿ οὕτως διὰ παντὸς τοῦ
σώματος ἐπῆγον ἐκ κελεύσεως οἱ βασανισταί, οὐ καθάπερ
τοῖς φονεῦσιν ἐπὶ τῶν πλευρῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ τῆς γαστρὸς
καὶ κνημῶν καὶ παρειῶν τοῖς ἀμυντηρίοις ἐκόλαζον· ἕτεροι
δὲ ἀπὸ τῆς στοᾶς μιᾶς χειρὸς ἐξηρτημένοι αἰωροῦντο,
πάσης ἀλγηδόνος δεινοτέραν τὴν ἀπὸ τῶν ἄρθρων καὶ μελῶν
τάσιν ἔχοντες· ἄλλοι δὲ πρὸς τοῖς κίοσιν ἀντιπρόσωποι
ἐδοῦντο, οὐ βεβηκόσιν τοῖς ποσίν, τῷ δὲ βάρει τοῦ σώματος
βιαζομένων μετὰ τάσεως ἀνελκομένων τῶν δεσμῶν. καὶ
τοῦθ᾿ ὑπέμενον, οὐκ ἐφ᾿ ὅσον προσδιελέγετο οὐδ᾿ αὐτοῖς
ἐσχόλαζεν ὁ ἡγεμών, ἀλλὰ μόνον οὐχὶ δι᾿ ὅλης τῆς ἡμέρας.
ὅτε γὰρ καὶ ἐφ᾿ ἑτέρους μετέβαινεν, τοῖς προτέροις κατε-
λίμπανεν ἐφεδρεύειν τοὺς τῇ ἐξουσίᾳ αὐτοῦ ὑπηρετουμένους,
εἴ πού τις ἡττηθεὶς τῶν βασάνων ἐνδιδόναι ἐδόκει, ἀφειδῶς
δὲ κελεύων καὶ τοῖς δεσμοῖς προσιέναι καὶ μετὰ ταῦτα
ψυχορραγοῦντας αὐτοὺς κατατεθεμένους εἰς τὴν γῆν
ἕλκεσθαι· οὐ γὰρ εἶναι κἂν μέρος φροντίδος αὐτοῖς
περὶ ἡμῶν, ἀλλ᾿ οὕτω καὶ διανοεῖσθαι καὶ πράττειν, ὡς
μηκέτ᾿ ὄντων, ταύτην δευτέραν βάσανον ἐπὶ ταῖς πληγαῖς
τῶν ὑπεναντίων ἐφευρόντων. ἦσαν δὲ οἱ καὶ μετὰ τοὺς
αἰκισμοὺς ἐπὶ τοῦ ξύλου κείμενοι, διὰ τῶν τεσσάρων ὀπῶν
διατεταμένοι ἄμφω τὼ πόδε, ὡς καὶ κατὰ ἀνάγκην αὐτοὺς
ἐπὶ τοῦ ξύλου ὑπτίους εἶναι, μὴ δυναμένους διὰ τὸ ἔναυλα τὰ
τραύματα ἀπὸ τῶν πληγῶν καθ᾿ ὅλου τοῦ σώματος ἔχειν·
ἕτεροι δὲ εἰς τοὔδαφος ῥιφέντες ἔκειντο ὑπὸ τῆς τῶν βασάνων
ἀθρόας προσβολῆς, δεινοτέραν τὴν ὄψιν τῆς ἐνεργείας τοῖς
ὁρῶσιν παρέχοντες, ποικίλας καὶ διαφόρους ἐν τοῖς σώμασιν
φέροντες τῶν βασάνων τὰς ἐπινοίας. τούτων οὕτως
ἐχόντων οἳ μὲν ἐναπέθνῃσκον ταῖς βασάνοις, τῇ καρτερίᾳ
καταισχύναντες τὸν ἀντίπαλον, οἳ δὲ ἡμιθνῆτες ἐν τῷ
δεσμωτηρίῳ συγκλειόμενοι, μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας ταῖς
ἀλγηδόσι συνεχόμενοι ἐτελειοῦντο, οἱ δὲ λοιποὶ τῆς ἀπὸ τῆς
θεραπείας ἀνακτήσεως τυχόντες τῷ χρόνῳ καὶ τῇ τῆς
φυλακῆς διατριβῇ θαρσαλεώτεροι ἐγίνοντο. οὕτω γοῦν,
ἡνίκα προσετέτακτο αἱρέσεως κειμένης ἢ ἐφαψάμενον τῆς
ἐναγοῦς θυσίας ἀνενόχλητον εἶναι, τῆς ἐπαράτου ἐλευθερίας
παρ᾿ αὐτῶν τυχόντα, ἢ μὴ θύοντα τὴν ἐπὶ θανάτῳ δίκην
ἐκδέχεσθαι, οὐδὲν μελλήσαντες ἀσμένως ἐπὶ τὸν θάνατον
ἐχώρουν· ᾔδεσαν γὰρ τὰ ὑπὸ τῶν ἱερῶν γραφῶν ἡμῖν
προορισθέντα. ὁ γὰρ θυσιάζων, φησίν, θεοῖς ἑτέροις
ἐξολοθρευθήσεται, καὶ ὅτι οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ
ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ».
Τοιαῦται τοῦ ὡς ἀληθῶς φιλοσόφου τε ὁμοῦ καὶ
φιλοθέου μάρτυρος αἱ φωναὶ ἃς πρὸ τελευταίας ἀποφάσεως,
ὑπὸ τὴν δεσμωτικὴν ἔθ᾿ ὑπάρχων τάξιν, τοῖς κατὰ τὴν
αὑτοῦ παροικίαν ἀδελφοῖς ἐπεστάλκει, ἅμα μὲν τὰ ἐν οἷς
ἦν, ἀνατιθέμενος, ἅμα δὲ καὶ παρορμῶν αὐτοὺς ἐπὶ τὸ
ἀπρὶξ ἔχεσθαι καὶ μετ᾿ αὐτὸν ὅσον οὔπω τελειωθησόμενον
τῆς ἐν Χριστῷ θεοσεβείας. ἀλλὰ τί χρὴ πολλὰ λέγειν
καὶ καινοτέρας ἐπὶ καινοτέραις τῶν ἀνὰ τὴν οἰκουμένην
θεοπρεπῶν μαρτύρων ἀθλήσεις παρατίθεσθαι, μάλιστα τῶν
οὐκέτι μὲν κοινῷ νόμῳ, πολέμου δὲ τρόπῳ πεπολιορκημένων;
Ἤδη γοῦν ὅλην Χριστιανῶν πολίχνην αὔτανδρον ἀμφὶ
τὴν Φρυγίαν ἐν κύκλῳ περιβαλόντες ὁπλῖται πῦρ τε ὑφάψαντες
κατέφλεξαν αὐτοῖς ἅμα νηπίοις καὶ γυναιξὶ τὸν ἐπὶ πάντων
θεὸν ἐπιβοωμένοις, ὅτι δὴ πανδημεὶ πάντες οἱ τὴν πόλιν
οἰκοῦντες λογιστής τε αὐτὸς καὶ στρατηγοὶ σὺν τοῖς ἐν τέλει
πᾶσιν καὶ ὅλῳ δήμῳ Χριστιανοὺς σφᾶς ὁμολογοῦντες, οὐδ᾿
ὁπωστιοῦν τοῖς προστάττουσιν εἰδωλολατρεῖν ἐπειθάρχουν.
καί τις ἕτερος Ῥωμαϊκῆς ἀξίας ἐπειλημμένος, Ἄδαυκτος
τοὔνομα, γένος τῶν παρ᾿ Ἰταλοῖς ἐπισήμων, διὰ πάσης
προελθὼν ἀνὴρ τῆς παρὰ βασιλεῦσι τιμῆς, ὡς καὶ τὰς
καθόλου διοικήσεις τῆς παρ᾿ αὐτοῖς καλουμένης μαγιστρό-
τητός τε καὶ καθολικότητος ἀμέμπτως διελθεῖν, ἐπὶ πᾶσι
τούτοις διαπρέψας τοῖς ἐν θεοσεβείᾳ κατορθώμασιν καὶ ταῖς
εἰς τὸν Χριστὸν τοῦ θεοῦ ὁμολογίαις, τῷ τοῦ μαρτυρίου
διαδήματι κατεκοσμήθη, ἐπ᾿ αὐτῆς τῆς τοῦ καθολικοῦ
πράξεως τὸν ὑπὲρ εὐσεβείας ὑπομείνας ἀγῶνα.
Τί με χρὴ νῦν ἐπ᾿ ὀνόματος τῶν λοιπῶν μνημονεύειν
ἢ τὸ πλῆθος τῶν ἀνδρῶν ἀριθμεῖν ἢ τὰς πολυτρόπους
αἰκίας ἀναζωγραφεῖν τῶν θαυμασίων μαρτύρων, τοτὲ μὲν
πέλυξιν ἀναιρουμένων, οἷα γέγονεν τοῖς ἐπ᾿ Ἀραβίας, τοτὲ
δὲ τὰ σκέλη κατεαγνυμένων, οἷα τοῖς ἐν Καππαδοκίᾳ
συμβέβηκεν, καὶ ποτὲ μὲν κατὰ κεφαλῆς ἐκ τοῖν ποδοῖν εἰς
ὕψος ἀναρτωμένων καὶ μαλθακοῦ πυρὸς ὑποκαιομένου τῷ
παραπεμπομένῳ καπνῷ τῆς φλεγομένης ὕλης ἀποπνιγομένων,
οἷα τοῖς ἐν Μέσῃ τῶν ποταμῶν ἐπήχθη, ποτὲ δὲ ῥῖνας καὶ
ὦτα καὶ χεῖρας ἀκρωτηριαζομένων τά τε λοιπὰ τοῦ σώματος
μέλη τε καὶ μέρη κρεουργουμένων, οἷα τὰ ἐπ᾿ Ἀλεξανδρείας
ἦν;
Τί δεῖ τῶν ἐπ᾿ Ἀντιοχείας ἀναζωπυρεῖν τὴν μνήμην,
ἐσχάραις πυρὸς οὐκ εἰς θάνατον, ἀλλ᾿ ἐπὶ μακρᾷ τιμωρίᾳ
κατοπτωμένων, ἑτέρων τε θᾶττον τὴν δεξιὰν αὐτῷ πυρὶ
καθιέντων ἢ τῆς ἐναγοῦς θυσίας ἐφαπτομένων; ὧν τινες τὴν
πεῖραν φεύγοντες, πρὶν ἁλῶναι καὶ εἰς χεῖρας τῶν ἐπιβούλων
ἐλθεῖν, ἄνωθεν ἐξ ὑψηλῶν δωμάτων ἑαυτοὺς κατεκρήμνισαν,
τὸν θάνατον ἅρπαγμα θέμενοι τῆς τῶν δυσσεβῶν μοχθηρίας.
καί τις ἱερὰ καὶ θαυμασία τὴν τῆς ψυχῆς ἀρετήν, τὸ
δὲ σῶμα γυνὴ καὶ τὰ ἄλλα τῶν ἐπ᾿ Ἀντιοχείας πλούτῳ καὶ
γένει καὶ εὐδοξίᾳ παρὰ πᾶσι βεβοημένη, παίδων ξυνωρίδα
παρθένων τῇ τοῦ σώματος ὥρᾳ καὶ ἀκμῇ διαπρεπουσῶν
θεσμοῖς εὐσεβείας ἀναθρεψαμένη, ἐπειδὴ πολὺς ὁ περὶ αὐτὰς
κινούμενος φθόνος πάντα τρόπον ἀνιχνεύων λανθανούσας
περιειργάζετο, εἶτ᾿ ἐπ᾿ ἀλλοδαπῆς αὐτὰς διατρίβειν μαθὼν
πεφροντισμένως ἐπὶ τὴν Ἀντιόχειαν ἐκάλει δικτύων τε ἤδη
στρατιωτικῶν εἴσω περιβέβληντο, ἐν ἀμηχάνοις ἑαυτὴν καὶ
τὰς παῖδας θεασαμένη καὶ τὰ μέλλοντα ἐξ ἀνθρώπων δεινὰ
τῷ λόγῳ παραθεῖσα τό τε πάντων δεινῶν καὶ ἀφορητότερον,
πορνείας ἀπειλήν, μηδὲ ἄκροις ὠσὶν ὑπομεῖναι δεῖν ἀκοῦσαι
ἑαυτῇ τε καὶ ταῖς κόραις παρακελευσαμένη, ἀλλὰ καὶ τὸ
προδοῦναι τὰς ψυχὰς τῇ τῶν δαιμόνων δουλείᾳ πάντων
ὑπάρχειν θανάτων καὶ πάσης χεῖρον ἀπωλείας φήσασα,
μίαν τούτων ἁπάντων εἶναι λύσιν ὑπετίθετο τὴν ἐπὶ τὸν
κύριον καταφυγήν, κἄπειτα ὁμοῦ τῇ γνώμῃ συνθέμεναι
τά τε σώματα περιστείλασαι κοσμίως τοῖς περιβλήμασιν,
ἐπ᾿ αὐτῆς μέσης γενόμεναι τῆς ὁδοῦ, βραχύ τι τοὺς
φύλακας εἰς ἀναχώρησιν ὑποπαραιτησάμεναι, ἐπὶ παραρρέ-
οντα ποταμὸν ἑαυτὰς ἠκόντισαν.
Αἵδε μὲν οὖν ἑαυτάς· ἄλλην δ᾿ ἐπ᾿ αὐτῆς Ἀντιοχείας
ξυνωρίδα παρθένων τὰ πάντα θεοπρεπῶν καὶ ἀληθῶς
ἀδελφῶν, ἐπιδόξων μὲν τὸ γένος, λαμπρῶν δὲ τὸν βίον,
νέων τοὺς χρόνους, ὡραίων τὸ σῶμα, σεμνῶν τὴν ψυχήν,
εὐσεβῶν τὸν τρόπον, θαυμαστῶν τὴν σπουδήν, ὡς ἂν μὴ
φερούσης τῆς γῆς τὰ τοιαῦτα βαστάζειν, θαλάττῃ ῥίπτειν
ἐκέλευον οἱ τῶν δαιμόνων θεραπευταί. ταῦτα μὲν οὖν παρὰ
τοῖσδε· τὰ φρικτὰ δὲ ἀκοαῖς κατὰ τὸν Πόντον ἔπασχον
ἕτεροι, καλάμοις ὀξέσιν τοῖν χεροῖν ἐξ ἄκρων ὀνύχων
τοὺς δακτύλους διαπειρόμενοι, καὶ ἄλλοι, πυρὶ μολίβδου
διατακέντος, βρασσούσῃ καὶ πεπυρακτωμένῃ τῇ ὕλῃ τὰ
νῶτα καταχεόμενοι καὶ τὰ μάλιστα ἀναγκαιότατα τοῦ
σώματος κατοπτώμενοι, διά τε τῶν ἀπορρήτων ἕτεροι
μελῶν τε καὶ σπλάγχνων αἰσχρὰς καὶ ἀσυμπαθεῖς καὶ οὐδὲ
λόγῳ ῥητὰς ὑπέμενον πάθας ἃς οἱ γενναῖοι καὶ νόμιμοι
δικασταὶ τὴν σφῶν ἐπιδεικνύμενοι δεινότητα, ὥσπερ τινὰ
σοφίας ἀρετήν, φιλοτιμότερον ἐπενόουν, αἰεὶ ταῖς καινότερον
ἐφευρισκομέναις αἰκίαις, ὥσπερ ἐν ἀγῶνος βραβείοις,
ἀλλήλους ὑπερεξάγειν ἁμιλλώμενοι. τὰ δ᾿ οὖν τῶν
συμφορῶν ἔσχατα, ὅτε δὴ λοιπὸν ἀπειρηκότες ἐπὶ τῇ τῶν
κακῶν ὑπερβολῇ καὶ πρὸς τὸ κτείνειν ἀποκαμόντες πλησμονήν
τε καὶ κόρον τῆς τῶν αἱμάτων ἐκχύσεως ἐσχηκότες, ἐπὶ τὸ
νομιζόμενον αὐτοῖς χρηστὸν καὶ φιλάνθρωπον ἐτρέποντο,
ὡς μηδὲν μὲν ἔτι δοκεῖν δεινὸν καθ᾿ ἡμῶν περιεργάζεσθαι·
μὴ γὰρ καθήκειν φασὶν αἵμασιν ἐμφυλίοις μιαίνειν τὰς
πόλεις μηδ᾿ ἐπ᾿ ὠμότητι τὴν ἀνωτάτω διαβάλλειν τῶν
κρατούντων ἀρχήν, εὐμενῆ τοῖς πᾶσιν ὑπάρχουσαν καὶ
πραεῖαν, δεῖν δὲ μᾶλλον τῆς φιλανθρώπου καὶ βασιλικῆς
ἐξουσίας εἰς πάντας ἐκτείνεσθαι τὴν εὐεργεσίαν, μηκέτι
θανάτῳ κολαζομένους· λελύσθαι γὰρ αὐτῶν καθ᾿ ἡμῶν
ταύτην τὴν τιμωρίαν διὰ τὴν τῶν κρατούντων φιλανθρωπίαν.
τηνικαῦτα ὀφθαλμοὺς ἐξορύττεσθαι καὶ τοῖν σκελοῖν
πηροῦσθαι θάτερον προσετάττετο. ταῦτα γὰρ ἦν αὐτοῖς τὰ
φιλάνθρωπα καὶ τῶν καθ᾿ ἡμῶν τιμωριῶν τὰ κουφότατα,
ὥστε ἤδη ταύτης ἕνεκα τῆς τῶν ἀσεβῶν φιλανθρωπίας
οὐκέτ᾿ εἶναι δυνατὸν ἐξειπεῖν τὸ πλῆθος τῶν ὑπὲρ πάντα
λόγον τοὺς μὲν δεξιοὺς ὀφθαλμοὺς ξίφει πρότερον ἐκκοπτο-
μένων κἄπειτα τούτους πυρὶ καυτηριαζομένων, τοὺς δὲ
λαιοὺς πόδας κατὰ τῶν ἀγκυλῶν αὖθις καυτῆρσιν ἀχρειου-
μένων μετά τε ταῦτα τοῖς κατ᾿ ἐπαρχίαν χαλκοῦ μετάλλοις
οὐχ ὑπηρεσίας τοσοῦτον ὅσον κακώσεως καὶ ταλαιπωρίας
ἕνεκεν καταδικαζομένων πρὸς ἅπασί τε τούτοις ἄλλων
ἄλλοις ἀγῶσιν, οὓς μηδὲ καταλέγειν δυνατόν (νικᾷ γὰρ
πάντα λόγον τὰ κατ᾿ αὐτοὺς ἀνδραγαθήματα), περιπεπτω-
κότων.
ἐν δὴ τούτοις ἐφ᾿ ὅλης τῆς οἰκουμένης διαλάμψαντες
οἱ μεγαλοπρεπεῖς τοῦ Χριστοῦ μάρτυρες τοὺς μὲν ἁπανταχοῦ
τῆς ἀνδρείας αὐτῶν ἐπόπτας εἰκότως κατεπλήξαντο, τῆς δὲ
τοῦ σωτῆρος ἡμῶν θείας ὡς ἀληθῶς καὶ ἀπορρήτου δυνάμεως
ἐμφανῆ δι᾿ ἑαυτῶν τὰ τεκμήρια παρεστήσαντο. ἑκάστου
μὲν οὖν ἐπ᾿ ὀνόματος μνημονεύειν μακρὸν ἂν εἴη, μή τί γε
τῶν ἀδυνάτων.
Τῶν δὲ κατὰ τὰς ἐπισήμους πόλεις μαρτυρησάντων
ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων πρῶτος ἡμῖν ἐν εὐσεβῶν στήλαις
τῆς Χριστοῦ βασιλείας ἀνηγορεύσθω μάρτυς ἐπίσκοπος τῆς
Νικομηδέων πόλεως, τὴν κεφαλὴν ἀποτμηθείς, Ἄνθιμος,
τῶν δ᾿ ἐπ᾿ Ἀντιοχείας μαρτύρων τὸν πάντα βίον ἄριστος
πρεσβύτερος τῆς αὐτόθι παροικίας, Λουκιανός, ἐν τῇ Νικομη-
δείᾳ καὶ αὐτὸς βασιλέως ἐπιπαρόντος τὴν οὐράνιον τοῦ
Χριστοῦ βασιλείαν λόγῳ πρότερον δι᾿ ἀπολογίας, εἶτα δὲ
καὶ ἔργοις ἀνακηρύξας. τῶν δ᾿ ἐπὶ Φοινίκης μαρτύρων
γένοιντ᾿ ἂν ἐπισημότατοι τὰ πάντα θεοφιλεῖς τῶν λογικῶν
Χριστοῦ θρεμμάτων ποιμένες, Τυραννίων ἐπίσκοπος τῆς κατὰ
Τύρον ἐκκλησίας πρεσβύτερός τε τῆς κατὰ Σιδῶνα Ζηνόβιος
καὶ ἔτι Σιλβανὸς τῶν ἀμφὶ τὴν Ἔμισαν ἐκκλησιῶν ἐπίσκοπος.
ἀλλ᾿ οὗτος μὲν θηρίων βορὰ μεθ᾿ ἑτέρων ἐπ᾿ αὐτῆς
Ἐμίσης γενόμενος χοροῖς ἀνελήφθη μαρτύρων, τὼ δ᾿ ἐπ᾿
Ἀντιοχείας ἄμφω τὸν τοῦ θεοῦ λόγον διὰ τῆς εἰς θάνατον
ὑπομονῆς ἐδοξασάτην, ὃ μὲν θαλαττίοις παραδοθεὶς βυθοῖς,
ὁ ἐπίσκοπος, ὁ δὲ ἰατρῶν ἄριστος Ζηνόβιος ταῖς κατὰ τῶν
πλευρῶν ἐπιτεθείσαις αὐτῷ καρτερῶς ἐναποθανὼν βασάνοις.
τῶν δ᾿ ἐπὶ Παλαιστίνης μαρτύρων Σιλβανός, ἐπίσκοπος
τῶν ἀμφὶ τὴν Γάζαν ἐκκλησιῶν, κατὰ τὰ ἐν Φαινοῖ χαλκοῦ
μέταλλα σὺν ἑτέροις ἑνὸς δέουσι τὸν ἀριθμὸν τεσσαράκοντα
τὴν κεφαλὴν ἀποτέμνεται, Αἰγύπτιοί τε αὐτόθι Πηλεὺς καὶ
Νεῖλος ἐπίσκοποι μεθ᾿ ἑτέρων τὴν διὰ πυρὸς ὑπέμειναν
τελευτήν. καὶ τὸ μέγα δὲ κλέος τῆς Καισαρέων παροικίας
ἐν τούτοις ἡμῖν μνημονευέσθω Πάμφιλος πρεσβύτερος, τῶν
καθ᾿ ἡμᾶς θαυμασιώτατος, οὗ τῶν ἀνδραγαθημάτων τὴν
ἀρετὴν κατὰ τὸν δέοντα καιρὸν ἀναγράψομεν.
τῶν δ᾿ ἐπ᾿ Ἀλεξανδρείας καθ᾿ ὅλης τε Αἰγύπτου καὶ
Θηβαΐδος διαπρεπῶς τελειωθέντων πρῶτος Πέτρος, αὐτῆς
Ἀλεξανδρείας ἐπίσκοπος, θεῖόν τι χρῆμα διδασκάλων τῆς
ἐν Χριστῷ θεοσεβείας, ἀναγεγράφθω, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ
πρεσβυτέρων Φαῦστος καὶ Δῖος καὶ Ἀμμώνιος, τέλειοι
Χριστοῦ μάρτυρες, Φιλέας τε καὶ Ἡσύχιος καὶ Παχύμιος
καὶ Θεόδωρος, τῶν ἀμφὶ τὴν Αἴγυπτον ἐκκλησιῶν ἐπίσκο-
ποι, μυρίοι τε ἐπὶ τούτοις ἄλλοι διαφανεῖς, οἳ πρὸς τῶν
κατὰ χώραν καὶ τόπον παροικιῶν μνημονεύονται· ὧν ἀνὰ
τὴν πᾶσαν οἰκουμένην ὑπὲρ τῆς εἰς τὸ θεῖον εὐσεβείας
ἠγωνισμένων γραφῇ παραδιδόναι τοὺς ἄθλους ἐπ᾿ ἀκριβές
τε ἕκαστα τῶν περὶ αὐτοὺς συμβεβηκότων ἱστορεῖν οὐχ
ἡμέτερον, τῶν δ᾿ ὄψει τὰ πράγματα παρειληφότων ἴδιον ἂν
γένοιτο· οἷς γε μὴν αὐτὸς παρεγενόμην, τούτους καὶ τοῖς
μεθ᾿ ἡμᾶς γνωρίμους δι᾿ ἑτέρας ποιήσομαι γραφῆς. κατά
γε μὴν τὸν παρόντα λόγον τὴν παλινῳδίαν τῶν περὶ ἡμᾶς
εἰργασμένων τοῖς εἰρημένοις ἐπισυνάψω τά τε ἐξ ἀρχῆς τοῦ
διωγμοῦ συμβεβηκότα, χρησιμώτατα τυγχάνοντα τοῖς ἐντευ-
ξομένοις.
Τὰ μὲν οὖν πρὸ τοῦ καθ᾿ ἡμῶν πολέμου τῆς Ῥωμαίων
ἡγεμονίας, ἐν ὅσοις δὴ χρόνοις τὰ τῶν ἀρχόντων φίλιά τε
ἦν ἡμῖν καὶ εἰρηναῖα, ὁπόσης ἀγαθῶν εὐφορίας καὶ εὐετηρίας
ἠξίωτο, τίς ἂν ἐξαρκέσειεν λόγος διηγήσασθαι; ὅτε καὶ οἱ
μάλιστα τῆς καθόλου κρατοῦντες ἀρχῆς δεκαετηρίδας καὶ
εἰκοσαετηρίδας ἐκπλήσαντες, ἐν ἑορταῖς καὶ πανηγύρεσιν
φαιδροτάταις τε θαλίαις καὶ εὐφροσύναις μετὰ πάσης
εὐσταθοῦς διετέλουν εἰρήνης. οὕτω δ᾿ αὐτοῖς ἀπαραπο-
δίστως αὐξούσης καὶ ἐπὶ μέγα ὁσημέραι προϊούσης τῆς
ἐξουσίας, ἀθρόως τῆς πρὸς ἡμᾶς εἰρήνης μεταθέμενοι,
πόλεμον ἄσπονδον ἐγείρουσιν· οὔπω δ᾿ αὐτοῖς τῆς τοιᾶσδε
κινήσεως δεύτερον ἔτος πεπλήρωτο, καί τι περὶ τὴν ὅλην
ἀρχὴν νεώτερον γεγονὸς τὰ πάντα πράγματα ἀνατρέπει.
νόσου γὰρ οὐκ αἰσίας τῷ πρωτοστάτῃ τῶν εἰρημένων
ἐπισκηψάσης, ὑφ᾿ ἧς ἤδη καὶ τὰ τῆς διανοίας εἰς ἔκστασιν
αὐτῷ παρήγετο, σὺν τῷ μετ᾿ αὐτὸν δευτερείοις τετιμημένῳ
τὸν δημώδη καὶ ἰδιωτικὸν ἀπολαμβάνει βίον· οὔπω δὲ
ταῦθ᾿ οὕτω πέπρακτο, καὶ διχῇ τὰ πάντα τῆς ἀρχῆς διαιρεῖται,
πρᾶγμα μηδ᾿ ἄλλοτέ πω πάλαι γεγονὸς μνήμῃ παραδεδο-
μένον. χρόνου δ᾿ οὐ πλείστου μεταξὺ γενομένου βασιλεὺς
Κωνστάντιος τὸν πάντα βίον πραότατα καὶ τοῖς ὑπηκόοις
εὐνοϊκώτατα τῷ τε θείῳ λόγῳ προσφιλέστατα διαθέμενος,
παῖδα γνήσιον Κωνσταντῖνον αὐτοκράτορα καὶ Σεβαστὸν
ἀνθ᾿ ἑαυτοῦ καταλιπών, κοινῷ φύσεως νόμῳ τελευτᾷ τὸν
βίον, πρῶτός τε ἐν θεοῖς ἀνηγορεύετο παρ᾿ αὐτοῖς, ἁπάσης
μετὰ θάνατον, ὅση βασιλεῖ τις ἂν ὠφείλετο, τιμῆς ἠξιωμένος,
χρηστότατος καὶ ἠπιώτατος βασιλέων· ὃς δὴ καὶ
μόνος τῶν καθ᾿ ἡμᾶς ἐπαξίως τῆς ἡγεμονίας τὸν πάντα
τῆς ἀρχῆς διατελέσας χρόνον καὶ τἄλλα τοῖς πᾶσι δεξιώτατον
καὶ εὐεργετικώτατον παρασχὼν ἑαυτὸν τοῦ τε καθ᾿ ἡμῶν
πολέμου μηδαμῶς ἐπικοινωνήσας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν
θεοσεβεῖς ἀβλαβεῖς καὶ ἀνεπηρεάστους φυλάξας καὶ μήτε
τῶν ἐκκλησιῶν τοὺς οἴκους καθελὼν μήθ᾿ ἕτερόν τι καθ᾿
ἡμῶν καινουργήσας, τέλος εὔδαιμον καὶ τρισμακάριον
ἀπείληφεν τοῦ βίου, μόνος ἐπὶ τῆς αὐτοῦ βασιλείας εὐμενῶς
καὶ ἐπιδόξως ἐπὶ διαδόχῳ γνησίῳ παιδὶ πάντα σωφρονεστάτῳ
τε καὶ εὐσεβεστάτῳ τελευτήσας.
Τούτου παῖς Κωνσταντῖνος εὐθὺς ἀρχόμενος βασιλεὺς
τελεώτατος καὶ Σεβαστὸς πρὸς τῶν στρατοπέδων καὶ ἔτι
πολὺ τούτων πρότερον πρὸς αὐτοῦ τοῦ παμβασιλέως θεοῦ
ἀναγορευθείς, ζηλωτὴν ἑαυτὸν τῆς πατρικῆς περὶ τὸν
ἡμέτερον λόγον εὐσεβείας κατεστήσατο. καὶ οὗτος μὲν
τοιοῦτος· Λικίννιος δ᾿ ἐπὶ τούτοις ὑπὸ κοινῆς ψήφου τῶν
κρατούντων αὐτοκράτωρ καὶ Σεβαστὸς ἀναπέφηνεν.
ταῦτα Μαξιμῖνον δεινῶς ἐλύπει, μόνον Καίσαρα παρὰ
πάντας εἰς ἔτι τότε χρηματίζοντα· ὃς δὴ οὖν τὰ μάλιστα
τυραννικὸς ὤν, παραρπάσας ἑαυτῷ τὴν ἀξίαν, Σεβαστὸς ἦν,
αὐτὸς ὑφ᾿ ἑαυτοῦ γεγονώς. ἐν τούτῳ δὲ Κωνσταντίνῳ
μηχανὴν θανάτου συρράπτων ἁλοὺς ὁ μετὰ τὴν ἀπόθεσιν
ἐπανῃρῆσθαι δεδηλωμένος αἰσχίστῳ καταστρέφει θανάτῳ·
πρώτου δὲ τούτου τὰς ἐπὶ τιμῇ γραφὰς ἀνδριάντας τε καὶ
ὅσα τοιαῦτα ἐπ᾿ ἀναθέσει νενόμισται, ὡς ἀνοσίου καὶ
δυσσεβεστάτου καθῄρουν.
Τούτου παῖς Μαξέντιος, ὁ τὴν ἐπὶ Ῥώμης τυραννίδα
συστησάμενος, ἀρχόμενος μὲν τὴν καθ᾿ ἡμᾶς πίστιν ἐπ᾿
ἀρεσκείᾳ καὶ κολακείᾳ τοῦ δήμου Ῥωμαίων καθυπεκρίνατο
ταύτῃ τε τοῖς ὑπηκόοις τὸν κατὰ Χριστιανῶν ἀνεῖναι
προστάττει διωγμόν, εὐσέβειαν ἐπιμορφάζων καὶ ὡς ἂν δεξιὸς
καὶ πολὺ πρᾶος παρὰ τοὺς προτέρους φανείη· οὐ μὴν
οἷος ἔσεσθαι ἠλπίσθη, τοιοῦτος ἔργοις ἀναπέφηνεν, εἰς
πάσας δ᾿ ἀνοσιουργίας ὀκείλας, οὐδὲν ὅ τι μιαρίας ἔργον
καὶ ἀκολασίας παραλέλοιπεν, μοιχείας καὶ παντοίας ἐπιτελῶν
φθοράς. διαζευγνύς γέ τοι τῶν ἀνδρῶν τὰς κατὰ νόμον
γαμετάς, ταύταις ἐνυβρίζων ἀτιμότατα, τοῖς ἀνδράσιν αὖθις
ἀπέπεμπεν, καὶ ταῦτ᾿ οὐκ ἀσήμοις οὐδ᾿ ἀφανέσιν ἐγχειρῶν
ἐπετήδευεν, ἀλλ᾿ αὐτῶν δὴ μάλιστα τῶν τὰ πρῶτα τῆς
Ῥωμαίων συγκλήτου βουλῆς ἀπενηνεγμένων ἐμπαροινῶν
τοῖς ἐξοχωτάτοις. οἱ πάντες δ᾿ αὐτὸν ὑποπεπτηχότες,
δῆμοι καὶ ἄρχοντες, ἔνδοξοί τε καὶ ἄδοξοι, δεινῇ κατετρύχοντο
τυραννίδι, καὶ οὐδ᾿ ἠρεμούντων καὶ τὴν πικρὰν φερόντων
δουλείαν ἀπαλλαγή τις ὅμως ἦν τῆς τοῦ τυράννου φονώσης
ὠμότητος. ἐπὶ σμικρᾷ γοῦν ἤδη ποτὲ προφάσει τὸν δῆμον
εἰς φόνον τοῖς ἀμφ᾿ αὐτὸν δορυφόροις ἐκδίδωσιν, καὶ ἐκτείνετο
μυρία τοῦ δήμου Ῥωμαίων πλήθη, ἐπὶ μέσης τῆς πόλεως,
οὐ Σκυθῶν οὐδὲ βαρβάρων ἀλλ᾿ αὐτῶν τῶν οἰκείων δόρασι
καὶ πανοπλίαις· συγκλητικῶν γε μὴν φόνος ὁπόσος δι᾿
ἐπιβουλὴν ἐνηργεῖτο τῆς οὐσίας, οὐδ᾿ ἐξαριθμήσασθαι
δυνατόν, ἄλλοτε ἄλλαις πεπλασμέναις αἰτίαις μυρίων ἀναιρου-
μένων. ἡ δὲ τῶν κακῶν τῷ τυράννῳ κορωνὶς ἐπὶ γοητείαν
ἤλαυνεν, μαγικαῖς ἐπινοίαις τοτὲ μὲν γυναῖκας ἐγκύμονας
ἀνασχίζοντος, τοτὲ δὲ νεογνῶν σπλάγχνα βρεφῶν διερευνω-
μένου λέοντάς τε κατασφάττοντος καί τινας ἀρρητοποιίας
ἐπὶ δαιμόνων προκλήσεις καὶ ἀποτροπιασμὸν τοῦ πολέμου
συνισταμένου· διὰ τούτων γὰρ αὐτῷ τὰ τῆς νίκης κατορθω-
θήσεσθαι ἡ πᾶσα ἐτύγχανεν ἐλπίς. οὗτος μὲν οὖν ἐπὶ
Ῥώμης τυραννῶν οὐδ᾿ ἔστιν εἰπεῖν οἷα δρῶν τοὺς ὑπηκόους
κατεδουλοῦτο, ὡς ἤδη καὶ τῶν ἀναγκαίων τροφῶν ἐν
ἐσχάτῃ σπάνει καὶ ἀπορίᾳ καταστῆναι, ὅσην ἐπὶ Ῥώμης
οὐδ᾿ ἄλλοτε οἱ καθ᾿ ἡμᾶς γενέσθαι μνημονεύουσιν· ὁ δ᾿
ἐπ᾿ ἀνατολῆς τύραννος Μαξιμῖνος, ὡς ἂν πρὸς ἀδελφὸν τὴν
κακίαν, πρὸς τὸν ἐπὶ Ῥώμης φιλίαν κρύβδην σπενδόμενος,
ἐπὶ πλεῖστον χρόνον λανθάνειν ἐφρόντιζεν· φωραθείς γέ τοι
ὕστερον δίκην τίννυσι τὴν ἀξίαν.
ἦν δὲ θαυμάσαι ὅπως καὶ οὗτος τὰ συγγενῆ καὶ
ἀδελφά, μᾶλλον δὲ κακίας τὰ πρῶτα καὶ τὰ νικητήρια τῆς
τοῦ κατὰ Ῥώμην τυράννου κακοτροπίας ἀπενηνεγμένος·
γοήτων τε γὰρ καὶ μάγων οἱ πρῶτοι τῆς ἀνωτάτω παρ᾿
αὐτῷ τιμῆς ἠξίωντο, ψοφοδεοῦς ἐς τὰ μάλιστα καὶ δεισιδαι-
μονεστάτου καθεστῶτος τήν τε περὶ τὰ εἴδωλα καὶ τοὺς
δαίμονας περὶ πολλοῦ τιθεμένου πλάνην· μαντειῶν γοῦν
δίχα καὶ χρησμῶν οὐδὲ μέχρις ὄνυχος ὡς εἰπεῖν τολμᾶν τι
κινεῖν οἷός τε ἦν· οὗ χάριν καὶ τῷ καθ᾿ ἡμῶν σφοδρό-
τερον ἢ οἱ πρόσθεν καὶ πυκνότερον ἐπετίθετο διωγμῷ, νεὼς
κατὰ πᾶσαν πόλιν ἐγείρειν καὶ τὰ χρόνου μήκει καθῃρημένα
τεμένη διὰ σπουδῆς ἀνανεοῦσθαι προστάττων, ἱερέας τε
εἰδώλων κατὰ πάντα τόπον καὶ πόλιν καὶ ἐπὶ τούτων ἑκάστης
ἐπαρχίας ἀρχιερέα τῶν ἐν πολιτείαις ἕνα γέ τινα τῶν μάλιστα
ἐμφανῶς διὰ πάσης ἐμπρέψαντα λειτουργίας μετὰ στρατιω-
τικοῦ στίφους καὶ δορυφορίας ἐκτάσσων, ἀνέδην τε πᾶσιν
γόησιν, ὡς ἂν εὐσεβέσιν καὶ θεῶν προσφιλέσιν, ἡγεμονίας
καὶ τὰς μεγίστας προνομίας δωρούμενος. ἐκ δὴ τούτων
ὁρμώμενος, πόλιν μὲν οὐ μίαν οὐδὲ χώραν, ὅλας δὲ ἄρδην
τὰς ὑπ᾿ αὐτὸν ἐπαρχίας χρυσοῦ καὶ ἀργύρου καὶ χρημάτων
ἀμυθήτων εἰσπράξεσιν ἐπισκήψεσίν τε βαρυτάταις καὶ
ἄλλοτε ἄλλαις καταδίκαις ἠνία καὶ κατεπίεζεν. τῶν γε μὴν
εὐπόρων τὰς ἐκ προγόνων περιποιηθείσας οὐσίας ἀφαιρού-
μενος, πλούτους ἀθρόως καὶ σωροὺς χρημάτων τοῖς ἀμφ᾿
αὐτὸν κόλαξιν ἐδωρεῖτο. παροινίας γε μὴν καὶ μέθης
ἐς τοσαύτην ἠνέχθη φοράν, ὡς ἐν τοῖς πότοις παρακόπτειν
καὶ τῶν φρενῶν παρεξίστασθαι τοιαῦτά τε μεθύοντα προστάτ-
τειν, οἷα ἀνανήψαντα αὐτὸν τῇ ὑστεραίᾳ εἰς μετάμελον
ἄγειν· κραιπάλης δὲ καὶ ἀσωτίας μηδενὶ καταλιπὼν
ὑπερβολήν, κακίας διδάσκαλον τοῖς ἀμφ᾿ αὐτὸν ἄρχουσί τε
καὶ ἀρχομένοις ἑαυτὸν καθίστη, θρύπτεσθαι μὲν τὸ στρατιω-
τικὸν διὰ πάσης τρυφῆς τε καὶ ἀκολασίας ἐνάγων, ἡγεμόνας
δὲ καὶ στρατοπεδάρχας δι᾿ ἁρπαγῶν καὶ πλεονεξίας χωρεῖν
κατὰ τῶν ὑπηκόων μόνον οὐχὶ συντυραννοῦντας αὐτῷ
προκαλούμενος. τί δεῖ τὰς ἐμπαθεῖς τἀνδρὸς αἰσχρουρ-
γίας μνημονεύειν ἢ τῶν πρὸς αὐτοῦ μεμοιχευμένων ἀπαριθ-
μεῖσθαι τὴν πληθύν; οὐκ ἦν γέ τοι πόλιν αὐτὸν παρελθεῖν
μὴ οὐχὶ ἐκ παντὸς φθορὰς γυναικῶν παρθένων τε ἁρπαγὰς
εἰργασμένον. κατὰ πάντων γέ τοι αὐτῷ ταῦτα προυχώρει,
μὴ ὅτι μόνων Χριστιανῶν· οἳ θανάτου καταφρονήσαντες
παρ᾿ οὐθὲν αὐτοῦ τὴν τοσαύτην ἔθεντο τυραννίδα. οἱ μὲν γὰρ
ἄνδρες ἀνατλάντες πῦρ καὶ σίδηρον καὶ προσηλώσεις θῆράς
τε ἀγρίους καὶ θαλάττης βυθοὺς ἀποτομάς τε μελῶν καὶ
καυτῆρας καὶ ὀφθαλμῶν κεντήσεις τε καὶ ἐξορύξεις καὶ τοῦ
παντὸς σώματος ἀκρωτηριασμοὺς λιμόν τε ἐπὶ τούτοις καὶ
μέταλλα καὶ δεσμά, ἐπὶ πάντων μᾶλλον ὑπομονὴν τὴν ὑπὲρ
εὐσεβείας ἐνεδείξαντο ἢ τὸ σέβας τὸ εἰς θεὸν εἰδώλοις
ἀντικατηλλάξαντο αἱ δ᾿ αὖ γυναῖκες οὐχ ἧττον τῶν
ἀνδρῶν ὑπὸ τῆς τοῦ θείου λόγου διδασκαλίας ἠρρενωμέναι,
αἳ μὲν τοὺς αὐτοὺς τοῖς ἀνδράσιν ἀγῶνας ὑποστᾶσαι ἴσα τῆς
ἀρετῆς ἀπηνέγκαντο βραβεῖα, αἳ δὲ ἐπὶ φθορὰν ἑλκόμεναι
θᾶττον τὴν ψυχὴν θανάτῳ ἢ τὸ σῶμα τῇ φθορᾷ παραδεδώ-
κασιν. μόνη γοῦν τῶν ὑπὸ τοῦ τυράννου μεμοιχευμένων
Χριστιανὴ τῶν ἐπ᾿ Ἀλεξανδρείας ἐπισημοτάτη τε καὶ
λαμπροτάτη τὴν ἐμπαθῆ καὶ ἀκόλαστον Μαξιμίνου ψυχὴν
δι᾿ ἀνδρειοτάτου παραστήματος ἐξενίκησεν, ἔνδοξος μὲν τὰ
ἄλλα πλούτῳ τε καὶ γένει καὶ παιδείᾳ, πάντα γε μὴν δεύτερα
σωφροσύνης τεθειμένη· ἣν καὶ πολλὰ λιπαρήσας, κτεῖναι
μὲν ἑτοίμως θνῄσκειν ἔχουσαν οὐχ οἷός τε ἦν, τῆς ἐπιθυμίας
μᾶλλον τοῦ θυμοῦ κατακρατούσης αὐτοῦ, φυγῇ δὲ ζημιώσας
πάσης ἀφείλετο τῆς οὐσίας. μυρίαι δὲ ἄλλαι πρὸς τῶν
κατ᾿ ἔθνος ἀρχόντων, πορνείας ἀπειλὴν μηδ᾿ ἀκοῦσαι
δεδυνημέναι, πᾶν εἶδος βασάνων καὶ στρεβλώσεων καὶ
θανατηφόρου κολάσεως ὑπέστησαν. θαυμασταὶ μὲν οὖν καὶ
αὗται, ὑπερφυῶς γε μὴν θαυμασιωτάτη ἡ ἐπὶ Ῥώμης
εὐγενεστάτη τῷ ὄντι καὶ σωφρονεστάτη γυνὴ πασῶν αἷς
ἐμπαροινεῖν ὁ ἐκεῖσε τύραννος Μαξέντιος, τὰ ὅμοια Μαξιμίνῳ
δρῶν, ἐπειρᾶτο. ὡς γὰρ ἐπιστάντας τῷ οἴκῳ τοὺς τὰ
τοιαῦτα τῷ τυράννῳ διακονουμένους ἐπύθετο (Χριστιανὴ δὲ
καὶ αὕτη ἦν), τόν τε ἄνδρα τὸν αὐτῆς, καὶ ταῦτα Ῥωμαίων
ὄντα ἔπαρχον, τοῦ δέους ἕνεκα λαβόντας ἄγειν αὐτὴν ἐπιτρέ-
ψαντα, ἐς βραχὺ ὑποπαραιτησαμένη, ὡς ἂν δὴ κατακοσμη-
θείη τὸ σῶμα, εἴσεισιν ἐπὶ τοῦ ταμιείου καὶ μονωθεῖσα ξίφος
καθ᾿ ἑαυτῆς πήγνυσιν, θανοῦσά τε παραχρῆμα, τὸν μὲν
νεκρὸν τοῖς προαγωγοῖς καταλιμπάνει, ἔργοις δ᾿ αὐτοῖς
ἁπάσης φωνῆς γεγωνοτέροις, ὅτι μόνον χρημάτων ἀήττητόν
τε καὶ ἀνώλεθρον ἡ παρὰ Χριστιανοῖς ἀρετὴ πέφυκεν, εἰς
πάντας ἀνθρώπους τούς τε νῦν ὄντας καὶ τοὺς μετὰ ταῦτα
γενησομένους ἐξέφηνεν. τοσαύτη δῆτα κακίας φορὰ
ὑφ᾿ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν συνηνέχθη καιρὸν πρὸς τῶν δύο
τυράννων ἀνατολὴν καὶ δύσιν διειληφότων κατεργασθεῖσα·
τίς δ᾿ ἂν τὴν τῶν τοσούτων διερευνώμενος αἰτίαν διστάξαι
μὴ οὐχὶ τὸν καθ᾿ ἡμῶν διωγμὸν ἀποφήνασθαι; ὅτε γε
μάλιστα οὐ πρότερον τὰ τῆς τοσῆσδε πέπαυτο συγχύσεως
ἢ Χριστιανοὺς τὰ τῆς παρρησίας ἀπολαβεῖν.
Διὰ παντός γέ τοι τοῦ κατὰ τὸν διωγμὸν δεκαέτους
χρόνου τῶν εἰς ἐπιβουλὴν καὶ πόλεμον τὸν κατ᾿ ἀλλήλων
οὐδὲν αὐτοὺς διαλέλοιπεν. ἄπλωτα μὲν τὰ κατὰ θάλατταν
ἦν οὐδ᾿ ἐξῆν ποθεν καταπλεύσαντας μὴ οὐχὶ πάσαις αἰκίαις
ὑπάγεσθαι στρεβλουμένους καὶ τὰς πλευρὰς καταξαινομένους
βασάνοις τε παντοίαις, μὴ ἄρα παρὰ τῶν δι᾿ ἐναντίας ἐχθρῶν
ἥκοιεν, ἀνακρινομένους καὶ τέλος σταυροῖς ἢ τῇ διὰ πυρὸς
ὑπαγομένους κολάσει· ἀσπίδων ἐπὶ τούτοις καὶ θωρήκων
παρασκευαὶ βελῶν τε καὶ δοράτων καὶ τῆς ἄλλης πολεμικῆς
παρατάξεως ἑτοιμασίαι τριήρων τε καὶ τῶν κατὰ ναυμαχίαν
ὅπλων κατὰ πάντα συνεκροτοῦντο τόπον οὐδ᾿ ἦν ἄλλο τι
παντί τῳ προσδοκᾶν ἢ πολέμων κατὰ πᾶσαν ἔφοδον ἡμέραν.
τούτοις καὶ ὁ μετὰ ταῦτα λιμός τε καὶ λοιμὸς ἐγκατασκήπτει,
περὶ ὧν κατὰ καιρὸν ἱστορήσομεν τὰ δέοντα.
Τοιαῦτ᾿ ἦν τὰ διὰ παντὸς τοῦ διωγμοῦ παρατετακότα,
δεκάτῳ μὲν ἔτει σὺν θεοῦ χάριτι παντελῶς πεπαυμένου,
λωφᾶν γε μὴν μετ᾿ ὄγδοον ἔτος ἐναρξαμένου. ὡς γὰρ τὴν
εἰς ἡμᾶς ἐπισκοπὴν εὐμενῆ καὶ ἵλεω ἡ θεία καὶ οὐράνιος
χάρις ἐνεδείκνυτο, τότε δῆτα καὶ οἱ καθ᾿ ἡμᾶς ἄρχοντες,
αὐτοὶ δὴ ἐκεῖνοι δι᾿ ὧν πάλαι τὰ τῶν καθ᾿ ἡμᾶς ἐνηργεῖτο
πολέμων, παραδοξότατα μεταθέμενοι τὴν γνώμην, παλινῳ-
δίαν ᾖδον χρηστοῖς περὶ ἡμῶν προγράμμασιν καὶ διατάγμασιν
ἡμερωτάτοις τὴν ἐπὶ μέγα ἁφθεῖσαν τοῦ διωγμοῦ πυρκαϊὰν
σβεννύντες. οὐκ ἀνθρώπινον δέ τι τούτου κατέστη αἴτιον
οὐδ᾿ οἶκτος, ὡς ἂν φαίη τις, ἢ φιλανθρωπία τῶν ἀρχόντων·
πολλοῦ δεῖ· πλείω γὰρ ὁσημέραι καὶ χαλεπώτερα ἀρχῆθεν
καὶ εἰς ἐκεῖνο τοῦ καιροῦ τὰ καθ᾿ ἡμῶν αὐτοῖς ἐπενοεῖτο,
ποικιλωτέραις μηχαναῖς ἄλλοτε ἄλλως τὰς καθ᾿ ἡμῶν αἰκίας
ἐπικαινουργούντων. ἀλλ᾿ αὐτῆς γε τῆς θείας προνοίας
ἐμφανὴς ἐπίσκεψις, τῷ μὲν αὐτῆς καταλλαττομένης λαῷ,
τῷ δ᾿ αὐθέντῃ τῶν κακῶν ἐπεξιούσης. μέτεισιν δ᾿ οὖν
αὐτὸν θεήλατος κόλασις, ἐξ αὐτῆς αὐτοῦ καταρξαμένη
σαρκὸς καὶ μέχρι τῆς ψυχῆς προελθοῦσα. ἀθρόα μὲν
γὰρ περὶ τὰ μέσα τῶν ἀπορρήτων τοῦ σώματος ἀπόστασις
αὐτῷ γίνεται, εἶθ᾿ ἕλκος ἐν βάθει συριγγῶδες καὶ τούτων
ἀνίατος νομὴ κατὰ τῶν ἐνδοτάτω σπλάγχνων· ἀφ᾿ ὧν
ἄλεκτόν τι πλῆθος σκωλήκων βρύειν θανατώδη τε ὀδμὴν
ἀποπνεῖν, τοῦ παντὸς ὄγκου τῶν σωμάτων ἐκ πολυτροφίας
αὐτῷ καὶ πρὸ τῆς νόσου εἰς ὑπερβολὴν πλήθους πιμελῆς
μεταβεβληκότος, ἣν τότε κατασαπεῖσαν ἀφόρητον καὶ φρικτο-
τάτην τοῖς πλησιάζουσιν παρέχειν τὴν θέαν. ἰατρῶν δ᾿
οὖν οἳ μὲν οὐδ᾿ ὅλως ὑπομεῖναι τὴν τοῦ δυσώδους ὑπερβάλ-
λουσαν ἀτοπίαν οἷοί τε, κατεσφάττοντο, οἳ δὲ διῳδηκότος
τοῦ παντὸς ὄγκου καὶ εἰς ἀνέλπιστον σωτηρίας ἀποπεπτω-
κότος μηδὲν ἐπικουρεῖν δυνάμενοι, ἀνηλεῶς ἐκτείνοντο.
Καὶ δὴ τοσούτοις παλαίων κακοῖς συναίσθησιν τῶν
κατὰ τῶν θεοσεβῶν αὐτῷ τετολμημένων ἴσχει, συναγαγὼν
δ᾿ οὖν εἰς ἑαυτὸν τὴν διάνοιαν, πρῶτα μὲν ἀνθομολογεῖται
τῷ τῶν ὅλων θεῷ, εἶτα τοὺς ἀμφ᾿ αὐτὸν ἀνακαλέσας, μηδὲν
ὑπερθεμένους τὸν κατὰ Χριστιανῶν ἀποπαῦσαι διωγμὸν
νόμῳ τε καὶ δόγματι βασιλικῷ τὰς ἐκκλησίας αὐτῶν οἰκο-
δομεῖν ἐπισπέρχειν καὶ τὰ συνήθη διαπράττεσθαι, εὐχὰς
ὑπὲρ τοῦ βασιλείου ποιουμένους, προστάττει. αὐτίκα
γοῦν ἔργου τῷ λόγῳ παρηκολουθηκότος, ἥπλωτο κατὰ
πόλεις βασιλικὰ διατάγματα, τὴν παλινῳδίαν τῶν καθ᾿
ἡμᾶς τοῦτον περιέχοντα τὸν τρόπον·
«Αὐτοκράτωρ Καῖσαρ Γαλέριος Οὐαλέριος Μαξιμιανὸς
ἀνίκητος Σεβαστός, ἀρχιερεὺς μέγιστος, Γερμανικὸς μέγιστος,
Αἰγυπτιακὸς μέγιστος, Θηβαϊκὸς μέγιστος, Σαρματικὸς
μέγιστος πεντάκις, Περσῶν μέγιστος δίς, Κάρπων μέγιστος
ἑξάκις, Ἀρμενίων μέγιστος, Μήδων μέγιστος, Ἀδιαβηνῶν
μέγιστος, δημαρχικῆς ἐξουσίας τὸ εἰκοστόν, αὐτοκράτωρ τὸ
ἐννεακαιδέκατον, ὕπατος τὸ ὄγδοον, πατὴρ πατρίδος,
ἀνθύπατος· καὶ Αὐτοκράτωρ Καῖσαρ Φλαύιος Οὐαλέριος
Κωνσταντῖνος εὐσεβὴς εὐτυχὴς ἀνίκητος Σεβαστός, ἀρχιερεὺς
μέγιστος, δημαρχικῆς ἐξουσίας, αὐτοκράτωρ τὸ πέμπτον,
ὕπατος, πατὴρ πατρίδος, ἀνθύπατος.
«Μεταξὺ τῶν λοιπῶν, ἅπερ ὑπὲρ τοῦ χρησίμου καὶ
λυσιτελοῦς τοῖς δημοσίοις διατυπούμεθα, ἡμεῖς μὲν βεβου-
λήμεθα πρότερον κατὰ τοὺς ἀρχαίους νόμους καὶ τὴν
δημοσίαν ἐπιστήμην τὴν τῶν Ῥωμαίων ἅπαντα ἐπανορθώ-
σασθαι καὶ τούτου πρόνοιαν ποιήσασθαι ἵνα καὶ οἱ Χριστια-
νοί, οἵτινες τῶν γονέων τῶν ἑαυτῶν καταλελοίπασιν τὴν
αἵρεσιν, εἰς ἀγαθὴν πρόθεσιν ἐπανέλθοιεν. ἐπείπερ τινὶ
λογισμῷ τοσαύτη αὐτοὺς πλεονεξία κατειλήφει ὡς μὴ
ἕπεσθαι τοῖς ὑπὸ τῶν πάλαι καταδειχθεῖσιν, ἅπερ ἴσως
πρότερον καὶ οἱ γονεῖς αὐτῶν ἦσαν καταστήσαντες, ἀλλὰ
κατὰ τὴν αὐτῶν πρόθεσιν καὶ ὡς ἕκαστος ἐβούλετο, οὕτως
ἑαυτοῖς καὶ νόμους ποιῆσαι καὶ τούτους παραφυλάσσειν καὶ
ἐν διαφόροις διάφορα πλήθη συνάγειν. τοιγαροῦν τοιούτου
ὑφ᾿ ἡμῶν προστάγματος παρακολουθήσαντος ὥστε ἐπὶ τὰ
ὑπὸ τῶν ἀρχαίων κατασταθέντα ἑαυτοὺς μεταστήσαιεν,
πλεῖστοι μὲν κινδύνῳ ὑποβληθέντες, πλεῖστοι δὲ ταραχθέντες
παντοίους θανάτους ὑπέφερον· καὶ ἐπειδὴ τῶν πολλῶν
τῇ αὐτῇ ἀπονοίᾳ διαμενόντων ἑωρῶμεν μήτε τοῖς θεοῖς τοῖς
ἐπουρανίοις τὴν ὀφειλομένην θρῃσκείαν προσάγειν αὐτοὺς
μήτε τῷ τῶν Χριστιανῶν προσέχειν, ἀφορῶντες εἰς τὴν
ἡμετέραν φιλανθρωπίαν καὶ τὴν διηνεκῆ συνήθειαν δι᾿ ἧς
εἰώθαμεν ἅπασιν ἀνθρώποις συγγνώμην ἀπονέμειν, προθυ-
μότατα καὶ ἐν τούτῳ τὴν συγχώρησιν τὴν ἡμετέραν ἐπεκ-
τεῖναι δεῖν ἐνομίσαμεν, ἵνα αὖθις ὦσιν Χριστιανοὶ καὶ τοὺς
οἴκους ἐν οἷς συνήγοντο συνθῶσιν οὕτως ὥστε μηδὲν
ὑπεναντίον τῆς ἐπιστήμης αὐτοὺς πράττειν. δι᾿ ἑτέρας δὲ
ἐπιστολῆς τοῖς δικασταῖς δηλώσομεν τί αὐτοὺς παραφυ-
λάξασθαι δεήσει· ὅθεν κατὰ ταύτην τὴν συγχώρησιν
τὴν ἡμετέραν ὀφείλουσιν τὸν ἑαυτῶν θεὸν ἱκετεύειν περὶ
τῆς σωτηρίας τῆς ἡμετέρας καὶ τῶν δημοσίων καὶ τῆς
ἑαυτῶν, ἵνα κατὰ πάντα τρόπον καὶ τὰ δημόσια παρασχεθῇ
ὑγιῆ καὶ ἀμέριμνοι ζῆν ἐν τῇ ἑαυτῶν ἑστίᾳ δυνηθῶσι.»
Ταῦτα κατὰ τὴν Ῥωμαίων φωνήν, ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα
γλῶτταν κατὰ τὸ δυνατὸν μεταληφθέντα, τοῦτον εἶχεν τὸν
τρόπον. τί δὴ οὖν ἐπὶ τούτοις γίνεται, ἐπιθεωρῆσαι καιρός.
Ἀλλ᾿ ὁ μὲν τῆς γραφῆς αἴτιος μετὰ τὴν τοιάνδε ὁμολογίαν
αὐτίκα καὶ οὐκ εἰς μακρὸν τῶν ἀλγηδόνων ἀπαλλαγεὶς μεταλλάττει
τὸν βίον. τοῦτον δὴ λόγος ἔχει πρῶτον αἴτιον τῆς τοῦ διωγμοῦ κατασ-
τῆναι συμφορᾶς, ἔτι πάλαι πρὸ τῆς τῶν λοιπῶν βασιλέων κινήσεως
τοὺς ἐν στρατείαις Χριστιανοὺς καὶ πρώτους γε ἁπάντων τοὺς ἐπὶ τοῦ
ἰδίου οἴκου παρατρέπειν ἐκβεβιασμένον καὶ τοὺς μὲν ἐκ τῆς στρατιω-
τικῆς ἀξίας ἀποκινοῦντα, τοὺς δὲ ἀτιμότατα καθυβρίζοντα, ἤδη δὲ καὶ
θάνατον ἑτέροις ἐπαρτῶντα καὶ τοὔσχατόν γε τοὺς τῆς βασιλείας
κοινωνοὺς ἐπὶ τὸν κατὰ πάντων ἀνακεκινηκότα διωγμόν· ὧν καὶ
αὐτῶν οὐκ ἄξιον τὸ τοῦ βίου τέλος παραδοῦναι σιωπῇ. τεττάρων
οὖν τὴν κατὰ πάντων διειληχότων ἀρχήν, οἱ μὲν χρόνῳ καὶ τιμῇ
προηγούμενοι οὐδ᾿ ὅλοις δυεῖν ἔτεσιν ἐπιγενόμενοι τῷ διωγμῷ μεθίσ-
τανται τῆς βασιλείας, ᾗ καὶ πρόσθεν ἡμῖν δεδήλωται, καὶ δὴ τὸν
ἐπίλοιπον τοῦ βίου χρόνον δημώδει καὶ ἰδιωτικῷ τρόπῳ διαγενόμενοι
τέλος τοιόνδε τῆς ζωῆς εἰλήχασιν, ὁ μὲν τιμῇ τε καὶ χρόνῳ τῶν
πρωτείων ἠξιωμένος μακρᾷ καὶ ἐπιλυποτάτῃ τῇ τοῦ σώματος ἀσθενείᾳ
διεργασθείς, ὁ δὲ τὰ δεύτερα αὐτοῦ φέρων ἀγχόνῃ τὴν ζωὴν ἀπορρήξας,
κατά τινα δαιμονίαν προσημείωσιν τοῦτο παθὼν διὰ πλείστας αὐτῷ
τετολμημένας ῥᾳδιουργίας. τῶν δὲ μετὰ τούτους ὁ μὲν ὕστατος,
ὃν δὴ καὶ ἀρχηγὸν τοῦ παντὸς ἔφαμεν γεγονέναι διωγμοῦ, τοιαῦτα
οἷα καὶ προδεδηλώκαμεν πέπονθεν, ὁ δὲ τοῦτον προάγων χρηστότατος
καὶ ἠπιώτατος βασιλεὺς Κωνστάντιος, ἐπαξίως τῆς ἡγεμονίας τὸν
ἅπαντα τῆς ἀρχῆς διατελέσας χρόνον [ἀλλὰ] καὶ τἄλλα τοῖς πᾶσι
δεξιώτατον καὶ εὐεργετικώτατον παρασχὼν ἑαυτόν, ἀτὰρ καὶ τοῦ
καθ᾿ ἡμῶν πολέμου ἔξω γενόμενος καὶ τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν θεοσεβεῖς
ἀβλαβεῖς καὶ ἀνεπηρεάστους διαφυλάξας καὶ μήτε τοὺς οἴκους τῶν
ἐκκλησιῶν καθελὼν μήθ᾿ ἕτερόν τι μηδ᾿ ὅλως καθ᾿ ἡμῶν ἐπικαι-
νουργήσας, τέλος εὔδαιμον καὶ τρισμακάριον ὄντως ἀπείληφεν τοῦ
βίου, μόνος ἐπὶ τῆς αὐτοῦ βασιλείας εὐμενῶς καὶ ἐπιδόξως ἐπὶ
διαδόχῳ τῆς βασιλείας γνησίῳ παιδὶ τὰ πάντα σωφρονεστάτῳ καὶ
εὐσεβεστάτῳ τελευτήσας· ὃς εὐθὺς ἀρχόμενος βασιλεὺς τελεώ-
τατος καὶ Σεβαστὸς πρὸς τῶν στρατοπέδων ἀναγορευθείς, ζηλωτὴν
ἑαυτὸν τῆς πατρικῆς περὶ τὸν ἡμέτερον λόγον εὐσεβείας κατεστήσατο.
τοιαύτη τῶν προαναγεγραμμένων τεττάρων ἡ τοῦ βίου ἔκβασις, κατὰ
παρηλλαγμένους χρόνους γεγενημένη. τούτων δὴ μόνος ἔτι λείπων
ὁ μικρῷ πρόσθεν ἡμῖν εἰρημένος σὺν τοῖς μετὰ ταῦτα εἰς τὴν ἀρχὴν
εἰσποιηθεῖσι τὴν προδεδηλωμένην ἐξομολόγησιν διὰ τοῦ προεκτεθέντος
ἐγγράφου λόγου τοῖς πᾶσι φανερὰν κατεστήσαντο.
Πηγή : users.uoa.gr/~nektar

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

Όταν ζητάς το θέλημά ΤΟΥ…

Όταν ζητάς το θέλημά ΤΟΥ…

από antikeitos
Γοντικάκης…νιώθεις ότι έπρεπε να πάθεις, να πονέσεις, να πεθάνεις στη γη σαν το σπόρο, για να βλαστήσει από μέσα σου κάτι που δεν παρέρχεται.
Είμαι πλασμένος για κάτι συγκεκριμένο – έλεγε ένας μοναχός – άπιαστο, αθεώρητο με γυμνό οφθαλμό, και ταυτόχρονα ένσαρκο. Το ξέρω, το πιστεύω, το ζω. Όταν απ’ αυτό απομακρύνομαι, τα χάνω όλα – ψυχικά και σωματικά. Όταν σ’ αυτό βρίσκομαι, ριζώνω, τα βρίσκω όλα, την υγεία της ψυχής και του σώματος: Όντας μόνος είμαι σε κοινωνία με τους αγίους. Όντας με πολλούς τρέφομαι από την άχραντη πηγή που βρύει στην εσωτέρα έρημο. Ο σεβασμός προς αυτό, πραγματοποιείται, με το να ζητώ να γίνει το θέλημα Του ανά πάσα στιγμή και μόνο. Να το ζητώ, όχι με το στόμα και τη φωνή, αλλά με όλη μου τη διαγωγή ολοχρονίς.
Και όταν ζητάς να γίνει το θέλημα Του, όταν όλη σου η ύπαρξη είναι μια ματωμένη αίτηση, αυτό γίνεται. Αλλά αυτό το ”γίνεται” δεν μπορείς να το προσδιορίσεις. Μπορεί να γίνει με το να γίνει ή με το να μη γίνει. Μπορεί, πριν τελειώσεις την αίτηση σου, να έλθει η απάντηση. Μπορεί όμως και να περιμένεις χρόνια, να εξαντληθείς, να απογοητευτείς, να τελειώσεις, να εξαφανιστείς.
Και τότε, που δεν περιμένεις πια τίποτε – ούτε εσύ ούτε οι άλλοι – να έλθει ο Ίδιος να σε αναστήσει, να σε πάρει μαζί Του σε πορεία καινή. Τότε καταλαβαίνεις…. γιατί καθυστέρησε για σένα. Πως ήταν μαζί σου ”εν ετέρα μορφή” και όταν δεν είχε έλθει και Τον περίμενες.
Άλλος μοναχός που τον επισκέφτηκε η Θεία Χάρις απρόσμενα ενώ καθόταν στο κελί του, είπε: Αν δεν περνούσα εκείνη την θλίψη, αν δεν έκανα εκείνη την υπομονή, αν δεν πέρναγε ο χρόνος που πέρασε δεν θα μπορούσε να μου συμβεί η αλλοίωση της Δεξιά Του Υψίστου. Ευλογημένες δοκιμασίες! Άγιες επεμβάσεις χειρουργικές, επώδυνες, Του Ιατρού των ψυχών και των σωμάτων!
Πώς το όλον λειτουργεί! Πώς τίποτε δεν είναι άσχετο! Τίποτα δεν πάει χαμένο! Πώς οι ευλογίες πάνε πιο βαθειά απ’ ότι ελπίζουμε! Πώς οι πίκρες, οι πόνοι, οι απορίες σαν βαθύ υνί οργώνουν της ψυχής μας το χωράφι! Πώς η φύσις της αναπαύσεως, της ουρανόθεν προερχομένης, είναι ολωσδιόλου άλλη από εκείνη την ανάπαυση και ευχαρίστηση που μπορεί να μας προσφέρει μια επίγεια και πρόσκαιρη επιτυχία! Πώς μας διδάσκει την ταπείνωση, μας μαθαίνει την αγάπη, μας συμφιλιώνει με τους άλλους! Μας ισχυροποιεί, μας δυναμώνει, και ταυτόχρονα μας κάνει πιο αδύνατους χωρίς αγκάθια που μπορεί να πληγώσουν τους άλλους!
Απόσπασμα από το βιβλίο ”Κάλλος και ησυχία στην αγιορείτικη πολιτεία” του προηγουμένου ιερομονάχου Βασιλείου Γοντικάκη.

Πράξη και θεωρία στον Χριστιανισμό

Πράξη και θεωρία στον Χριστιανισμό

από savvasm

Οι ό­ροι πρά­ξις και θε­ω­ρί­α, α­νή­κουν στον θη­σαυ­ρό της αρ­χαί­ας ελ­λη­νι­κής γλώσσας. Ο πρώ­τος προ­έρ­χε­ται α­πό το ρή­μα πράτ­τω που ση­μαί­νει κά­νω, ενερ­γώ, ενώ ο δεύ­τε­ρος α­πό τις λέ­ξεις θέ­α και ο­ρώ. Με το χρι­στι­α­νι­σμό όμως, α­πέ­κτη­σαν άλλες δια­στά­σεις, κα­θώς η πρά­ξη α­να­φέ­ρε­ται στην άσκηση σώ­μα­τος και ψυ­χής ε­νώ η θε­ω­ρί­α α­φο­ρά στη θέ­α του ί­διου του Θεού.
Προ­κει­μέ­νου να βι­ώ­σει κα­νείς τη θε­ω­ρί­α, προ­ϋ­πό­θε­ση εί­ναι να πε­ρά­σει πρώ­τα α­πό την πρά­ξη. Πρώ­τα εί­ναι η ά­σκη­ση και η κα­θα­ρό­τη­τα τής καρ­δί­ας και έ­πει­τα η θεοπτία. Η ά­σκη­ση, ως δια­ρκής και α­κα­τά­παυ­στη προ­σπά­θεια καθάρ­σε­ως του ανθρώ­που, α­πο­τε­λεί τη βα­σι­κό­τε­ρη προ­ϋ­πό­θε­ση της θεί­ας θε­ω­ρί­ας. Πρώ­τα πρέ­πει να εξοβελίσου­με κά­θε σπί­λο α­πό μέ­σα μας και με­τά να κα­τα­στού­με ά­ξιοι λει­τουρ­γοί του α­γνού και α­μί­αν­του πνεύ­μα­τος της Εκκλη­σί­ας.
Θε­ω­ρί­α εί­ναι η α­νύ­ψω­ση του αν­θρώ­που προς τον Θε­ό και η εμ­πει­ρί­α της δό­ξης του προ­σώ­που Αυ­τού. Η θε­ω­ρί­α α­πο­τε­λεί την υ­ψη­λο­τέ­ρα φά­ση της πνευ­μα­τι­κής ζωής του αν­θρώ­που, κα­τά την ο­ποί­αν ού­τος κα­τα­ξι­ώ­νε­ται να δει τον Θε­ό. Για να φτά­σει ο άν­θρω­πος εις την θε­ω­ρί­α του Θε­ού α­παι­τεί­ται μό­χθος, ά­σκη­ση και νή­ψη. Μο­νο η κα­θα­ρή καρ­διά, που έ­χει α­πο­βά­λει α­πό μέ­σα της τα πο­νη­ρά, μπο­ρεί να ορθωθεί και να δε­χθεί τις θεί­ες ε­νέρ­γει­ες του Θε­ού.«Μα­κά­ριοι οι κα­θα­ροί τη καρ­δί­α, ό­τι αυ­τοί τον Θε­όν ό­ψον­ται», (Ματθ. 5, 8) μας λέ­γει ο ευ­αγ­γε­λι­στής. Μόνο τότε θα δουν το Θεό όταν καθαρίσουν τους εαυτούς τους με την αγάπη και την εγκράτεια και όσο πε­ρισ­σό­τε­ρο αυξά­νουν την κά­θαρ­ση, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο θα τον δουν, υπογραμ­μί­ζει ο ιερός Ο­μο­λο­γη­τής Μάξιμος (PG 90, 1065).
Για να δυ­νη­θεί ο άν­θρω­πος να «θεωρήσει» το Θεό, α­παι­τεί­ται να α­να­κα­λύ­ψει προηγου­μέ­νως τον εαυτό του δια της αυ­το­συγ­κεν­τρώ­σε­ως, να προσανατολίσει την ύπαρ­ξή του προς τον Θε­ό και να με­τα­βά­λει την προς τον κόσμο εμπαθή ρο­πή του εις «θείον έρωτα». Στην θεωρία οδηγεί ο «έρως του καλού, της ησυχίας και αναχώρησεως» (PG 35, 413). Κα­τά τον Γρη­γό­ριο τον Θε­ο­λό­γο η α­νά­βα­ση του αν­θρώ­που προς τον Θε­ό έχει τέρμα. «Εί­ναι η ά­φι­ξις εις το α­κρό­τα­τον των νο­ου­μέ­νων, τον Θε­όν, εις τον ο­ποί­ον σταματά πά­σα έ­φε­σις και α­να­παύ­ε­ται πά­σα θε­ω­ρί­α» (PG 35, 1084). Η θε­ω­ρί­α του Θεού α­πο­τε­λεί ως εκ τού­του την α­πο­κο­ρύ­φω­ση και την ε­πιβε­βαί­ω­ση της επιδιωκόμε­νης συ­ναν­τή­σε­ως Δη­μι­ουρ­γού και δημιουργήματος. Α­πα­ραίτη­τη και απαρά­βα­τη προ­ϋ­πό­θε­ση εί­ναι η προσευχή, η ο­ποί­α ανυ­ψώ­νει τον άν­θρω­πο στο ύ­ψος της δι­ά­νοι­ας του Θε­ού, έ­χον­τας ως αποτέλεσμα την έ­νω­ση αυ­τού με­τά του Θε­ού. Χωρίς προ­ε­τοι­μα­σί­α και χω­ρίς ε­σω­τερι­κή κά­θαρ­ση δεν δύ­να­ται ν” α­νέ­βει ο άν­θρω­πος στο ύ­ψος του Θε­ού. Για να αν­τι­κρί­σει κα­νείς την πε­ρί­λαμ­πρη θε­ό­τη­τα, πρέ­πει να έ­χει καθαρίσει κα­λά τους πνευ­μα­τι­κούς ο­φθαλ­μούς του. Δι­ό­τι ό­πως ο α­σθε­νής οφθαλ­μός δεν μπο­ρεί να αντι­κρί­σει τον ή­λιο, έ­τσι και ο άν­θρω­πος που δεν έχει λά­βει πνευ­μα­τι­κούς ο­φθαλ­μούς α­π” το πα­νά­γιο Πνεύ­μα τυ­φλώ­νε­ται. Σ” αυ­τό το ανώ­τα­το ε­πί­πε­δο φτά­νουν μό­νο «οι καθα­ροί τη καρ­δί­α», ε­κεί­νοι που αγωνίζονται και έ­χουν δι­α­λέ­ξει τον δύ­σβα­το δρό­μο της πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Αλλά και πά­λι δεν τα κα­τα­φέρ­νουν μό­νοι τους, πα­ρά ό­ταν ικανω­θούν υ­πό της χά­ρι­τος του α­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Μο­νο έ­τσι μπο­ρεί ο πι­στός να απολαύ­σει τη θεί­α μα­κα­ρι­ό­τη­τα.
Οι ό­ροι πρά­ξις και θε­ω­ρί­α ε­πε­κρά­τη­σαν για να δη­λώ­σουν το εί­δος του βί­ου των μο­να­χών. Η θε­ω­ρί­α εί­ναι για τους λί­γους και ε­κλε­κτούς, ε­νώ η πρά­ξις για τους πολλούς. Ο Γρη­γό­ριος ο Θε­ο­λό­γος συγ­κρί­νον­τας τη θεωρί­α και την πρά­ξη λέ­γει τα εξής: «Πρά­ξιν προ­τι­μή­σειας η θε­ω­ρί­αν; Όψις τελεί­ων έρ­γον, η δε πλει­ό­νων. Άμ­φω μεν ει­σι δε­ξιαί τε και φί­λαι, συ δε προς ην πέφυ­κας ε­κτεί­νου πλέ­ον» (PG 37, 928). Για να προ­σεγ­γί­σει ο άν­θρω­πος τον Θε­ό χρει­ά­ζε­ται η κά­θαρ­σις, «κα­θαρ­τέ­ον ε­αυ­τόν πρώ­τoν, εί­τα τω κα­θα­ρώ προ­σο­μι­λη­τέ­ον» (PG 35, 1069). Μόνο με τον ε­ξα­γνι­σμό μπορεί να α­πο­κτή­σει η ψυ­χή του αν­θρώ­που αυ­το­γνω­σί­α δια της οποί­ας θα κατανοήσει την εγ­γύ­τη­τά της με­τά του Θε­ού. Ε­κεί­νο το ο­ποί­ο βοηθά­ει στη γνώ­ση του Θε­ού, εί­ναι η εκ­δί­ω­ξη των πα­θών α­πό την ψυ­χή και τον νου κα­θώς και η συμ­πό­ρευ­ση του βί­ου με τις α­ρε­τές. Ο Θε­ός εί­ναι το απρόσιτο και α­κρό­τα­το φως. Ό­σο ο άνθρωπος προ­ο­δεύ­ει στον κα­θα­ρι­σμό της ψυ­χής του τό­σο πιο φαν­τα­στό κα­θί­στα­ται αυ­τό το φως και ό­σο το φαντά­ζε­ται τό­σο α­γα­πά­ει το φως δια του θεί­ου έ­ρω­τος και τό­σο το κατανοεί.
Ο Χρι­στός χά­ρα­ξε τον δρό­μο προς τη θέ­ω­ση, τον ο­ποί­ο ε­άν α­κο­λου­θή­σουν οι πι­στοί, τό­τε θα φω­τι­στούν δια της θεί­ας ελ­λάμ­ψε­ως και θα κα­τα­στούν κοινω­νοί των θεί­ων ενερ­γει­ών. Ο πι­στός χρι­στια­νός προ­σπα­θεί να ακολουθήσει την α­μό­λυν­τη και α­γνή πο­ρεί­α του Κυ­ρί­ου στον ε­πί­γει­ο βί­ο Του. Για να το ε­πι­τύ­χει αυ­τό πρέ­πει να σπά­σει τις α­λυ­σί­δες που τον κρα­τούν δέσμιο στο χώρο και στο χρό­νο της α­δέ­ψη­της φύ­σε­ως. Δια του πνευ­μα­τι­κού αγώ­νος ελευ­θε­ρώ­νε­ται ο άν­θρω­πος α­πό το χω­ρο­χρο­νι­κό πλέγ­μα του υ­λι­κού και του φθαρ­τού στοι­χεί­ου. Ο άν­θρω­πος που, α­κο­λου­θών­τας το θεί­ο παράδειγ­μα του Ι­η­σού, α­σχο­λεί­ται α­δι­ά­κο­πα με την ε­σω­τε­ρι­κή ά­σκη­ση, αυτός δείχνει σω­φρο­σύ­νη, μα­κρο­θυ­μί­α, κα­λω­σύ­νη και ταπει­νο­φρο­σύ­νη. Ο Χριστός έ­νω­σε γη και ου­ρα­νό καταργώντας τη δι­α­φο­ρά α­νά­με­σα στον αισθητό πα­ρά­δει­σο και την οικουμένη, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να έ­δε­σε με αδιάσπαστους δε­σμούς την κτι­στή και ά­κτι­στη φύ­ση εισά­γον­τας το αι­ώ­νιο και το αΐδιο στην ο­ρα­τή σφαί­ρα του κτιστού κό­σμου. Η α­παλ­λα­γή α­πό τα υλι­κά και ε­φή­με­ρα εί­ναι ένα α­πό τα σημαν­τι­κό­τε­ρα με­γέ­θη του πνευ­μα­τι­κού βί­ου.
Η θε­ο­πτί­α εί­ναι η προ­σω­πι­κή εμ­πει­ρί­α της α­λή­θειας. «Βού­λει θε­ο­λό­γος γενέσθαι πο­τέ και της θε­ό­τη­τος ά­ξιος; τας εν­το­λάς φύ­λασ­σε, δια των προσταγμά­των ό­δευ­σον, πράξις γαρ ε­πί­βα­σις θε­ω­ρί­ας» (PG 35, 1080), λέ­γει ο Ά­γιος Γρη­γό­ριος ο Θε­ο­λό­γος. Η θε­ο­πτί­α εί­ναι ο πρω­ταρ­χι­κός τρό­πος γνώ­σε­ως της α­λή­θειας, η ο­ποί­α απο­κτά­ται μό­νο μέ­σα στους κόλ­πους της Εκ­κλη­σί­ας και μό­νο με τη δια­ρκή και α­πε­ρί­σπα­στη άσκη­ση, νή­ψη και προ­σευ­χή και πάν­το­τε δια του φω­τι­σμού του α­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Αυξα­νό­με­νος ο άν­θρω­πος στην πί­στη, την ελ­πί­δα και την α­γά­πη προς το Θε­ό και καθορών­τας τρα­νώς την προ­κο­πή με αύ­ξη­ση της γνώ­σε­ως και α­να­βά­σε­ως πα­ρα­μέ­νει άτρω­τος και α­νε­πη­ρέ­α­στος α­πό ό­λα τα ε­πί­γεια και ε­φή­με­ρα προσ­δο­κών­τας μό­νο προς την ου­ρά­νια βα­σι­λεί­α και τη θεί­α μα­κα­ρι­ό­τη­τα. Η α­σκη­τι­κή ζω­ή πο­λύ παραστατι­κά θε­ω­ρεί­ται σαν παλαίστρα μέ­σα στην ο­ποί­α δί­δε­ται η πά­λη της α­ρε­τής α­γω­νι­ζό­με­νη μέ­σα σε κόπους, ε­νώ το έ­πα­θλο της νί­κης για ό­σους υ­πο­μέ­νουν εί­ναι η α­πά­θεια της ψυ­χής (Μα­ξί­μου Ο­μο­μο­λη­τού, PG 90, 1188).
Οι εμ­πει­ρί­ες των θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων δεν εί­χαν σχέ­ση με τον υ­λι­κό αλ­λά με τον άκτι­στο κό­σμο της θεί­ας α­λή­θειας. Το πρό­σω­πό τους γι­νό­ταν απαύγασμα ι­ε­ρού φωτός. Η ε­πι­θυ­μί­α τους ή­ταν να γί­νουν οι πεν­τα­κά­θα­ροι καθρέ­πτες για να καθρεπτιστεί μέ­σα τους ο Θε­ός, η α­λή­θεια, η ζω­ή. Ήσαν τα όρ­γα­να του α­γί­ου Πνεύμα­τος ε­πί της γης.
Με το φλο­γε­ρό και η­χη­ρό κή­ρυγ­μά τους και τη δυ­να­μι­κό­τη­τα του λό­γου και της καρδιάς τους συν­δαυ­λί­ζουν τη φω­τιά που υ­πάρ­χει στις καρ­δι­ές των χριστια­νών φωτίζοντας το νου και τις ψυ­χές τους προ­σπα­θών­τας να τους μυήσουν στον πνευματι­κό και θε­ϊ­κό κό­σμο της ου­ρά­νιας βα­σι­λεί­ας της Τρισυπόστα­της θε­ό­τη­τας. Με τη δύ­να­μη των λό­γων τους έ­κα­ναν τα αποκαλυπτή­ρια μιας κε­κρυμ­μέ­νης στα γλωσσικά σύμ­βο­λα α­λή­θειας και κατέ­δει­ξαν με έ­ξο­χο τρό­πο πως η ζω­ή του ανθρώπου εί­ναι μια συ­νε­χής πορεί­α ο­λο­κλή­ρω­σης που έ­χει ως α­φε­τη­ρί­α την πρά­ξη και τε­λι­κό προορισμό, ό­που ο­φεί­λει ο χρι­στια­νός να τεί­νει το βλέμ­μα του, τη θεωρία.
Σωτηρίου Ν. Κόλλια
πηγή-Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ – Όταν Τον βρείς όλα αλλάζουν!