Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος Νς΄: Περί του ότι συμφερόντως συνεχώρησεν ο Θεός την ψυχήν δεκτικήν είναι των παθών, εν ω και περί ασκητικών εργασιών.

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος Νς΄: Περί του ότι συμφερόντως συνεχώρησεν ο Θεός την ψυχήν δεκτικήν είναι των παθών, εν ω και περί ασκητικών εργασιών.

Μπορείτε να βρείτε ολόκληρο το βιβλίο εδώ : Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά.
Όσιος Ισαάκ ο Σύρος
Ασκητικά
Λόγος Νς΄: Περί του ότι συμφερόντως συνεχώρησεν ο Θεός την ψυχήν δεκτικήν είναι των παθών, εν ω και περί ασκητικών εργασιών.
Το εν τινι συμπτώματι της αμαρτίας ολισθαίνειν δηλωτιν εστί της φυσικής ασθενείας. Διότι συμφερόντως συνεχώρησεν ο Θεός την ψυχήν δεκτικήν αυτήν είναι των παθών ου γαρ συνείδεν ανωτέραν τούτων αυτήν καθιστάναι προ της δευτέρας παλιγγενεσίας. Το δεκτικήν είναι των πα­θών ωφέλιμον προς την της συνειδησεως κατακέντησιν.Το μέντοι διαμείναι εν τούτοις αναιδές και αναίσχυντον. Τρεις τρό­ποι εισί, δι’ών πάσα ψυχή λογική τω Θεώ προσεγγίσαι δύναται ή δια θερμότητος πίστεως ή δια φόβου ή δια παιδείας Κυρίου. Ουδείς δε δύναται προσεγγίσαι τη του Θεού αγάπη, ει μη προηγήσηται εις των τριών τρόπων τούτων.

Ώσπερ από της γαστριμαργίας τίκτεται η ταραχη των λογισμών, ούτω και από πολυλογίας και αταξίας των συντυχιών η άγνοια και η του νου έκστασις. Η των βιωτικών πρα­γμάτων μέριμνα ταράσσει την ψυχήν, και το υπό τούτων συμφύρεσθαι τον νουν συμφύρει και της γαλήνης εκβάλλει.
Πρέπει τω παραδεδωκότι εαυτόν μοναχώ τη επουρανίω γεωργία, αεί και δια παντός πάσης βιωτικης φροντίδος εκτός είναι, ίνα, εν εαυτώ γενόμενος, μηδέν όλως εν εαυτώ εύρη του παρόντος αιώνος. Εκ γαρ των τοιούτων αργός γενόμενος, απερισπάστως δύναται μελετάν εν τω νόμω του Κυρίου ημέρας και νυκτός. Οι σωματικοί κόποι άνευ της του νου καθαρότητος, ως άτεκνος μήτρα και μαστοί κατάξηροι τη γαρ του Θεού γνώσει προσεγγίσαι ου δύνανται. Και το μεν σώμα κατάκοπον ποιούσιν, εκριζούν δε τα πάθη εκ του νοός ου φροντίζουσί δια τούτο θεριούσι ουδέν.
Ώσπερ ο σπείρων επ’ ακάνθαις ουδέν δύναται θερίσαι, ούτως ο τη μνησικακία εαυτόν αφανίζων και τη φιλοκτημοσύνη ουδέν δύναται ανύσαι, αλλά στένει επί της κοίτης αυτού εκ της πολλης αγρυπνίας και αποχής των πραγμάτων. Και μαρτυρεί η Γραφή η λέγουσα’ «ως λαός εργαζόμενος δικαιοσύνην, και ως μηδεμιάς των εντολών Κυρίου αμελήσας, ζητούσι την παρ’ εμού δικαιοσύνην και αλήθειαν, και βούλονται προσ­εγγίσαι μοι τω Θεώ, λέγοντες ίνα τι ενηστεύσαμεν, και ουκ είδες; και εαυτούς εταπεινώσαμεν, και ουκ έγνω; εν γαρ ταίς ημέραις των νηστειών υμών ποιείτε τα θεληματα υμών, λέγω δη, τάς πονηράς ενθυμήσεις υμών». Και ως ειδώλοις ολοκαρπώσεις προσφέρετε αυτάς, και τους χαλεπούς διαλογισμούς, ουςως Θεόν ελογίσασθε εν αυτοίς, το υμέτερον αυτοίς θυσιάζοντεςσώμα, το πάντων θυμιαμάτων τιμιώτερον, όπερ εμοί αφιερώσαι έχρην υμάς δια της υμών αγαθοεργίας και καθαράς συνει­δήσεως.
Εύθετος γη εστίν η ευφραίνουσα τον εαυτής γεωργόν τη μέχρις εκατόν καρποφορία ψυχή η στιλβωθείσα τη του Θεού μνήμη και τη ακοιμήτω αγρυπνία νυκτός και ημέρας. Εκεί οικοδομεί ο Κύριος επί την ασφάλειαν αυτής νεφέλην σκέπουσαν αυτήν εν ημέρα και φωτί πυρός διαυγάσας την νύ­κτα. Έσωθεν του γνόφου αυτής φως λάμψει.
Ώσπερ νέφος καλύπτει το φως της σελήνης, ούτως οι ατμοί της γαστρός διώκουσι την σοφίαν του Θεού εκ της ψυχής. Και καθάπερ πυρός φλόξ εν ξηροίς ξύλοις, ούτω και το σώμα γαστρός εμπιπλαμένης. Και καθάπερ ύλη παρά ύλης αύξει την φλόγα του πυρός, ούτως η ποικιλία των βρωμάτων την του σώματος κίνησιν.
Εν σώματι φιληδόνω η γνώσις του Θεού ουκ οικεί, και ο αγαπών το ίδιον σώμα της του Θεού χάριτος ουκ επιτεύξεται.Ώσπέρ από ωδίνων τίκτεται καρπός ευφραίνων την τετοκυίαν, ούτως εκ του κόπου του λαιμού τίκτεται εν τη ψυχή καρπός, η γνώσις των μυστηρίων του Θεού, τοις δε οκνηροίς και φιληδόνοις αισχύνης καρπός.Ώσπερ πατήρ κήδεται τέκνου, ούτω και ο Χριστός κήδεται σώματος κακοπαθούντος δι αυτόν, και πλησίον εστί του στόματος αυτού διαπαντός. Της εν σοφία εργασίας ατίμητον το κτήμα.
Ξένος εστίν ο κατά διάνοιαν έξω γενόμενος πάντων των βιωτικών. Πενθικός εστίν ο εν πείνη και δίψη διάγων πάσας τάς ημέρας της ζωής αυτού, δια την ελπίδα των μελλόν­των αγαθών. Μοναχός εστίν ο έξωθεν του κόσμου καθήμενος και αεί δεόμενος του Θεού τυχείν των μελλόντων αγαθών.Πλούτος μοναχού εστίν η παράκλησις η γενομένη εκ του πένθους και η χαρά η εκ πίστεως η εν τοις ταμείοις της διανοίαςλάμπουσα. Ελεήμων εστίν ο μη διακρίνων κατά διάνοιαν τίνααπό τίνος, αλλά πάντας ελεών.
Παρθένος εστίν, ούχ ο το σώμα αυτού φυλάξας από της συνουσίας αμόλυντον, αλλ’ ό αιδούμενος εαυτού, όταν κατ’ ιδίαν γένηται. Ει αγαπάς την σωφροσύνην, δίωξον τους αισχρούς λογισμούς εν τε τη μελέτη της αναγνώσεως και τη εκτεταμένη προσευχή, και τότε προς τάς αίτιας της φύσεως καθοπλισθήση. Χωρίς δε τούτων αγνείαν ιδείν εν τη ψυχή αδύνα­τον.
Ει θέλεις κτήσασθαι την ελεημοσύνην, πρώτον έθιζε σαυτόν καταφρονείν πάντων, ίνα μη τω βάρει τούτων ο νους ελκυσθή και των ιδίων όρων εκτός γένηται. Της γαρ ελεημο­σύνης η ακρίβεια εν τη του αδικείσθαι αιρουμένου υπομονή δείκνυται. Της ταπεινώσεως η τελειότης εστί το φέρειν μετά χα­ράς τάς ψευδείς κατηγορίας. Ει εν αληθεια ελεήμων ει, όταν αφαιρεθής τα σα αδίκως, μη θλιβής έσωθεν, μηδέ την ζημίαν τοις έξω διηγού. Καταποθήτω δε μάλλον η ζημία των ηδικηκότων σε τη ση ελεημοσύνη, ώσπερ η αυστηρία του οίνου τη του ύδατος πληθυνότητι. Και επίδειξαι το πλήθος της ελεημο­σύνης σου εν οίς αγαθοίς αμείβη τους αδικήσαντάς σε. Καθώς και ο μακάριος Ελισσαίος εποίησε τοις εχθροίς αυτού, αιχμαλωτίσαι αυτόν βουλομένοις ότε γαρ προσηύξατο και απετύφλωσεν αυτούς τη αχλύι, επεδείξατο την εν αυτώ ούσαν δύναμιν, ότε δε βρώσιν και πόσιν δεδωκώς αυτοίς είασεν απέρχεσθαι, την εν αυτώ ελημοσύνην επεδείξατο.
Ο ταπεινόφρων εν αληθεία, αδικούμενος ου ταράσσεται, ουδέ απολογίαν ποιεί υπέρ του πράγματος, ου ηδικήθη, αλλά δέχεται τάς συκοφαντίας ως αλήθειαν και ου μέριμνα πείσαι τους ανθρώπους, ότι εσυκοφαντήθη, αλλά συγχώρησιν αιτείται. Τινές γαρ το όνομα της ακολασίας εαυτοίς επεσπάσαντο εκουσίως, μη όντες ούτως, έτεροι δε το της μοιχείας, πόρρω τούτου όντες, υπέμενον, και επικαρπίαν αμαρτίας, ην ουκ ειργάσαντο, δια των δακρύων εαυτούς επεφόρτιζον, συγχώρησιν ανομίας, ην ουκ ειργάσαντο, μετά κλαυθμού παρά των ηδικηκότων εξητούντο, πάση καθαρότητι και αγνεία όντες εστεφανωμένοι την ψυχήν. Άλλοι δε, ίνα μη δοξασθώσιν εν τη εναρέτω αυτών καταστάσει, τη ούση εν αυτοίς κεκρυμμένη, εν σχήματι παραπλήγων εαυτούς εδείκνυον, τω θείω αλάτι ηρτυμένοι όντες και τη γαλήνη πάγιοι, ώστε εκ της άκρας αυτών τελειότητος τους αγίους Αγγέλους έχειν κήρυκας των ιδίων αν­δραγαθημάτων.
Σύ μεν ταπείνωσιν νομίζεις έχειν, άλλοι δε εαυτών κατηγόρουν συ δε ουδέ υπό άλλων κατηγορούμενος φέρεις,και ταπεινόφρονα εαυτόν ψηφίζεις. Ει ταπεινόφρων ει, δόκιμασον σεαυτόν εν τούτοις, εάν ου ταράσση αδικούμενος.
Πολλάς μονάς ο Σωτήρ του Πατρός καλεί τα μέτρα της διανοίας των εν τη χώρα εκείνη αυλιζομένων, λέγω δη τάς διακρίσεις και διαφοράς των πνευματικών χαρισμάτων, εν οίς κατά διάνοιαν εντρυφώσιν. Ου γαρ διαφορά τόπων, αλλά τάξει χαρισμάτων, πολλάς μονάς είρηκε. Καθάπερ έκαστος του αισθητού ηλίου κατά την καθαρότητα της οπτικής δυνάμεως τε και αντιλήψεως κατατρυφά. Και καθάπερ ενός λύχνου εν ενί οίκω διαυγάζοντος, διάφορος η αυγή γίνεται, του φωτός μη μεριζομένου εις πολλάς λαμπηδόνας, ούτως εν τω μέλλοντι αιώνι οι δίκαιοι πάντες αυλίζονται εν μια χώρα αδιαιρέτως. Έκαστος δε κατά το εαυτού μέτρον εξ ενός νοητού ηλίου διαυγάζεται και την ευφροσύνην, ως εξ ενός αέρος και τόπου και καθέ­δρας και θεωρίας και σχηματος.
Και ου θεωρεί τις τα μέτρα του εταίρου αυτού, ούτε του υπερέχοντος, ούτε του υποδεεστέρου, ίνα μη, ορών την υπερβάλλουσαν χάριν του εταίρου αυτού και το εαυτού υστέρη­μα, γένηται αυτώ ταύτα λύπης και αδημονίας αίτια. Μη γένοιτο τούτο είναι, όπου ουκ έστι λύπη, ουδέ στεναγμός, αλλ’ έκαστος κατά την δοθείσαν αυτώ χάριν, κατά το μέτρον αυτού, έσω εν αυτού ευφραίνεται. Μία δε η θεωρία η έξωθεν των πάντων εστί, και μία η χαρά, και χωρίς των δύο τούτων τάξεων ουκ εστίν άλλη μεσιτεύουσα τάξις. Λέγω δη μίαν μεν την άνω, ετέραν δε την κάτω, μέση δε τούτων η ποικιλία της διαφοράς των αμοιβών.
Ει δε αληθές τούτο, καθώς και αληθές εστί, τι αφρονέστερον ή ανοητότερον των λεγόντων ότι άρκετόν μοι της γεέννης διαφυγείν, του δε εις την βασιλείαν εισελθείν ου μέλει μοι; Το γαρ διαφυγείν της γεέννης, αυτό τούτο εστί το εισελθείν εις την βασιλείαν, ώσπερ και το ταύτης εκπίπτειν εις την γέενναν εισελθείν εστίν. Ου γαρ εδίδαξεν ημάς η Γραφή τρεις χώρας, αλλά τι; «Όταν έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού και στήση τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εξ ευωνύμων». Ουδέ γαρ τρία τάγματα είπεν, αλλά δύο, εν εκ δεξιών και εν εξ ευωνύμων. Και διεχώρισε τα όρια των διαφο­ρών των κατασκηνωμάτων αυτών, ειπών ότι, «απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αίώνιον», δηλονότι οι αμαρτωλοί «οι δε δί­καιοι εις ζωήν αιώνιον εκλάμψουσιν ως ο ήλιος». Και πάλιν «ήξουσιν από ανατολών και δυσμών, και ανακληθήσονται εν τοις κόλποις Αβραάμ εν τη βασιλεία των ουρανών, οι δε υιοί της βασιλείας εκβληθήσονται εις το σκότος το εξώτερον, όπου ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων».Όπερ εστί παντός πυρός φοβερώτατον.
Άρα ούν ου συνήκας έκ τούτων, ότι η εναντία της άνω τάξεως στάσις, αύτη εστίν η γέεννα η βασανίζουσα; Καλόν ούν εστί το διδάξαι τους ανθρώπους το αγαθόν του Θεού και επισπάσασθαι αυτούς εν τη διαμονή της προνοίας του Θεού και εκ της πλάνης εις την επίγνωσιν της αληθείας μετενεγκείν. Ού­τος γαρ ην ο του Χριστού και των Αποστόλων τρόπος, και εστίν υψηλός πάνυ. Εάν δε ο άνθρωπος αισθάνηται εαυτού εκ της διαγωγης ταύτης και της συνεχούς κοινωνίας, ότι ασθενεί η συνείδησις αυτού εν τη θεωρία και ταράσσεται η γαληνη αυτού και η γνώσις σκοτίζεται, διότι άκμην η διάνοια αυτού δέεται φυλακής και της των αισθήσεων υποταγής και εν τω θέλειν άλλους θεραπεύειν την ιδίαν υγείαν αυτού απόλλυσι και εξέρχε­ται εκ της ιδίας ελευθερίας του ιδίου βουλήματος εις την ταραχήν του νοός, ο τοιούτος μνημονεύτω του αποστολικού ρητού παραινούντος και λέγοντος, «των τελειότερων είναι την στερεάν τροφην», και εις τουπίσω στραφήτω, ίνα μη ακούση παρ’ αυτού, ως εν υποδείγματι, «ιατρέ, θεράπευον σεαυτόν» και εαυ­τόν κατακρινέτω, και την ιδίαν ευεξίαν φυλαξάτω και αντί των αισθητών αυτού λόγων η αγαθή αυτού πολιτεία διακονείτω, και αντί των φωνών του στόματος αυτού η πράξις αυτού διδασκέτω. Και ηνίκα αν εν υγεία την ψυχήν αυτού γνώ, τότε και άλλους ωφελείτω, και εν τη υγεία αυτού θεραπευέτω. Όταν γαρ ευρεθή μακράν των ανθρώπων, μάλλον δύναται αυτούς ευεργετήσαι εν τω ζήλω των αγαθών έργων ήπερ εν λόγοις, άρρωστος υπάρχων και αυτός και χρήζων της ιατρείας πλείον αυτών. «Τυ­φλός γαρ τυφλόν εάν οδηγή, είς βόθυνον εμπεσούνται».
Των υγιαινόντων γαρ εστίν η στερεά τροφη, των τα αισθητήρια γεγυμνασμένα εχόντων και δυναμένων δέξασθαι πάσαν τροφήν λέγω δη, τάς προβολάς πασών των αισθήσεων,και μη βλαβήναι την καρδίαν εκ πάντων των συναντημάτων, δια την γυμνασίαν της τελειώσεως.
Όταν θελήση ο διάβολος των τοιούτων μολύναι τον νουν εν τη της πορνείας μνήμη, πρώτον τη φιλία της κενοδοξίας δοκιμάζει την υπομονήν αυτών, και η προκάταρξις του λογι­σμού τούτου ου δοκεί πάθος είναι ούτω ποιείν είωθε τοις τον νουν παραφυλαττομένοις, οίς ου δυνατόν τάχιστα εγκαταβαλείν άτοπον ενθύμησιν. Ηνίκα δ’ αν εκβάλη αυτόν εκ του οχυρώματος αυτού και άρξηται τω προτέρω συνδιαλέγεσθαι λογισμώ και μακρύνειν αυτόν εκείθεν, τηνικαύτα προσυπαντά αυτώ εν τη ύλη της πορνείας και διαστρέφει τον νουν εις τα της ακολασίας πράγματα.
Και πρώτον ταράσσεται εν τη αιφνιδίω αυτών προβολή,δια την προϋπάρξασαν σωφροσύνην των λογισμών, την προϋπαντήσασαν τοις πράγμασιν, ων τίνων της θεωρίας ο κυ­βερνήτης νους ην απεσχοινισμένος. Και γαρ καν παντελώς μη μολυνθή, αλλ’ ούν της προτέρας αξίας αυτόν κατέβαλεν. Εάν δε στραφή εις τα οπίσω και προκαταβάλη την προτέραν των λογισμών προσβολήν, ήτις εστίν αιτία της των δευτέρων επα­γωγής, τότε δύναται ευκόλως συν Θεώ κατακρατήσαι του πά­θους.
Κρείσσον εν τη μνήμη των αρετών υποκλέπτειν τα πάθη, η τη αντιστάσει. Διότι τα πάθη, όταν εκ της οικείας χώρας εξέλθη και κινηθή προς πόλεμον, τότε σχήματα και είδωλα εν­τυποί εν τω νοΐ. Επικράτειαν γαρ πολλήν κέκτηται ο πόλεμος ούτος κατά του νοός σφόδρα, τάς ενθυμήσεις εκταράσσων και θορυβών. Κατά μέντοι τον πρότερον όρον, όν έφαμεν, ουδέ ίχνος παθών εμφαίνεται εν τω νοΐ μετά την τούτων αποδίωξιν.
Ο σωματικός κόπος και η μελέτη των θείων Γραφών φυλάσσει την καθαρότητα, τον δε κόπον βεβαιοί η ελπίς και ο φόβος, την δε ελπίδα και τον φόβον συνιστά εν τη διανοία ο μακρυσμός των ανθρώπων και η αδιάλειπτος προσευχή.Έως ού δέξηται άνθρωπος τον Παράκλητον, δέεται των θείων Γρα­φών, ίνα η μνήμη των αγαθών εντυπωθή εν τη διανοία αυτού και εκ της αδιαλείπτου αναγνώσεως ανακαινισθή εν αυτώ η προς το αγαθόν κίνησις και φυλάξη την ψυχήν αυτού εκ της λεπτότητος των οδών της αμαρτίας. Διότι ούπω εκτήσατο την δύναμιν του Πνεύματος, την μακρύνουσαν την πλάνην, την αιχμαλωτίζουσαν τάς ψυχωφελείς μνήμας και προσεγγίζουσαν τη εν τω σκορπισμώ του νου ψυχρότητι.
Όταν γαρ η δύναμις του Πνεύματος επιβή επί την ψυχική δύναμιν την ενεργούσαν εν αυτώ, τότε, αντί του νόμου των Γραφών, ριζούνται αι εντολαί του Πνεύματος εν τη καρδία, και τότε κρυπτώς εκ του Πνεύματος μανθάνει, και ου δέεται της βοηθείας της εκ της αισθητής ύλης. Εν όσω γαρ η καρδία της ύλης μανθάνει, ακολούθως έπεται τη μαθήσει η πλάνη και η λήθη, όταν δε η διδασκαλία υπό του Πνεύματος η, τότε η μνήμη αβλαβής φυλάττεται.
Εισί λογισμοί αγαθοί και εστί θελήματα αγαθά εισί δε λογισμοί πονηροί και καρδία πονηρά. Η πρώτη τάξις κίνησις εστί διαβαίνουσα εν τω νοί, ως ο εν τη θαλάσση διεγειρόμενος άνεμος και μετεωρίζων τα κύματα, η δε δευτέρα τάξις εστίν η κρηπίς και το θεμέλιον, και κατά τον της κρηπίδος όρον γίνεται η αμοιβή των αγαθών και των φαύλων, και ουκατά την των λογισμών κίνησιν. Η ψυχή εκ της κινήσεως τωντρεπτών λογισμών ου γαληνιά. Εάν δε εκάστω τούτων αμοιβήν δώς, κρηπίδα κάτω εν τη καρδία μη έχουσαν, πλησίον ειλοιπόν συ του μυριάκις καθ’ ημέραν αλλοιώσαι τα τε αγαθάσου τα τε εναντία.
Όρνις άπτερος εστί νους νεωστί εξεληλυθώς εκ της συμπλοκής αγωνιζόμενος υψωθήναι εκ των γηινων πραγμάτων και μη δυνάμενος, άλλ’ άκμην επί πρόσωπον της γης έρπων, πετασθήναι έτι μη εξισχύων πλην συνάγων τάς ενθυμήσεις αυτού εν τη αναγνώσει και εν τη εργασία και τω φόβω και τη φροντίδι της ποικιλίας των αρετών, παρεκτός γαρ τούτων γνώναί τι ου δύναται. Και ταύτα μεν, προς βραχύν καιρόν φυλάττουσιν αμόλυντον τον νουν, ύστερον δε επέρχονται αί μνήμαι, και εκταράττουσι και μολύνουσι την καρδίαν. Ούπω γαρ ήσθετο του ησύχου της ελευθερίας, προς όν δια της άμνηστιας των πραγμάτων μετά μικρόν χρόνον συνάγει τον νουν.Διότι ακμήν σωματικάς τάς πτέρυγας κέκτηται, λέγω δη τάς αρετάς, αίτινες φανερώς εκτελούνται. Τάς μέντοι αρετάς της θεωρίας ούπω εθεάσατο, ουδέ της τούτων αισθήσεως ηξιώθη αίτινες εισί πτέρυγες του νοός, δι’ ων προσεγγίζει τις τοις επουρανίοις και απέχεται των γηίνων.
Εν όσω τοις αισθητοίς πράγμασιν υπηρετεί τις τω Κυρίω, οι τύποι τούτων των πραγμάτων εγχαράττονται εν τοις διαλογισμοίς αυτού, και εν σωματικοίς σχήμασι διαλογίζεται τα θεία. Ηνίκα δ’ αν αίσθησιν λάβη των όντων έσωθεν των πραγμάτων, τηνικαύτα κατά το μέτρον της αισθήσεως αυτού έσται ο νους υψηλότερος των σχημάτων των πραγμάτων κατά και­ρόν και καιρόν.
Οφθαλμοί Κυρίου επί τους ταπεινούς τη καρδία, και ώτα αυτού εις δέησιν αυτών». Προσευχή ταπεινόφρονος, ως εκ στόματος προς ώτα. Εν τω καιρώ της ησυχίας σου βόησον εν έργοις αγαθοίς της ταπεινώσεως’ Κύριε ο Θεός μου, συ φωτιείς το σκότος μου.
Όταν η ψυχή σου εγγίση εξελθείν εκ του σκότους, τούτο το σημείον έστω σοι καίεται η καρδία σου και διαθερμαίνεται ως το πυρ νυκτός και ημέρας, ώστε όλον τον κόσμον ηγείσθαί σε σκύβαλα και σποδόν, και ουδέ της τροφης ορέγεθαι εκ της γλυκύτητος των λογισμών των καινών και διαπύρων, των κινουμένων αεί εν τη ψυχή σου. Και εξαίφνης δίδοταί σοι πηγή δακρύων, ως χείμαρρος ρέων χωρίς βίας, μεμιγμένος εν πάσι τοις έργοις σου, εν τε τη αναγνώσει σου, φημί, και ευχή σου, εν τε τη μελέτη σου και βρώσει σου και πόσει σου, και εν παντί έργω σου τα δάκρυα σου κεκερασμένα εν αυτώ ευρίσκεται.
Και όταν ίδης ταύτα εν τη ψυχή σου, ευθαρσής γενού, ότι την θάλασσαν διεπέρασας, και ούτω πρόσθες εν τοις έργοις σου και καλώς κράτησον την φυλακήν, όπως αν η χάρις ημέραν καθ’ ημέραν πληθυνθή εν σοι. Έως δε τούτοις ουκ απαντήσης, ακμήν ουκ ετελείωσας την οδόν σου, του φθάσαι εις το όρος του Θεού. Ει δε και μετά το ευρείν σε και λαβείν την χάριν των δακρύων παύσονται, και η θέρμη σου ψυχρανθή άνευ αλλοιώσεως ετέρου πράγματος, ήγουν σωματικής ασθε­νείας, ουαί σοι τι απώλεσας! Η γαρ εις οίησιν ήλθες η εις αμέλειαν ή και εις χαυνότητα. Τι δε επακολουθεί τοις δάκρυσι μετά το λαβείν αυτά και τι μετά ταύτα απαντήσει αυτώ, ύστε­ρον εν άλλω τόπω μέλλομεν γράψαι, εν τοις περί προνοίας κεφαλαίοις, ως υπό των πατέρων και των γραφών εφωτίσθημεν, των πιστευθέντων τα τοιαύτα μυστήρια.
Εάν έργα μη έχης, μη λαλήσης περί αρετών. Τίμιαι εναντίον Κυρίου αι θλίψεις αι υπέρ αυτού και δι’ αυτόν, υπέρ πάσαν εύχην και θυσίαν. Και οσμή ιδρώτος αυτών υπέρ πάντα τα αρώματα. Εκάστην αρετήν χωρίς κόπου σωματικού γινομένην, ως έκτρωμα άψυχον ηγού. Προσφορά δικαίων, δάκρυα οφθαλμών αυτών. Και θυσία αυτών δεκτή, οι εν αγρυπνίαις στεναγμοί αυτών. Κεκράξονται προς Κύριον οι δίκαιοι τω βάρει του σώματος στενούμενοι, και εν οδύνη τάς ικεσίας εκπέμψουσι προς Θεόν, και επί τη κραυγή της φωνής αυτών τα άγια τάγματα προς βοήθειαν αυτών παραγίνεται του θαρσοποιήσαι αυτούς τη ελπίδι και παραμυθήσασθαι. Κοινωνοί γαρ είσιν οι άγιοι Άγγελοι των παθών και των θλίψεων των αγίων τη προς αυτούς εγγύτητι.
Η καλή εργασία και ταπεινοφροσύνη Θεόν ποιεί τον άνθρωπον επί της γης, η δε πίστις και η ελεημοσύνη προς την καθαρότητα ταχέως προσπελάσαι ποιεί. Την θέρμην και την σνντριβήν της καρδίας εν μιά ψυχή γενέσθαι αδύνατον, ως ουδέ τοις εν μέθη των λογισμών η επικράτεια. Όταν γαρ δοθή τη ψυχή αυτη η θέρμη, επαίρεται η συντριβή του πένθους. Ό μεν οίνος εις ιλαρότητα, η δε θέρμη προς ευφροσύνην της ψυχής δεδώρηται. Εκείνος το σώμα θερμαίνει, ο δε του Θεού λό­γος την διάνοιαν. Οι τη θέρμη πυρπολούμενοι τη μελέτη της ελπίδος αρπάζονται και απαρτίζουσι την διάνοιαν προς τον αιώνα τον μέλλοντα. Καθάπερ γαρ οι μεθυσκόμενοι οίνω είδωλα τίνα φαντάζονται ενηλλαγμένα, ούτω και οι εν τη ελπίδι μεθυσκόμενοι και θερμαινόμενοι ούτε θλίψιν επίστανται ούτε τι κοσμικόν. Ταύτα συμβαίνει τοις απλουστέροις τη καρδία και θερμοτέροις τη ελπίδι, και άλλα τοιαύτα, μετά την επίμονον εργασίαν και καθαρότητα, άτινα ητοίμασται τοις εν τη τρίβω των αρετών πορευομένοις. Ταύτα γίνονται εν τη αρχή της οδού δια της πί­στεως της ψυχής. Πάντα γαρ όσα θέλει ο Κύριος ποιεί.
Μακάριοι περιζωσάμενοι τάς οσφύας αυτών προς την θλίψεων θάλασσαν εν απλότητι και ανεξετάστω τρόπω, χάριν της προς Θεόν αγάπης, και μη δόντες νώτα. Ούτοι ταχέως προς λιμένα της βασιλείας διασώζονται, και αναπαύονται εν σκηνώμασι των καλώς κοπιασάντων και ψυχαγωγούνται εκ της ταλαιπωρίας αυτών και αγάλλονται εν τη ευφροσύνη της ελπίδος αυτών. Οι επ’ ελπίδι τρέχοντες προς το σκολιόν της οδού ουκ επιστρέφουσιν, ουδέ επιμένουσι διερευνάν περί τού­του, αλλ’ όταν διαπερώσι την θάλασσαν, τότε το σκολιόν καθορώντες, τω Θεώ την ευχαριστίαν προσφέρουσι πώς ερρύσατο αυτούς εκ των στενωπών και κρημνών και της τοιαύτης τραχύτητος, αυτών μη ειδότων. Οι δε πολλούς διαλογισμούς δια­νοούμενοι και θέλοντες σφόδρα είναι σοφοί και παραδίδοντες εαυτούς ταίς αναστροφαίς και των λογισμών τη δειλία και προευτρεπιζόμενοι και προβλέπειν βουλόμενοι τάς βλαπτικάς αι­τίας, οι πλείστοι τούτων επί θύραις των εαυτών οίκων διαπαντός καθήμενοι ευρίσκονται.
Οκνηρός εις οδόν αποσταλείς, ερεί «Λέων κατά την οδόν και φονίσκοι κατά της πλατείας». Και ως οι ειπόντες’ «οίους γιγάντων εωράκαμεν εκεί, και ήμεν ενώπιον αυτών,ωσεί ακρίδες». Ούτοι εισίν οι εν τω καιρώ της τελευτής αυτών ευρισκόμενοι εν τη οδώ, οι αεί θέλοντες είναι σοφοί, βαλείν δε αρχήν παντελώς μη βουλόμενοι. Ό δε ιδιώτης νηχόμενος διαπερά εν τη πρώτη θέρμη, φροντίδα του σώματος παντελώς μη ποιούμενος, μηδέ διαλογιζόμενος εν εαυτώ, ει άρα ανύει τι εκ της αυτού πραγματείας ή ου.
Μη σοι γένηται το πολύ της σοφίας ολίσθημα τη ψυχή και παγίς προ προσώπου σου, αλλ επί τω Θεώ πεποιθώς, εν ανδρεία βάλε αρχήν της αίματος πεπληρωμένης οδού, ίνα μη ευρέθης αεί επίδεης και γυμνός της του Θεού γνώσεως. «Ό γαρ δεδιώς ή περιμένων τους ανέμους, ου σπερεί». Κρείσσον θάνατος υπέρ του Θεού, ή ζωή μετ’ αισχύνης και οκνηρίας. Όταν θέλης βαλείν αρχήν εις έργον του Θεού, πρώτον διαθήκην ποίησον, ως μη έχων έτι ζωήν εν τωδε τω βίω και ώσπερ τις προευτρεπισθείς εις θάνατον, και απελπίσας της παρούσης ζωής, ως φθάσας της σης προθεσμίας τον καιρόν. Και τούτο έχε εν αληθεία εν τη ση διανοία, εις το μη εμποδισθήναι σε τη ελπίδι της παρούσης ζωής εις το αγωνίσασθαι και νικήσαι. Η γαρ ελπίς της ζωής ταύτης χαυνοί την διάνοιαν. Δια τούτο μη σοφίζον περισσά παντελώς, αλλά δός τόπον τη πίστει εν τη διανοία σου και μνημόνευε των ημερών των πολλών των οπί­σω και ανεκδιηγήτων αιώνων των μετά θάνατον και κρίσιν, και ου μη εισέλθη ποτέ χαυνότης επί σε, κατά τον λέγοντα σοφόν, ότι «χίλια έτη του νυν αιώνος, ουκ είσιν ως ημέρα μία εν τω αιώνι των δικαίων».
Εν ανδρεία άρξαι παντός έργου αγαθού και μη εν διψυχία προσέλθης αυτοίς και μη διστάσης εν τη καρδία σου εις την ελπίδα του Θεού, ίνα μη ο κόπος σου γένηται ανόνητος και επιβαρής η εργασία της γεωργίας σου, αλλά πίστευε εν τη καρδία σου, ότι ελεήμων ο Κύριος και τοις εκζητούσιν αυτόν δίδωσι την χάριν ως μισθαποδότης, ου κατά την ημετέραν εργασίαν, αλλά κατά την προθυμίαν των ημετέρων ψυχών και την πίστιν. Φησί γαρ, «ως επίστευσας, γενηθήτω σοι.
Αι δε εργασίαι των κατά Θεόν πολιτευόμενων είσιν αύται. Ό μεν ραπίζει την κορυφην αυτού όλην την ημέραν και αντί των συνάξεων των ωρών, ούτω διατελεί. Και άλλος τη γονυκλισία προσκαρτερών και διαμένων συνάπτει τον αριθμόν των ευχών αυτού. Άλλος τω πλήθει των δακρύων αυτού αναπληροί τον τόπον των συνάξεων αυτού και αρκείται εν αυτοίς. Άλλος σπουδάζει εν τη μελέτη της εννοίας και συνάπτει τον κανόνα τον ορισθέντα αυτώ. Άλλος βασανίζει την ψυχήν αυτού εν τη πείνη, ώστε μη δύνασθαι αυτόν τελειώσαι τας συνάξεις αυτού. Και άλλος τη διαπύρω μελέτη των ψαλμών διαμένων, αυτήν ποιείται την σύναξιν αδιάλειπτον. Άλλος σχολάζει εις ανάγνωσιν και θερμαίνεται η καρδία αυτού. Άλλος αιχμαλωτί­ζεται κατανοών τα θεία νοήματα των θείων Γραφών. Άλλος εκπληττόμενος εκ των θαυμάτων των στίχων, κωλύεται υπό της συνήθους μελέτης και σιωπής κρατούμενος. Και άλλος γευσάμενος τούτων απάντων και κορεσθείς, εστράφη εις τα οπί­σω, και έμεινεν άπρακτος. Και άλλος μικρόν τι εξ αυτών εγεύσατο μόνον, και τυφωθείς, επλανήθη. Και άλλος υπό της πολ­λής νόσου και αδυναμίας αυτού εκωλύθη φυλάξαι τον κανόνα αυτού. Και άλλος υπό εθισμού τίνος ή επιθυμίας κρατούμενος, ή φιλαρχίας ή κενοδοξίας ή πλεονεξίας ή του συνάξαι ύλην. Και άλλος προσέκοψε και ανέστη και ουκ έστρεψε τον νώτον αυ­τού, έως ου έλαβε τον μαργαρίτην τον πολύτιμον.
Συ ούν μετά χαράς και προθυμίας αεί βάλε αρχήν εις το έργον του Θεού. Και εάν καθαρός η εκ των παθών και του δισταγμού της καρδίας, ο Θεός αυτός αναβιβάσει σε εις την κορυφήν και βοηθεί σοι και σοφίζει σε κατά το θέλημα αυτού, και εν θαύματι λαμβάνεις την τελειότητα.
Αυτώ η δόξα και το κράτος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Πηγή : isaakosyros.blogspot.gr

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος ΝΖ΄: Περί αλλοιώσεως της εν τη ψυχή γινομένης εν παντί καιρώ φωτός και σκότους, και εκβιβασμού εν τοις δεξιοίς και αριστεροίς γενομένου.

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος ΝΖ΄: Περί αλλοιώσεως της εν τη ψυχή γινομένης εν παντί καιρώ φωτός και σκότους, και εκβιβασμού εν τοις δεξιοίς και αριστεροίς γενομένου.

Μπορείτε να βρείτε ολόκληρο το βιβλίο εδώ : Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά.
Όσιος Ισαάκ ο Σύρος
Ασκητικά
Λόγος ΝΖ΄: Περί αλλοιώσεως της εν τη ψυχή γινομένης εν παντί καιρώ φωτός και σκότους, και εκβιβασμού εν τοις δεξιοίς και αριστεροίς γενομένου.
Ίδωμεν, ώ αγαπητοί, εν τη ψυχή ημών τη ώρα της ευχής, εάν έχωμεν θεωρίαν εν τοις στίχοις της μελέτηςκαι της εύχης αύτη γαρ γίνεται από της αληθινής ησυ­χίας. Και εν τω καιρώ, εν ώ γινόμεθα εν τη σκοτώσει, μη ταραχθώμεν, και μάλιστα εάν μη εξ ημών η αιτία ταύτης η. Τη προνοία δε του Θεού λογίζου ταύτην, δια τάς αιτίας, ας οίδεν αυτός μόνος ο Θεός. Και γαρ εν καιρώ τινι πνίγεται η ψυχή ημών, και γίνεται ως εν κύμασι και εάν αναγνώ τις εις Γραφήν και εάν λειτουργήση και εν παντί πράγματι, ω προσέγγιση, σκότωσιν επί σκοτώσει λαμβάνει. Και εξέρχεται ο τοιούτος και πολλάκις ουδέ προσεγγίσαι άφίεται, και ου πιστεύει παντελώς ούτος, ότι δέχεται άλλοίωσιν, και γίνεται εν ειρήνη. Αύτη η ώρα πεπλήρωται απογνώσεως και φόβου, και ελπίς του Θεούκαι η παράκλησις της πίστεως αυτού τελείως εκβάλλεται εκ της ψυχής, και όλη εξ όλου πληρούται δισταγμού και φόβου.

Οι πειρασθέντες εν τω κύματι τούτω της ώρας ταύτης, εκ της πείρας γινώσκουσι την αλλοίωσιν την ακολουθούσαν εν τω τέλει αυτής. Ουκ εά δε ο Θεός την ψυχήν εν τούτοις ημέραν τελείαν, επί είχεν απολέσθαι της ελπίδος των Χριστιανών, αλλά ταχέως έκβασιν ποιεί αύτη. Εάν δε επί πλείον επιμένη η όχλησις της σκοτώσεως ταύτης, αλλοίωσιν ζωής εκ του μέσου αυτής εκδέχου εν τάχει.
Σοι δε εγώ, ώ άνθρωπε, υποτίθεμαι και συμβουλεύω σοι εάν ουκ έχης ισχύν κρατήσαι εαυτόν και πεσείν επί πρό­σωπον σου εν τη ευχή, έλιξον την κεφαλήν σου εν τω παλλίω σου και κοιμώ, έως αν παρέλθη η ώρα αύτη της σκοτώσεως από σου, εκ δε του σκηνώματος σου μη εξέλθης. Τούτον τον πειρασμόν πειράζονται μάλιστα οι εν τη πολιτεία της διανοίας επιθυμούντες διάγειν και την παράκλησιν της πίστεως επιζητούντες εν τη πορεία αυτών. Δια τούτο και πλέον των απάντων οδύνην και κόπον αυτοίς ποιεί η ώρα αύτη εν τω δισταγμώ της διανοίας. Ακολουθεί δε αύτη ισχυρώς η βλασφημία. Και ποτέ μεν δισταγμός περί της αναστάσεως συμβαίνει αυτώ και άλλα, άπερ ου δει ημάς εξειπείν. Τούτων πάντων πολλάκις εν πείρα γεγόναμεν και προς παράκλησιν των πολλών εγράψαμεν τον αγώνα τούτον.
Οι εν τοις σωματικοίς έργοις διάγοντες έξωθεν τούτων είσι παντελώς. Άλλ’ η ακηδία έρχεται αυτοίς, η πάσιν έκδη­λος υπάρχουσα, και κεχωρισμένη εστί τοις τρόποις εκ τούτων και των τοιούτων. Η υγεία τούτου και η ιατρεία εκ της ησυχίας βρύει. Τούτο δε εστίν η παράκλησις αυτού. Εν τη συντυχία δε ουδέποτε δέχεται το φως της παρακλησεως και εν ομιλίαις ανθρώπων ου θεραπεύεται, αλλά προς καιρόν αναπαύεται και μετά ταύτα επανίσταται αυτώ ισχυρότερον. Και δέεται αναγκαίως ανθρώπου πεφωτισμένου, του έχοντος πείραν εν τούτοις, φωτισθήναι παρ’ αυτού και εκδυναμωθήναι εν παντί καιρώ της χρείας, ουχί πάντοτε.
Μακάριος ο υπομένων εν τούτοις έσωθεν της θύρας. Εις μόνην γαρ μεγάλην και δύναμιν φθάσει μετά ταύτα, κα­θώς λέγουσιν οι Πατέρες. Όμως ουκ εν ώρα, ουδέ ευθέως παρέρχεται ο αγών ούτος. Ουδέ η χάρις προσάπαξ έρχεται τελείως και οικεί εν τη ψυχή, αλλά κατά μικρόν και μικρόν, και εκ ταύτης εκείνη. Εν καιρώ πειρασμός και εν καιρώ παράκλησις, και εν τούτοις επιμένει έως της εξόδου. Αλλοτριωθήναι γαρ τελείως εκ τούτου μη προσδοκήσωμεν ώδε, ουδέ παρακληθήναι τελείως. Ούτω γαρ ευδόκησεν ο Θεός την ζωήν ημών διοικείσθαι ενταύθα, και εν τούτοις είναι τους πορευομένους έν τη οδώ.
Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος ΝΗ΄: Περί της βλάβης του ζηλού του μωρού του ως εν προσώπω του Θεού, περί τε της βοήθειας της εκ της πραότητος και άλλων τρόπων.

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος ΝΗ΄: Περί της βλάβης του ζηλού του μωρού του ως εν προσώπω του Θεού, περί τε της βοήθειας της εκ της πραότητος και άλλων τρόπων.

Μπορείτε να βρείτε ολόκληρο το βιβλίο εδώ : Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά.
Όσιος Ισαάκ ο Σύρος
Ασκητικά
Λόγος ΝΗ΄: Περί της βλάβης του ζηλού του μωρού του ως εν προσώπω του Θεού, περί τε της βοήθειας της εκ της πραότητος και άλλων τρόπων.
Άνθρωπος ζηλωτής ουδέποτε φθάνει την ειρήνην της διανοίας, ο δε αλλότριος της ειρήνης, αλλότριος εστί της χαράς. Εάν γαρ λέγηται η ειρήνη της διανοίας υγεία τελεία, ο δε ζήλος ενάντιος της ειρήνης, λοιπόν νόσον μεγάλην νοσεί ο έχων ζήλον πονηρόν. Ω άνθρωπε, ο εξ εναντίας των αλλοτρίων νοσημάτων δοκών εκφέρειν τον ζήλον σου,

την υγείαν της ψυχής σου εδίωξας. Προς υγείαν ούν της ψυχής σου φιλοπόνησον. Εάν δε τους ασθενείς επιθυμείς θεραπεύσαι, γνώθι ότι οι άρρωστοι επιμελείας χρήζουσι μάλλον ή του επιτιμίου. Πάλιν επειδάν άλλοις συ ου βοηθής, σεαυτόν εις μεγάλην νόσον εμβάλλεις οδυνηρώς. Ουκ εκ των ειδών της σοφίας ψηφίζεται ο ζήλος εν ανθρώποις, άλλ’ εκ των νοσημάτων της ψυχής, όπερ εστί στένωσις φρονήματος και πολλή άγνοια.
Αρχή σοφίας Θεού επιείκεια και πραότης, ήτις εκ μεγάλης ψυχής γίνεται και βαστάζει τάς ασθενείας των ανθρώ­πων. «Ημείς», γαρ φησίν, «οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζετε», και τον πταίοντα «διορθώσασθε εν πνεύματι πραότητος». Εκ των καρπών του Πνεύματος του αγίου αριθμεί ο Απόστολος την ειρήνην και την υπομονήν.
Καρδία πεπληρωμένη λύπης υπέρ της ασθενείας και αδυναμίας της υπέρ των σωματικών πράξεων των φανερών αναπληροί τον τόπον πάντων των σωματικών έργων. Αι πρά­ξεις του σώματος εκτός της λύπης της διανοίας, ώσπερ σώμα άψυχον εστίν. Ό τη καρδία περίλυπος και ταίς αισθήσεσιν αυτού απολελυμένος, ώσπερ άρρωστος εστίν, ο πονών σωματικώς και το στόμα αυτού λελυμένον έχων εις πάν βρώμα βλάπτον αυτόν. Ό τη καρδία περίλυπος και ταίς αισθήσεσιν αυτού λελυμένος, ως άνθρωπος εστίν έχων μονογενη υίόν και θύων αυτόν ταίς χερσίν αυτού κατά μικρόν και μικρόν. Η λύπη της διανοίας δόσις τίμια παρά τω Θεώ, και ο βαστάζων αυτήν κα­θώς πρέπει, ώσπερ άνθρωπος εστί βαστάζων εν τοις μέλεσιν αυτού αγιότητα. Άνθρωπος ο απολύσας την γλώσσαν αυτού κατά των ανθρώπων, εν αγαθοίς η κακοίς πράγμασιν, ουκ εστίν άξιος της χάριτος ταύτης. Μετάνοια μετά συντυχιών πί­θος τετριμμένος. Φιλοτιμία μετά κολαφισμών μάχαιρα βεβαμμένη εν μέλιτι.
Σωφροσύνη και ομιλία μετά γυναικός ως λέαινα μετά προβάτου εν οίκω ενί. Έργα μετά ανελεημοσύνης ενώπιον του Θεού, ως άνθρωπος θύων υιόν ενώπιον του πατρός αυτού. Ό τη ψυχή ασθενών, και διορθούμενος τους εταίρους αυτού, ώσπερ άνθρωπος εστί τυφλός τοις οφθαλμοίς και δεικνύων άλλοις την οδόν.
Η ελεημοσύνη και η δικαιοκρισία εν μιά ψυχή, ως άνθρωπος προσκυνών τω Θεώ και τοις ειδώλοις εν ενί οίκω. Η ελεημοσύνη εναντία εστί τη δικαιοκρισία. Η δικαιοκρισία εστίν ισότης του μέτρου του ίσου εκάστω γαρ ως εστίν άξιον δίδωσι, και ουκ εκκλίνει εις εν μέρος ή προσωποληπτεί εν ανταποδώ­σει. Η ελεημοσύνη δε λύπη εστί κινούμενη εκ της χάριτος και τοις πάσιν εκκλίνει συμπαθώς, και τον άξιον της κακώσεως ουκ ανταποδίδοι και τον άξιον του αγαθού υπερεμπιπλά αυτόν. Και εάν αύτη εκ του μέρους της δικαιοσύνης εστί, λοιπόν εκείνη εκ του μέρους της κακίας. Ώσπερ χόρτος και πυρ ούχ υπομένουσιν εν ενί οίκω, ούτως ουδέ η δικαιοκρισία και η ελεημοσύνη εν μια ψυχή. Ώσπερ ου συσταθμίζεται κόκκος ψάμμου προς βάρος πολύ χρυσίου, ούτως η χρεία της δικαιοκρισίας του Θεού ου συσταθμίζεται προς ομοίωσιν της ελεημοσύνης αυτού.
Ώσπερ δράξ ψάμμου πίπτουσα εις μεγάλην θάλασσαν, ούτω τα πταίσματα πάσης σαρκός προς ομοίωσιν της προνοίας και του ελέους του Θεού. Και ώσπερ ου φράττεται πηγή πηγάζουσα πλουσίως εις δράκα χοός, ούτως ου νικάται η ελεημοσύνη του δημιουργού υπό της κακίας των κτισμάτων. Ώσπερ τις σπείρων εν τη θαλάσση και προσδοκών θερίσαι, ούτως ο μνησικακών και προσευχόμενος. Ώσπερ ου δυνατόν την λαμπηδόνα του πυρός αποκλείσαι του μη ανελθείν άνω, ού­τως ουκ εμποδίζονται αί ευχαί των ελεημόνων του ανελθείν εις ουρανόν. Ώσπερ η ρύσις του ύδατος εις τον κατωφερή τόπον, ούτως η δύναμις του θυμού όταν εύρη τόπον εν τη διανοία ημών. Ό κτησάμενος την ταπείνωσιν εν τη εαυτού καρδία, ού­τος νεκρός τω κόσμω γέγονε. Και ο νεκρωθείς τω κόσμω, ενεκρώθη τοις πάθεσιν, ο δε νεκρωθείς τη καρδία εκ των ιδίων αυτού, ο διάβολος. Ό ευρών τον φθόνον, εύρε μετ’ αυτού τον διάβολον.
Έστι ταπείνωσις εκ του φόβου του Θεού, και εστί ταπείνωσις εκ της αγάπης του Θεού. Και εστίν ο δια τον φόβον του Θεού ταπεινούμενος, και εστίν ο δια την χαράν ταπεινούμενος. Και εκείνω μεν τω δια τον φόβον του Θεού ταπεινουμένω ακολουθεί επιείκεια των μελών μετά ευτάκτων αιθήσεων και καρδία συντετριμμένη εν παντί καιρώ · τούτω δε τω δια την χαράν ταπεινουμένω ακολουθεί απλότης πολλή και καρδία αυξάνουσα και ακράτητος.
Η αγάπη ου γινώσκει την αιδώ, δια τούτο ου γινώσκει δού­ναι σχημα εις εύταξίαν των μελών αυτής. Η αγάπη φυσικώς έχει το μη αιδείσθαι και λαθείν το μέτρον αυτής.
Μακάριος ο ευρών σε τον λιμένα πάσης χαράς. Αγαπητόν εστίν υπό του Θεού το άθροισμα των ταπεινών ως το άθροισμα των Σεραφίμ. Τίμιον εστί παρά τω Θεώ σώμα σώφρον πλείον θυσίας καθαράς. Τα δύο γαρ, ήγουν η ταπείνωσις και η σωφροσύνη, ενέχυρον εκ της Τριάδος ετοιμάζουσιν εν τη ψυχή.
Προς τους φίλους σου εν ευλαβεία πορεύθητι, και όταν ποίησης τούτο, και σαυτόν και αυτούς ωφελήσεις. Ότι πολλάκις προφάσει της αγάπης αποβάλλει η ψυχή τον χαλινόν της παραφυλακής. Εκ των συντυχιών παραφύλαξαι, ότι ουκ εν παντί καιρώ ωφελούσιν. Εν συναθροίσματι τίμα την σιωπήν ζημίαν γαρ πολλήν κωλύει αύτη.
Την κοιλίαν τήρει, ούχ ως την όρασιν πόλεμος γαρ οικείος αδιστάκτως κουφότερος του εξωτέρου. Μη πιστεύσης, ώ αδελφέ, ότι κωλύονται οι εσωτικοί λογισμοί, εκτός του καλώς και ευτάκτως το σώμα καταστήσαι.
Φοβήθητι τάς συνηθείας πλείω των εχθρών. Ό τρέφων παρ εαυτώ συνήθειαν, ως άνθρωπος εστί τρέφων πυρ. Το γαρ μέτρον της δυνάμεως των δύο εν ύλη συνίσταται. Η συνήθεια εάν ζητήση άπαξ και κωλυθή το αίτημα αυτής, άλλοτε ευρίσκεις αυτήν ασθενή. Και εάν ποίησης το θέλημα αυτής προσάπαξ, το δεύτερον πλείον ευρήσεις αυτήν ισχυροτέραν κατά σου.
Περι παντός πράγματος αύτη η μνήμη εμμεινάτω εν σοί. κρείττων γαρ εστίν η βοήθεια εκ της παραφυλακής υπέρ της βοήθειαν την εξ έργων. Του αγαπώντος τον γέλωτα και αγαπώντος θεατρίσαι τους ανθρώπους, φίλος μη γίνου· οδηγεί γαρ σε εις συνήθειαν χαυνώσεως.
Μετά του λελυμένου εν τη πολιτεία αυτού μη ιλαρύνης το πρόσωπον σου, φυλάττου δε του μη μισήσαι αυτόν. Και εάν βουλευθή αναστήναι, δός αυτώ χείρα και έως θανάτου μερίμνησον ευρείν αυτόν. Εάν δε ασθενής ακμήν, μισεί και την ιατρείαν. «Την γαρ αρχήν της ράβδου σου δός αυτώ», φησί, και τα εξης.
Ενώπιον υψηλόφρονος και νοσούντος φθόνον μετά παρατηρήσεως λαλεί. Ως γαρ συ λαλείς, αυτός ποιεί εν καρδία αυτού εξήγησιν των λόγων σου καθώς αγαπά και εκ των άγα·θών των εν σοι λαμβάνει ύλην εις το ποιήσαι άλλους προσκόψαι, και αλλάσονται οι λόγοι σου εν τη διανοία αυτόν προς την ύλην της αρρωστίας αυτού.
Επί του προηγουμένου καταλαλήσαι τον αδελφόν αυτού έμπροσθεν σου, στύγνασον το πρόσωπον σου. Και ότε τούτο ποιήσεις, ευρίσκη τω Θεώ και αυτώ παραφυλαττόμενος.
Εάν δώς τι τω χρήζοντι, προλαβέτω την δόσιν σου η ιλαρότης του προώπου σου, και λόγοις αγαθοίς παρακαλεί την θλίψιν αυτού. Και όταν ποίησης τούτο, νικά την δόσιν σου η ιλαρότης εν τη διανοία αυτού πλέον της χρείας του σώματος. Εν ημέρα, όταν ανοίξης το στόμα σου και λαλήσης τι κατά τί­νος, λογίζου σαυτόν τω Θεώ νεκρόν και μάταιον εν πάσι τοις έργοις σου, καν δοκή ότι εν ευθύτητι και προς οίκοδομην ηρεθισέ σε ο λογισμός σου λαλήσαι. Τις γαρ ανάγκη καταλύσαι τίνα την ιδίαν οικοδομήν και διορθώσασθαι την του εταίρου αυτού;
Εν ημέρα, εν η λύπην έχεις περί τίνος εις τίνα τρόπον ασθενούντος υπέρ των αγαθών ή πονηρών, σωματικώς ή εννοία, μάρτυρα λογίζου σεαυτόν εν εκείνη τη ημέρα και ως παθών υπέρ του Χριστού διάκεισο, και αξιωθείς ομολογίας. Μνήσθητι γαρ, ότι ο Χριστός υπέρ των αμαρτωλών απέθανεν, ουχί υπέρ των δικαίων. Βλέπε πόσον εστί το πράγμα τούτο μέγα, το λυπείσθαι υπέρ των πονηρών και ευεργετείν τους αμαρ­τωλούς υπέρ τους δικαίους. Ο Απόστολος, ως θαύματος άξιον, μνημονεύει τούτου.
Εάν δυνηθής δικαιωθήναι εν σεαυτώ κατά ψυχήν σου, μη μεριμνήσης καταδιώξαι άλλην δικαιοσύνην. Εν πάσι τοις έργοις σου προηγησάσθω εν σοι η σωφροσύνη του σώμα­τος και η καθαρότης της συνειδήσεως. Εκτός γαρ τούτων, μάταιον εστί παρά τω Θεώ πάν πράγμα.Έκαστον έργον, ό εάν ποιής χωρίς διαλογισμού και εξετάσεως, γνώθι ότι μάταιον εστί, καν πρεπώδες η. Διότι ο Θεός προς την διάκρισιν λογίζε­ται την δικαιοσυνην και ουχί προς την ενέργειαν την αδιάκριτον
Λύχνος εν ηλίω δίκαιος ου σοφός.
Σπόρος επί πέτρας ευχη μνησίκακου.
Δένδρον άκαρπον, ασκητής ανελεήμων.
Βέλος ιώδες, έλεγχος από φθόνου.
Παγίς κεκρυμμένη, έπαινος δολίου.
Σύμβουλος μωρός, σκοπός τυφλός.
Καρδίας κλάσις, κάθισμα μετά ασυνέτων.
Πηγή γλυκεία, ομιλία συνετών.
Σύμβουλος σοφός, τείχος ελπίδος.
Φίλος μωρός και ασύνετος, ταμείον εστί ζημίας.
Κρείσσον εστί πενθούσαις οίκουντα ιδείν ή σοφόν ακολουθούντα μωρώ.
Κρείσσον εστίν οικήσαι μετά θηρίων, ή οικήσαι μετά των κακώς.
Κάθου μετά γυπών ή μετά πλεονέκτου και απλήστου.
Γίνου εταίρος τω φονευτή ή τω φιλονείκω.
Μετά χοίρου η μετά γαστριμάργου συλλαλεί κρείσσον γαρ δεξαμενή χοίρων ή στόμα φάγων.
Κάθου μεταξύ των λωβών ή μεταξύ των υπερηφάνων.
Καταδιώχθητι συ, και μη καταδίωξης.
Σταυρώθητι και μη σταυρώσης. Αδικήθητι, και μη αδικήσης.
Συκοφαντήθητι, και μη συκοφαντήσης. Γίνου επιεικής, και μη ζηλωτής εν κακώ.
Η δικαιολογία ουκ εστί της πολιτείας των Χριστιανών και ουκ εστί σεσημειωμένη εν τη διδαχή του Χριστού. Ευφραίνου μετά των ευφραινομένων, και κλαίε μετά των κλαιόν­των. Τούτο γαρ εστί το σημείον της καθαρότητος. Μετά των αρρώστων αρρώστησον, μετά των αμαρτωλών πένθησον, μετά των μετανοούντων χάρηθι.
Φίλος γενού πάσιν ανθρώποις, και μόνος γενού εν τη διανοία σου. Κοινωνός γενού τοις παθήμασι των πάντων, και τω σώματι σου μακράν γενού εκ πάντων. Μη ελέγχε τίνα, μηδέ ονείδιζε, μηδέ τους λίαν κακούς εν τη πολιτεία αυτών.
Άπλωσον τον χιτώνα σου επί τον πταίοντα και σκέπασον αυτόν, και εάν μη δύνη επιθείναι εφ’ εαυτόν τα πταίσμα­τα και δέξασθαι την παιδείαν και την αισχύνην άντ’ αυτού, καν υπόμεινον, και αυτόν μη καταισχύνης.
Γίνωσκε, ω αδελφέ, ότι δια τούτο χρη ημάς είναι εσωθεν Α της θύρας του κελλίου, ίνα μη γινώσκωμεν τα πράγματα των ανθρώπων τα κακά, και τότε θεωρούμεν πάντας αγίους και καλούς εν τη αγνεία της διανοίας ημών. Εάν δε γενώμεθα ελέγχοντες και παιδεύοντες, και κρίνοντες και εξετάζοντες, και εκδικούντες και μεμψίμοιροι, τι λοιπόν διαφέρει το κάθισμα ημών του καθίσματος των πόλεων; Και τι εστί χείρον του κα­θίσματος της ερημου, εάν μη ταύτα εάσωμεν;
Εάν ούχ ησυχάζης τη καρδία, ησύχασον καν τη γλώσση.Και εάν ου δύνη ευτάκτους τους λογισμούς σου διαθείναι, καν τάς αισθήσεις σου ευτάκτους ποίησον. Και εάν ουκ η μόνος εν τη διανοία σου, καν μόνος γενού τω σώματι σου. Και εάν ου δύνη εργάσασθαι τω σώματι σου, λυπήθητι καν κατά διάνοιαν. Και εάν ου δύνη ιστάμενος αγρυπνησαι, αγρύπνησον καθεζόμενος επί της κλίνης σου, ή και κείμενος. Και εάν ου δύνη διπλάς νηστεύσαι, καν νήστευσον έως εσπέρας. Και εάν ου δύνη έως εσπέρας, καν φύλαξον του μη χορτασθήναι. Ει ουκ ει άγιος εν τη καρδία σου, καν γενού αγνός τω σώματι σου. Εάν ου πενθής εν τη καρδία σου, καν ένδυσαι πένθος εν τω προσώπω σου. Εάν ου δύνη ελεήσαι, λάλει ως αμαρτωλός. Ουκ ει ειρη­νοποιός, μη γίνου φιλοτάραχος. Ου δύνη σπουδαίος γενέσθαι, γίνου καν εν τω φρονηματί σου ως άοκνος. Ουκ ει νικητης, μη υψηλοφρονήσης κατά των υπευθύνων. Ουκ ισχύεις φράξαι το στόμα του καταλαλούντος κατά του εταίρου αυτού, φύλαξαι καν σαυτόν μη κοινωνήσαι αυτώ.
Γνώθι, ότι εάν εξέλθη εκ σου πυρ και κατακαύση άλλους, τάς ψυχάς τάς καιομένας εν τω πυρί σου ο Θεός εκ των χειρών σου εκζητήσει. Και εάν συ ου βάλης το πυρ, αλλά συνευδοκείς τω ρίπτοντι και εν τούτω αρέσκη, κοινωνός ει αυτού εν τη κρίσει. Εάν αγαπάς την πραότητα, γενού εν ειρήνη, και εάν αξιωθής της ειρήνης, χαρήση εν παντί καιρώ. Ζήτησον την σύνεσιν, και μη χρυσόν. Ένδυσαι την ταπείνωσιν, και μη την βύσσον. Κτήσαι την ειρήνην, και μη την βασιλείαν.
Ούκ εστίν ο συνιών, μη έχων ταπείνωσιν, και ο μη έχων ταπείνωσιν, ου μη συνή. Ουκ εστί ταπεινόφρων ο μη ει­ρηνικός, και ο μη ων ειρηνικός, ουδέ ταπεινόφρων. Και ουκ έστιν, ει μη χαίρων ειρηνικός. Εν πάσαις ταίς οδοίς, εν αις πορεύονται οι άνθρωποι εν τω κόσμω, ούχ ευρίσκουσιν εν αυταίς την ειρήνην, έως αν πλησιάσωσι τη ελπίδι του Θεού. Ουκ ειρη­νεύει η καρδία εκ του κόπου και των προσκομμάτων, έως αν φθάση ταύτην η ελπίς και ειρηνεύσει την καρδίαν και εκχεεί την χαράν εν αυτή. Και αύτη εστίν, ην είπε το προσκυνητόν στόμα και πεπληρωμένον αγιότητος «δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Έγγισον, φησίν, εις το ελπίσαι εις εμέ, και αναπαύη εκ του έργου και του φόβου.
Η ελπίς του Θεού υψοί την καρδίαν, ο δε φόβος της γεέννης συντρίβει αυτήν. Το φως της διανοίας γεννά την πίστιν, και η πίστις γεννά την παράκλησιν της ελπίδος, η δε ελπίς κρατύνει την καρδίαν. Η πίστις εστίν η αποκάλυψις της συνέσεως, Και όταν σκοτισθή η διάνοια, κρύπτεται η πίστις και κατακυ­ριεύει ημών ο φόβος και κόπτει την ελπίδα ημών. Η πίστις η εκ της μαθήσεως ουκ ελευθεροί τον άνθρωπον εκ της υπερηφανίας και του δισταγμού, άλλ’ η εν τη συνέσει ορωμένη και ανατέλλουσα, και καλείται επίγνωσις και φανέρωσις της αληθείας. Έως αν συνή ο νους τον Θεόν ως Θεόν εν φανερώσει της συνέσεως, ουκ εγγίζει ο φόβος τη καρδία. Όταν παραχωρηθώμεν εν τη σκοτώσει και απολέσωμεν ταύτην την σύνεσιν, έως άν ταπεινωθώμεν, συμβαίνει ημίν ο φόβος, έως προσπέλαση ημάς τη ταπεινώσει και τη μετάνοια.
Ο υιός του Θεού σταυρόν υπέμεινεν. Οι ούν αμαρτωλοί θαρσώμεν εν τη μετανοία. Ει γαρ το σχήμα της μετανοίας μετέβαλε την οργήν εκ του βασιλέως Αχαάβ, ουκ αχρειοί νυν ημάς η αλήθεια της μετανοίας ημών. Και ει εξ εκείνου του μη αληθεύοντος το σχήμα της ταπεινώσεως απέστρεψε την οργήν εξ αυτού, πόσω μάλλον εξ ημών των εν αληθεία λυπουμένων υπέρ των πταισμάτων ημών; Ικανή η λύπη της διανοίας αντί πάσης εργασίας σωματικής.
Ο άγιος Γρηγόριος λέγει «ναός της χάριτος εστίν ο συγκεκραμένος εν τω Θεώ και διαμένων εν φροντίδι της κρί­σεως αυτού». Τι δε εστίν η μέριμνα της κρίσεως αυτού, ει μη το εκζητήσαι αεί την ανάπαυσιν αυτού και λυπείσθαι διηνεκώς, και φροντίζειν υπέρ του μη δύνασθαι φθάσαι την τελείωσιν δια την ασθένειαν της φύσεως ημών; Και η διηνεκής υπέρ τούτου λύπη εστί το βαστάζειν εν τη ψυχή αυτού την διηνεκή μνήμην του Θεού, καθώς είπεν ο μακάριος Βασίλειος.
Εύχη αμετεώριστός εστίν η εμποιούσα εν τη ψυχή έννοιαν Θεού εναργή. Και τούτο εστί του Θεού ενοίκησις, το δια της μνήμης ενιδρυμένον έχειν εν εαυτώ τον Θεόν. Ούτω γινόμεθα ναός Θεού. Τούτο δε εστί φροντίς και συντετριμένη καρδία εν τη ετοιμασία της αναπαύσεως αυτού.
Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.
Πηγή : isaakosyros.blogspot.gr

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος ΝΗ΄: Περί της βλάβης του ζηλού του μωρού του ως εν προσώπω του Θεού, περί τε της βοήθειας της εκ της πραότητος και άλλων τρόπων.

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος ΝΗ΄: Περί της βλάβης του ζηλού του μωρού του ως εν προσώπω του Θεού, περί τε της βοήθειας της εκ της πραότητος και άλλων τρόπων.

Μπορείτε να βρείτε ολόκληρο το βιβλίο εδώ : Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά.
Όσιος Ισαάκ ο Σύρος
Ασκητικά
Λόγος ΝΗ΄: Περί της βλάβης του ζηλού του μωρού του ως εν προσώπω του Θεού, περί τε της βοήθειας της εκ της πραότητος και άλλων τρόπων.
Άνθρωπος ζηλωτής ουδέποτε φθάνει την ειρήνην της διανοίας, ο δε αλλότριος της ειρήνης, αλλότριος εστί της χαράς. Εάν γαρ λέγηται η ειρήνη της διανοίας υγεία τελεία, ο δε ζήλος ενάντιος της ειρήνης, λοιπόν νόσον μεγάλην νοσεί ο έχων ζήλον πονηρόν. Ω άνθρωπε, ο εξ εναντίας των αλλοτρίων νοσημάτων δοκών εκφέρειν τον ζήλον σου,

την υγείαν της ψυχής σου εδίωξας. Προς υγείαν ούν της ψυχής σου φιλοπόνησον. Εάν δε τους ασθενείς επιθυμείς θεραπεύσαι, γνώθι ότι οι άρρωστοι επιμελείας χρήζουσι μάλλον ή του επιτιμίου. Πάλιν επειδάν άλλοις συ ου βοηθής, σεαυτόν εις μεγάλην νόσον εμβάλλεις οδυνηρώς. Ουκ εκ των ειδών της σοφίας ψηφίζεται ο ζήλος εν ανθρώποις, άλλ’ εκ των νοσημάτων της ψυχής, όπερ εστί στένωσις φρονήματος και πολλή άγνοια.
Αρχή σοφίας Θεού επιείκεια και πραότης, ήτις εκ μεγάλης ψυχής γίνεται και βαστάζει τάς ασθενείας των ανθρώ­πων. «Ημείς», γαρ φησίν, «οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζετε», και τον πταίοντα «διορθώσασθε εν πνεύματι πραότητος». Εκ των καρπών του Πνεύματος του αγίου αριθμεί ο Απόστολος την ειρήνην και την υπομονήν.
Καρδία πεπληρωμένη λύπης υπέρ της ασθενείας και αδυναμίας της υπέρ των σωματικών πράξεων των φανερών αναπληροί τον τόπον πάντων των σωματικών έργων. Αι πρά­ξεις του σώματος εκτός της λύπης της διανοίας, ώσπερ σώμα άψυχον εστίν. Ό τη καρδία περίλυπος και ταίς αισθήσεσιν αυτού απολελυμένος, ώσπερ άρρωστος εστίν, ο πονών σωματικώς και το στόμα αυτού λελυμένον έχων εις πάν βρώμα βλάπτον αυτόν. Ό τη καρδία περίλυπος και ταίς αισθήσεσιν αυτού λελυμένος, ως άνθρωπος εστίν έχων μονογενη υίόν και θύων αυτόν ταίς χερσίν αυτού κατά μικρόν και μικρόν. Η λύπη της διανοίας δόσις τίμια παρά τω Θεώ, και ο βαστάζων αυτήν κα­θώς πρέπει, ώσπερ άνθρωπος εστί βαστάζων εν τοις μέλεσιν αυτού αγιότητα. Άνθρωπος ο απολύσας την γλώσσαν αυτού κατά των ανθρώπων, εν αγαθοίς η κακοίς πράγμασιν, ουκ εστίν άξιος της χάριτος ταύτης. Μετάνοια μετά συντυχιών πί­θος τετριμμένος. Φιλοτιμία μετά κολαφισμών μάχαιρα βεβαμμένη εν μέλιτι.
Σωφροσύνη και ομιλία μετά γυναικός ως λέαινα μετά προβάτου εν οίκω ενί. Έργα μετά ανελεημοσύνης ενώπιον του Θεού, ως άνθρωπος θύων υιόν ενώπιον του πατρός αυτού. Ό τη ψυχή ασθενών, και διορθούμενος τους εταίρους αυτού, ώσπερ άνθρωπος εστί τυφλός τοις οφθαλμοίς και δεικνύων άλλοις την οδόν.
Η ελεημοσύνη και η δικαιοκρισία εν μιά ψυχή, ως άνθρωπος προσκυνών τω Θεώ και τοις ειδώλοις εν ενί οίκω. Η ελεημοσύνη εναντία εστί τη δικαιοκρισία. Η δικαιοκρισία εστίν ισότης του μέτρου του ίσου εκάστω γαρ ως εστίν άξιον δίδωσι, και ουκ εκκλίνει εις εν μέρος ή προσωποληπτεί εν ανταποδώ­σει. Η ελεημοσύνη δε λύπη εστί κινούμενη εκ της χάριτος και τοις πάσιν εκκλίνει συμπαθώς, και τον άξιον της κακώσεως ουκ ανταποδίδοι και τον άξιον του αγαθού υπερεμπιπλά αυτόν. Και εάν αύτη εκ του μέρους της δικαιοσύνης εστί, λοιπόν εκείνη εκ του μέρους της κακίας. Ώσπερ χόρτος και πυρ ούχ υπομένουσιν εν ενί οίκω, ούτως ουδέ η δικαιοκρισία και η ελεημοσύνη εν μια ψυχή. Ώσπερ ου συσταθμίζεται κόκκος ψάμμου προς βάρος πολύ χρυσίου, ούτως η χρεία της δικαιοκρισίας του Θεού ου συσταθμίζεται προς ομοίωσιν της ελεημοσύνης αυτού.
Ώσπερ δράξ ψάμμου πίπτουσα εις μεγάλην θάλασσαν, ούτω τα πταίσματα πάσης σαρκός προς ομοίωσιν της προνοίας και του ελέους του Θεού. Και ώσπερ ου φράττεται πηγή πηγάζουσα πλουσίως εις δράκα χοός, ούτως ου νικάται η ελεημοσύνη του δημιουργού υπό της κακίας των κτισμάτων. Ώσπερ τις σπείρων εν τη θαλάσση και προσδοκών θερίσαι, ούτως ο μνησικακών και προσευχόμενος. Ώσπερ ου δυνατόν την λαμπηδόνα του πυρός αποκλείσαι του μη ανελθείν άνω, ού­τως ουκ εμποδίζονται αί ευχαί των ελεημόνων του ανελθείν εις ουρανόν. Ώσπερ η ρύσις του ύδατος εις τον κατωφερή τόπον, ούτως η δύναμις του θυμού όταν εύρη τόπον εν τη διανοία ημών. Ό κτησάμενος την ταπείνωσιν εν τη εαυτού καρδία, ού­τος νεκρός τω κόσμω γέγονε. Και ο νεκρωθείς τω κόσμω, ενεκρώθη τοις πάθεσιν, ο δε νεκρωθείς τη καρδία εκ των ιδίων αυτού, ο διάβολος. Ό ευρών τον φθόνον, εύρε μετ’ αυτού τον διάβολον.
Έστι ταπείνωσις εκ του φόβου του Θεού, και εστί ταπείνωσις εκ της αγάπης του Θεού. Και εστίν ο δια τον φόβον του Θεού ταπεινούμενος, και εστίν ο δια την χαράν ταπεινούμενος. Και εκείνω μεν τω δια τον φόβον του Θεού ταπεινουμένω ακολουθεί επιείκεια των μελών μετά ευτάκτων αιθήσεων και καρδία συντετριμμένη εν παντί καιρώ · τούτω δε τω δια την χαράν ταπεινουμένω ακολουθεί απλότης πολλή και καρδία αυξάνουσα και ακράτητος.
Η αγάπη ου γινώσκει την αιδώ, δια τούτο ου γινώσκει δού­ναι σχημα εις εύταξίαν των μελών αυτής. Η αγάπη φυσικώς έχει το μη αιδείσθαι και λαθείν το μέτρον αυτής.
Μακάριος ο ευρών σε τον λιμένα πάσης χαράς. Αγαπητόν εστίν υπό του Θεού το άθροισμα των ταπεινών ως το άθροισμα των Σεραφίμ. Τίμιον εστί παρά τω Θεώ σώμα σώφρον πλείον θυσίας καθαράς. Τα δύο γαρ, ήγουν η ταπείνωσις και η σωφροσύνη, ενέχυρον εκ της Τριάδος ετοιμάζουσιν εν τη ψυχή.
Προς τους φίλους σου εν ευλαβεία πορεύθητι, και όταν ποίησης τούτο, και σαυτόν και αυτούς ωφελήσεις. Ότι πολλάκις προφάσει της αγάπης αποβάλλει η ψυχή τον χαλινόν της παραφυλακής. Εκ των συντυχιών παραφύλαξαι, ότι ουκ εν παντί καιρώ ωφελούσιν. Εν συναθροίσματι τίμα την σιωπήν ζημίαν γαρ πολλήν κωλύει αύτη.
Την κοιλίαν τήρει, ούχ ως την όρασιν πόλεμος γαρ οικείος αδιστάκτως κουφότερος του εξωτέρου. Μη πιστεύσης, ώ αδελφέ, ότι κωλύονται οι εσωτικοί λογισμοί, εκτός του καλώς και ευτάκτως το σώμα καταστήσαι.
Φοβήθητι τάς συνηθείας πλείω των εχθρών. Ό τρέφων παρ εαυτώ συνήθειαν, ως άνθρωπος εστί τρέφων πυρ. Το γαρ μέτρον της δυνάμεως των δύο εν ύλη συνίσταται. Η συνήθεια εάν ζητήση άπαξ και κωλυθή το αίτημα αυτής, άλλοτε ευρίσκεις αυτήν ασθενή. Και εάν ποίησης το θέλημα αυτής προσάπαξ, το δεύτερον πλείον ευρήσεις αυτήν ισχυροτέραν κατά σου.
Περι παντός πράγματος αύτη η μνήμη εμμεινάτω εν σοί. κρείττων γαρ εστίν η βοήθεια εκ της παραφυλακής υπέρ της βοήθειαν την εξ έργων. Του αγαπώντος τον γέλωτα και αγαπώντος θεατρίσαι τους ανθρώπους, φίλος μη γίνου· οδηγεί γαρ σε εις συνήθειαν χαυνώσεως.
Μετά του λελυμένου εν τη πολιτεία αυτού μη ιλαρύνης το πρόσωπον σου, φυλάττου δε του μη μισήσαι αυτόν. Και εάν βουλευθή αναστήναι, δός αυτώ χείρα και έως θανάτου μερίμνησον ευρείν αυτόν. Εάν δε ασθενής ακμήν, μισεί και την ιατρείαν. «Την γαρ αρχήν της ράβδου σου δός αυτώ», φησί, και τα εξης.
Ενώπιον υψηλόφρονος και νοσούντος φθόνον μετά παρατηρήσεως λαλεί. Ως γαρ συ λαλείς, αυτός ποιεί εν καρδία αυτού εξήγησιν των λόγων σου καθώς αγαπά και εκ των άγα·θών των εν σοι λαμβάνει ύλην εις το ποιήσαι άλλους προσκόψαι, και αλλάσονται οι λόγοι σου εν τη διανοία αυτόν προς την ύλην της αρρωστίας αυτού.
Επί του προηγουμένου καταλαλήσαι τον αδελφόν αυτού έμπροσθεν σου, στύγνασον το πρόσωπον σου. Και ότε τούτο ποιήσεις, ευρίσκη τω Θεώ και αυτώ παραφυλαττόμενος.
Εάν δώς τι τω χρήζοντι, προλαβέτω την δόσιν σου η ιλαρότης του προώπου σου, και λόγοις αγαθοίς παρακαλεί την θλίψιν αυτού. Και όταν ποίησης τούτο, νικά την δόσιν σου η ιλαρότης εν τη διανοία αυτού πλέον της χρείας του σώματος. Εν ημέρα, όταν ανοίξης το στόμα σου και λαλήσης τι κατά τί­νος, λογίζου σαυτόν τω Θεώ νεκρόν και μάταιον εν πάσι τοις έργοις σου, καν δοκή ότι εν ευθύτητι και προς οίκοδομην ηρεθισέ σε ο λογισμός σου λαλήσαι. Τις γαρ ανάγκη καταλύσαι τίνα την ιδίαν οικοδομήν και διορθώσασθαι την του εταίρου αυτού;
Εν ημέρα, εν η λύπην έχεις περί τίνος εις τίνα τρόπον ασθενούντος υπέρ των αγαθών ή πονηρών, σωματικώς ή εννοία, μάρτυρα λογίζου σεαυτόν εν εκείνη τη ημέρα και ως παθών υπέρ του Χριστού διάκεισο, και αξιωθείς ομολογίας. Μνήσθητι γαρ, ότι ο Χριστός υπέρ των αμαρτωλών απέθανεν, ουχί υπέρ των δικαίων. Βλέπε πόσον εστί το πράγμα τούτο μέγα, το λυπείσθαι υπέρ των πονηρών και ευεργετείν τους αμαρ­τωλούς υπέρ τους δικαίους. Ο Απόστολος, ως θαύματος άξιον, μνημονεύει τούτου.
Εάν δυνηθής δικαιωθήναι εν σεαυτώ κατά ψυχήν σου, μη μεριμνήσης καταδιώξαι άλλην δικαιοσύνην. Εν πάσι τοις έργοις σου προηγησάσθω εν σοι η σωφροσύνη του σώμα­τος και η καθαρότης της συνειδήσεως. Εκτός γαρ τούτων, μάταιον εστί παρά τω Θεώ πάν πράγμα.Έκαστον έργον, ό εάν ποιής χωρίς διαλογισμού και εξετάσεως, γνώθι ότι μάταιον εστί, καν πρεπώδες η. Διότι ο Θεός προς την διάκρισιν λογίζε­ται την δικαιοσυνην και ουχί προς την ενέργειαν την αδιάκριτον
Λύχνος εν ηλίω δίκαιος ου σοφός.
Σπόρος επί πέτρας ευχη μνησίκακου.
Δένδρον άκαρπον, ασκητής ανελεήμων.
Βέλος ιώδες, έλεγχος από φθόνου.
Παγίς κεκρυμμένη, έπαινος δολίου.
Σύμβουλος μωρός, σκοπός τυφλός.
Καρδίας κλάσις, κάθισμα μετά ασυνέτων.
Πηγή γλυκεία, ομιλία συνετών.
Σύμβουλος σοφός, τείχος ελπίδος.
Φίλος μωρός και ασύνετος, ταμείον εστί ζημίας.
Κρείσσον εστί πενθούσαις οίκουντα ιδείν ή σοφόν ακολουθούντα μωρώ.
Κρείσσον εστίν οικήσαι μετά θηρίων, ή οικήσαι μετά των κακώς.
Κάθου μετά γυπών ή μετά πλεονέκτου και απλήστου.
Γίνου εταίρος τω φονευτή ή τω φιλονείκω.
Μετά χοίρου η μετά γαστριμάργου συλλαλεί κρείσσον γαρ δεξαμενή χοίρων ή στόμα φάγων.
Κάθου μεταξύ των λωβών ή μεταξύ των υπερηφάνων.
Καταδιώχθητι συ, και μη καταδίωξης.
Σταυρώθητι και μη σταυρώσης. Αδικήθητι, και μη αδικήσης.
Συκοφαντήθητι, και μη συκοφαντήσης. Γίνου επιεικής, και μη ζηλωτής εν κακώ.
Η δικαιολογία ουκ εστί της πολιτείας των Χριστιανών και ουκ εστί σεσημειωμένη εν τη διδαχή του Χριστού. Ευφραίνου μετά των ευφραινομένων, και κλαίε μετά των κλαιόν­των. Τούτο γαρ εστί το σημείον της καθαρότητος. Μετά των αρρώστων αρρώστησον, μετά των αμαρτωλών πένθησον, μετά των μετανοούντων χάρηθι.
Φίλος γενού πάσιν ανθρώποις, και μόνος γενού εν τη διανοία σου. Κοινωνός γενού τοις παθήμασι των πάντων, και τω σώματι σου μακράν γενού εκ πάντων. Μη ελέγχε τίνα, μηδέ ονείδιζε, μηδέ τους λίαν κακούς εν τη πολιτεία αυτών.
Άπλωσον τον χιτώνα σου επί τον πταίοντα και σκέπασον αυτόν, και εάν μη δύνη επιθείναι εφ’ εαυτόν τα πταίσμα­τα και δέξασθαι την παιδείαν και την αισχύνην άντ’ αυτού, καν υπόμεινον, και αυτόν μη καταισχύνης.
Γίνωσκε, ω αδελφέ, ότι δια τούτο χρη ημάς είναι εσωθεν Α της θύρας του κελλίου, ίνα μη γινώσκωμεν τα πράγματα των ανθρώπων τα κακά, και τότε θεωρούμεν πάντας αγίους και καλούς εν τη αγνεία της διανοίας ημών. Εάν δε γενώμεθα ελέγχοντες και παιδεύοντες, και κρίνοντες και εξετάζοντες, και εκδικούντες και μεμψίμοιροι, τι λοιπόν διαφέρει το κάθισμα ημών του καθίσματος των πόλεων; Και τι εστί χείρον του κα­θίσματος της ερημου, εάν μη ταύτα εάσωμεν;
Εάν ούχ ησυχάζης τη καρδία, ησύχασον καν τη γλώσση.Και εάν ου δύνη ευτάκτους τους λογισμούς σου διαθείναι, καν τάς αισθήσεις σου ευτάκτους ποίησον. Και εάν ουκ η μόνος εν τη διανοία σου, καν μόνος γενού τω σώματι σου. Και εάν ου δύνη εργάσασθαι τω σώματι σου, λυπήθητι καν κατά διάνοιαν. Και εάν ου δύνη ιστάμενος αγρυπνησαι, αγρύπνησον καθεζόμενος επί της κλίνης σου, ή και κείμενος. Και εάν ου δύνη διπλάς νηστεύσαι, καν νήστευσον έως εσπέρας. Και εάν ου δύνη έως εσπέρας, καν φύλαξον του μη χορτασθήναι. Ει ουκ ει άγιος εν τη καρδία σου, καν γενού αγνός τω σώματι σου. Εάν ου πενθής εν τη καρδία σου, καν ένδυσαι πένθος εν τω προσώπω σου. Εάν ου δύνη ελεήσαι, λάλει ως αμαρτωλός. Ουκ ει ειρη­νοποιός, μη γίνου φιλοτάραχος. Ου δύνη σπουδαίος γενέσθαι, γίνου καν εν τω φρονηματί σου ως άοκνος. Ουκ ει νικητης, μη υψηλοφρονήσης κατά των υπευθύνων. Ουκ ισχύεις φράξαι το στόμα του καταλαλούντος κατά του εταίρου αυτού, φύλαξαι καν σαυτόν μη κοινωνήσαι αυτώ.
Γνώθι, ότι εάν εξέλθη εκ σου πυρ και κατακαύση άλλους, τάς ψυχάς τάς καιομένας εν τω πυρί σου ο Θεός εκ των χειρών σου εκζητήσει. Και εάν συ ου βάλης το πυρ, αλλά συνευδοκείς τω ρίπτοντι και εν τούτω αρέσκη, κοινωνός ει αυτού εν τη κρίσει. Εάν αγαπάς την πραότητα, γενού εν ειρήνη, και εάν αξιωθής της ειρήνης, χαρήση εν παντί καιρώ. Ζήτησον την σύνεσιν, και μη χρυσόν. Ένδυσαι την ταπείνωσιν, και μη την βύσσον. Κτήσαι την ειρήνην, και μη την βασιλείαν.
Ούκ εστίν ο συνιών, μη έχων ταπείνωσιν, και ο μη έχων ταπείνωσιν, ου μη συνή. Ουκ εστί ταπεινόφρων ο μη ει­ρηνικός, και ο μη ων ειρηνικός, ουδέ ταπεινόφρων. Και ουκ έστιν, ει μη χαίρων ειρηνικός. Εν πάσαις ταίς οδοίς, εν αις πορεύονται οι άνθρωποι εν τω κόσμω, ούχ ευρίσκουσιν εν αυταίς την ειρήνην, έως αν πλησιάσωσι τη ελπίδι του Θεού. Ουκ ειρη­νεύει η καρδία εκ του κόπου και των προσκομμάτων, έως αν φθάση ταύτην η ελπίς και ειρηνεύσει την καρδίαν και εκχεεί την χαράν εν αυτή. Και αύτη εστίν, ην είπε το προσκυνητόν στόμα και πεπληρωμένον αγιότητος «δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Έγγισον, φησίν, εις το ελπίσαι εις εμέ, και αναπαύη εκ του έργου και του φόβου.
Η ελπίς του Θεού υψοί την καρδίαν, ο δε φόβος της γεέννης συντρίβει αυτήν. Το φως της διανοίας γεννά την πίστιν, και η πίστις γεννά την παράκλησιν της ελπίδος, η δε ελπίς κρατύνει την καρδίαν. Η πίστις εστίν η αποκάλυψις της συνέσεως, Και όταν σκοτισθή η διάνοια, κρύπτεται η πίστις και κατακυ­ριεύει ημών ο φόβος και κόπτει την ελπίδα ημών. Η πίστις η εκ της μαθήσεως ουκ ελευθεροί τον άνθρωπον εκ της υπερηφανίας και του δισταγμού, άλλ’ η εν τη συνέσει ορωμένη και ανατέλλουσα, και καλείται επίγνωσις και φανέρωσις της αληθείας. Έως αν συνή ο νους τον Θεόν ως Θεόν εν φανερώσει της συνέσεως, ουκ εγγίζει ο φόβος τη καρδία. Όταν παραχωρηθώμεν εν τη σκοτώσει και απολέσωμεν ταύτην την σύνεσιν, έως άν ταπεινωθώμεν, συμβαίνει ημίν ο φόβος, έως προσπέλαση ημάς τη ταπεινώσει και τη μετάνοια.
Ο υιός του Θεού σταυρόν υπέμεινεν. Οι ούν αμαρτωλοί θαρσώμεν εν τη μετανοία. Ει γαρ το σχήμα της μετανοίας μετέβαλε την οργήν εκ του βασιλέως Αχαάβ, ουκ αχρειοί νυν ημάς η αλήθεια της μετανοίας ημών. Και ει εξ εκείνου του μη αληθεύοντος το σχήμα της ταπεινώσεως απέστρεψε την οργήν εξ αυτού, πόσω μάλλον εξ ημών των εν αληθεία λυπουμένων υπέρ των πταισμάτων ημών; Ικανή η λύπη της διανοίας αντί πάσης εργασίας σωματικής.
Ο άγιος Γρηγόριος λέγει «ναός της χάριτος εστίν ο συγκεκραμένος εν τω Θεώ και διαμένων εν φροντίδι της κρί­σεως αυτού». Τι δε εστίν η μέριμνα της κρίσεως αυτού, ει μη το εκζητήσαι αεί την ανάπαυσιν αυτού και λυπείσθαι διηνεκώς, και φροντίζειν υπέρ του μη δύνασθαι φθάσαι την τελείωσιν δια την ασθένειαν της φύσεως ημών; Και η διηνεκής υπέρ τούτου λύπη εστί το βαστάζειν εν τη ψυχή αυτού την διηνεκή μνήμην του Θεού, καθώς είπεν ο μακάριος Βασίλειος.
Εύχη αμετεώριστός εστίν η εμποιούσα εν τη ψυχή έννοιαν Θεού εναργή. Και τούτο εστί του Θεού ενοίκησις, το δια της μνήμης ενιδρυμένον έχειν εν εαυτώ τον Θεόν. Ούτω γινόμεθα ναός Θεού. Τούτο δε εστί φροντίς και συντετριμένη καρδία εν τη ετοιμασία της αναπαύσεως αυτού.
Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.
Πηγή : isaakosyros.blogspot.gr

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος ΝΘ΄: Περί των αλλοιώσεων των πολλών των ακολουθουσών τη διανοία και τη ευχή δοκιμαζομένων.

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος ΝΘ΄: Περί των αλλοιώσεων των πολλών των ακολουθουσών τη διανοία και τη ευχή δοκιμαζομένων.

Μπορείτε να βρείτε ολόκληρο το βιβλίο εδώ : Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά.
Όσιος Ισαάκ ο Σύρος
Ασκητικά
Λόγος ΝΘ΄: Περί των αλλοιώσεων των πολλών των ακολουθουσών τη διανοία και τη ευχή δοκιμαζομένων.
ό μεν προκρίνειν το αγαθόν θέλημα, του επιθυμούντος εστίν αυτό, το δε τελειώσαι την του αγαθού θελήματος εκλογήν, του Θεού, και δέεται τις της παρ’ αυτού αντι­λήψεως. Δια τούτο εν τη επιθυμία τη γενομένη εν ημίν ευχάς συνεχείς επακολουθείν ποιήσωμεν, ου μόνον δεόμενοι της αντιλήψεως αλλά και ίνα ποιήση εν αυτή διαφοράν, ει εστί προς αρέσκειαν του θελήματος αυτού ή ου. Ου γαρ πάσα επιθυμία καλή εκ του Θεού εμπίπτει εις την καρδίαν, αλλ’ εκείνη η ωφε­λούσα. Έστι γαρ ότε επιθυμεί ο άνθρωπος αγαθόν, και ου βοηθεί αυτώ ο Θεός. Πίπτει γαρ και εκ του διαβόλου όμοια τις επιθυμία ταύτης, και αύτη νομίζεται εις βοήθειαν. Και πολλά­κις ουκ εστί του μέτρου αυτού’ αυτός δε ο διάβολος την βλάβην αυτού μηχανάται και αναγκάζει τον άνθρωπον ζητήσαι αυτήν, μήπω ακμήν φθάσαντα την πολιτείαν αυτής ή αλλοτρία του σχήματος αυτού εστίν ή πάλιν ουκ εστί καιρός, εν ω δυνατόν ταύτην πληρώσαι ή κινησαι ή ουκ εστίν ικανός τω πράγματι ή τη γνώσει ή τω σώματι ή καιρός ου παρέχει ημίν χείρα, και παντί τρόπω, ως εν προσώπω εκείνου του αγαθού, ή ταράσσει αυτόν ή βλάπτει εν τω σώματι αυτού ή κρύπτει παγίδα εν τη διανοία αυτού.

Όμως, καθώς είπον, συνεχείς προσευχάς ποιήσωμεν σπουδή εν τη επιθυμία τη αγαθή τη γινομένη εν ημίν, και είπωμεν έκαστος ημών.
Γενηθήτω το θέλημα σου, έως ου τελειώσω το έργον το αγαθόν, όπερ ποιήσαι επεθύμησα, εάν περ αρέσκη τω θεληματί σου. Το θελήσαι γαρ εν αυτώ ευχερές μοί εστί, το ποιήσαι δε αυτό, εκτός χαρίσματος εκ σου γινομένου, ου δύναμαι, και εάν τα δύο εκ σου ώσι, το τε θέλειν και το ενεργείν. Ου γαρ χωρίς της χάριτος σου ταυτήν την επιθυμίαν την κινηθείσαν εν εμοί δέξασθαι επείσθην ή επτοήθην εξ αυτής. Τούτο γαρ το έθος τω επιθυμούντι το αγαθόν εν τη διακρίσει του νου εργάζεσθαι δια προσευχής προς βοήθειαν της εργασίας αυτής και σοφίαν την διαιρούσαν την αληθειαν εκ του νόθου. Εν προσευχαίς γαρ πολλαίς και εργασία και φυλακή και πόθω απαύστω το αγαθόν διακρίνεται, εν συνεχέσι τε δάκρυσι και εν ταπεινώσει και ουρανίω αντιλήψει, μάλιστα ότε έχει εναντίους λογισμούς της υπερηφανείας. Ούτε γαρ κωλύουσι την βοήθειαν του Θεού εξ ημών, καταργούμεν δε τούτους δια προσευχής.
Πηγή : isaakosyros.blogspot.gr

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά.

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά. Λόγος Ξ΄: Περί λογισμών πονηρών ακουσίων των εκ της λύσεως της αμελείας της προ αυτών γενομένων.

Μπορείτε να βρείτε ολόκληρο το βιβλίο εδώ : Όσιος Ισαάκ ο Σύρος – Ασκητικά.
Όσιος Ισαάκ ο Σύρος
Ασκητικά
Λόγος Ξ΄: Περί λογισμών πονηρών ακουσίων των εκ της λύσεως της αμελείας της προ αυτών γενομένων.
Εισί τινες, οι ερείδοντες το σώμα και επιθυμούντες αναπαύσαι αυτό δια το έργον του Θεού μικρόν, έως αν ενδυναμωθώσι και πάλιν στρέφονται εις το έργον αυ­τών. Εν ταίς ολίγαις ούν ημέραις της αναπαύσεως ημών μη λύσωμεν τελείως την φυλακήν ημών και δώμεν όλην την ψυχήν ημών εις λύσιν, ως άνθρωποι μη βουλόμενοι στραφήναι πάλιν εις το έργον αυτών. Οι τίνες εν καιρώ ειρήνης τοις βέλεσι του εχθρού τύπτονται, ούτοι εισίν οι εκ της παρρησίας του θε­λήματος ύστερον θησαυριζοντες ταίς ψυχαίς αυτών και ένδυμα ρυπαρόν εν τη χώρα τη αγία, ήγουν εν τη ευχή, θεωρούσιν ότι ενδεδυμένοι εισί. Τούτο δε εστίν, όπερ εν τη ώρα της εννοίας του Θεού και της ευχής εν τη ψυχή αυτών κινείται. Ταύτα είσιν, άπερ εκτησάμεθα εν τω καιρώ της αμελείας ημών και αυτά καταισχύνουσιν ημάς εν τω καιρώ της προσευχής ημών.

Βοηθεί τω ανθρώπω η νηψις πλείον του έργου και βλάπτει αυτόν η λύσις πλέον της αναπαύσεως. Εκ της ανα­παύσεως γαρ πόλεμοι οικείοι γίνονται και ενοχλούσι τω ανθρώπω, αλλ’ εξουσίαν έχει λύσαι αυτούς. Όταν γαρ αφή άνθρωπος την ανάπαυσιν και στραφή εις τον τόπον του έργου, αί­ρονται εξ αυτού και φεύγουσιν. Ούχ ούτω το εκ της λύσεως τικτόμενον, ως εκ της χαυνώσεως και της αναπαύσεως. Όσον γαρ ακμήν εστίν εν τη χώρα της ελευθερίας αυτού εν τη αναπαύ­σει, δύναται πάλιν στραφήναι και κυβερνήσαι εαυτόν εν τη καταστάσει του κανόνος αυτού. Διότι ακμήν εν τη χώρα της ελευ­θερίας αυτού, εν δε τη λύσει εξέρχεται εκ της χώρας της ελευ­θερίας αυτού. Ει γαρ μη ο άνθρωπος τελείως απέρριψεν εξ αυ­τού την φυλακήν, ουκ αν εν τω μέσω της βίας ακουσίως ηναγκάσθη πεισθήναι τοις μη αναπαύουσιν αυτόν. Ει τον όρον της ελευθερίας εξ εαυτού παντελώς μη αφήκεν, ουκ αν συνέβη αυτώ συναντήματα, τα δεσμούντα αυτόν εξ ανάγκης, οίσπερ αντιστήναι ούκ ηδυνήθη.
Μη αφής την ελευθερίαν τινός των αισθήσεων σου, ώ άνθρωπε, μήπως πάλιν επανελθείν έπ’ αυτήν ου δυνήση. Ημεν ανάπαυσις τους νέους μόνον βλάπτει, η λύσις δε και τουςτελείους και τους γέροντας* οι μεν εκ της αναπαύσεως, εις τουςπονηρούς λογισμούς ερχόμενοι, δύνανται πάλιν στραφήναι εν τηφυλακή και στήναι εν τη υψηλή αυτών πολιτεία, οι δε εν τη ελπίδι του έργου αμελήσαντες εις την φυλακήν, εκ της υψηλήςπολιτείας προς λύσιν της ζωής ηχμαλωτίσθησαν.
Έστιν ο εν τη χώρα των εχθρών τυφθείς και εν καιρώ της ειρήνης αποθνήσκων, και εστίν ο εν προφάσει εμπορίας της ζωής εξερχόμενος και σκόλοπα τη ψυχή αυτού λαμβάνων. Μη όταν ολισθήσωμεν εν τινι, τότε λυπηθώμεν, άλλ’ όταν εμμείνωμεν εν αυτώ. Το γαρ ολίσθημα συμβαίνει πολλάκις και τοις τελείοις, το δε εμμείναι εν αυτώ νέκρωσις εστί τελεία. Η λύπη δε, ην λυπούμεθα υπέρ των ίδιων ολισθημάτων, εις τό­πον εργασίας καθαράς λογίζεται ημίν εκ της χάριτος. Ο εν ελπίδι μετανοίας ολισθαίνων εκ δευτέρου, ούτος μετά πανουργίας πορεύεται μετά του Θεού. Τούτω αγνώστως επιπίπτει ο θάνα­τος και ου φθάνει τον καιρόν της ελπίδος αυτού τα έργα της αρετής πληρώσαι. Έκαστος λελυμένος τάς αισθησεις, εστί και τη καρδία λελυμένος.
Η εργασία της καρδίας δεσμός εστί των εξωτέρων μελών, και εάν εν διακρίσει ποιή τις ταύτην, κατά τάς τους προ ημών πατέρας, έκδηλος εστίν εκ των αλλοτρίων των φαινομέ­νων εν αυτώ, ότι ουκ εστί δεδεμένος εν τω κέρδει τω σωματικώ, ουδέ αγαπά την γαστριμαργίαν, και ο θυμός απέχει εξ αυτού παντελώς. Όπου γαρ τα τρία ταύτα, το κέρδος το σωματικόν, κάν σμικρόν η ή μέγα, και η οξυχολία και η ήττα της γαστριμαργίας, καν φαίνηταί τις όμοιος των παλαιών αγίων, γνώθι ότι εκ της ανυπομονησίας των έσω εστίν η λύσις των έξω αυτού, και ουχί από διαφοράς καταφρονήσεως της ψυχής αυτού. Ει δε μη, πώς κατεφρόνησε των σωματικών και την πραότητα ουκ εκτήσατο;
Τη με διακρίσεως καταφρονήσει ακολουθεί το μη δεσμείσθαι εν τινι, και η καταφρόνησις της αναπαύσεως και του πόθου των ανθρώπων. Και εάν εν ετοιμασία δέχηται τις ζημίας δια τον Θεόν χαίρων, καθαρός εστίν έσωθεν. Και εάν μη καταφρονήση τινός, δια τάς πηρώσεις τάς εν αυτώ, εν αληθεία ελεύθερος εστί, και εάν μη προσίεται προς τον τιμώντα αυτόν ή και αηδιάζεται προς τον ατιμάζοντα, ούτος νενέκρωται τω κόσμω εν τη ζωή ταύτη. Η φυλακή της διακρίσεως κρειττοτέρα εστίν υπέρ πάσαν πολιτείαν, την ενεργουμένην εν παντί τρόπω και παντί μέτρω των ανθρώπων.
Μη μισήσης τον αμαρτωλόν. Πάντες γαρ εσμέν υπεύθυνοι. Και εάν δια τον Θεόν κινήσαι κατ’ αυτού, κλαύσον υπέρ αυτού. Και διατί μισείς αυτόν; Τάς αμαρτίας αυτού μίσησον και εύξαι υπέρ αυτού, ίνα ομοιωθής τω Χριστώ όστις ουκ ηγανάκτει κατά των αμαρτωλών, αλλ υπερηύχετο. Ούχ οράς πώς έκλαυσεν υπέρ της Ιερουσαλήμ; Εν πολλοίς καταγελώμεθα και ημείς υπό του διαβόλου. Και διατί τον καταγελασθέντα καθ’ ημάς εκ του καταγελώντος ημών διαβόλου μισούμεν; Και διατί μισείς τον αμαρτωλόν, ώ άνθρωπε; Άρα, ότι ουκ εστί δίκαιος κατά σε; Και που εστίν η δικαιοσύνη σου, ότι ουκ έχεις αγάπην; Διατί ουκ έκλαυσας επ’ αυτώ, αλλά συ καταδιώκεις αυτόν; Εν αγνοία γαρ κινούνται τίνες οργιζόμενοι, οι δοκούντες είναι διακριτικοί, εις τα έργα των αμαρτωλών.
Γίνου κήρυξ της αγαθότητος του Θεού, ότι ανάξιόν σε όντα κυβερνή, και ότι χρεωστείς χρέος πολύ και η εκδίκησις αυτού ου φανερούται εν σοι, και αντί των μικρών έργων, ων ποιείς, αντιπαρέχει σοι τα μεγάλα. Μη καλέσης τον Θεόν δίκαιον, ότι η δικαιοσύνη αυτού ου γνωρίζεται εν τοις πράγμασι σου. Και εάν ο Δαβίδ καλή αυτόν δίκαιον και ευθύν, αλλά ο υιός αυτού εφανέρωσεν ημίν ότι μάλλον αγαθός εστί και χρηστός. «Αγαθός εστί», φησί, «τοις πονηροίς και ασεβέσι». Και πώς ονομάζεις τον Θεόν δίκαιον, όταν απαντήσης τω κεφαλαίω, τω περί του μισθού των εργατών; «εταίρε, ουκ αδικώ σε, θέλω δούναι τούτω τω εσχάτω, ως και σοι. Ή ο οφθαλμός σου πονηρός εστίν, ότι εγώ αγαθός ειμί;».
Πως πάλιν καλεί άνθρωπος τον Θεόν δίκαιον, όταν απαντήση τω κεφαλαίω του ασώτου υιού, ός εσκόρπισε τον πλούτον εν ασωτεία, ότε εν τη κατανύξει μόνη, εν η έδειξε, πώς έδραμε και έπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και εξουσίαν έδωκεν αυτώ επί πάντα τον πλούτον αυτού; Ουδείς γαρ άλλος είπε περί αυτού ταύτα, ίνα διστάσωμεν εις αυτόν, αλλ ‘ αυτός ο Υιός αυτού, αυτός εμαρτύρησε περί αυτού ταύτα. Που εστίν η δικαιοσύνη του Θεού, ότι ημεν αμαρτωλοί και ο Χριστός απέθανεν υπέρ ημών; Ει δε ώδε εστίν ελεημων, πιστεύσωμεν, ότι αλλοίωσιν ου δέχεται.
Μη γένοιτο ημάς λογίσασθαι ποτέ τούτο το ανόμημα, ίνα ποτέ είπωμεν τον Θεόν ανελεήμονα’ ότι ουκ αλλοιούται το ίδιον του Θεού, ώσπερ οι νεκροί, και ου κτάται τι όπερ ουκ έχει, ή όπερ έχει υστερεί ή προσθήκην λαμβάνει, καθάπερ τα κτίσματα. Άλλ’ όπερ έχει ο Θεός εξ αρχής, έξει αεί έως ατε­λευτήτου τέλους, και έχει, καθάπερ ο μακάριος Κύριλλος είπεν εν τη ερμηνεία της γενέσεως. Φοβού, φησί, εκ της αγάπης αύτον, και μη εκ του ονόματος του σκληρού του τεθέντος επ’ αυ­τόν. Αγάπησον αυτόν, ως χρεωστείς αγαπήσαι αυτόν, και μη δια τα μέλλοντα δίδοσθαι υπ’ αυτού, αλλ’ όπερ ων ελάβομεν. Και δια τον κόσμον τούτον μόνον, ον εποίησε δι’ ημάς, τις γαρ εστίν ο δυνάμενος ανταμείψασθαι αυτόν; Που εστί η ανταπόδοσις αυτού εν τοις έργοις ημών; Τις έπεισεν αυτόν εξ αρχής παραγαγείν ημάς εις την κτίσιν; Και τις εστίν ο παρακαλών αυτόν υπέρ ημών, όταν γινώμεθα αμνήμονες; Ότε δε ουκ ήμεν ποτέ, τις εστίν ο εξυπνίσας το σώμα ημών εκείνο προς την ζωήν; Και πάλιν πόθεν πίπτει η έννοια της γνώσεως εις τον χουν;
Ω της θαυμαστής ελεημοσύνης του Θεού. Η έκπληξις της χάριτος του Θεού και κτίστου ημών. Ω δύναμις η ικανούσα εις πάντα. Ω της χρηστότητος της αμέτρου, ης την φύσιν ημών των αμαρτωλών πάλιν εισάγει προς ανάπλασιν αυτών. Τις ικανοί προς την δόξαν αυτού; Τον παραβάντα αυτόν και βλασφημήσαντα εγείρει, τον χουν τον αλόγιστον καινίζει, και συνετόν και λογικόν ποιεί, και τον διεσκορπισμένον νουν και αναίσθητον και τάς διεσκορπισμένας αισθήσεις, φύσιν λογικήν και αξίαν εννοίας εμποιεί. Ουχ ικανοί γαρ ο αμαρτωλός εννοήσαι την χάριν της αναστάσεως αυτού. Που εστίν η γέεννα, η δυναμένη λυπήσαι ημάς; Και που εστίν η κόλασις, η εκφοβούσα ημάς πολυμερώς και νικώσα την ευφροσύνην της αγά­πης αυτού; Και τι εστίν η γέεννα προς την χάριν της αναστάσε­ως αυτού, όταν εγείρη ημάς εκ του άδου και ποιήση το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι την αφθαρσίαν, και τον εις άδην πεσόντα εγείρη εν δόξη;
Ω διακριτικοί, δεύτε και θαυμάσατε. Τις έχων σοφήν διάνοιαν και θαυμαστήν θαυμάσει κατ αξίαν την χάριν του δημιουργού ημών; Η ανταπόδοσις των αμαρτωλών εστί, και αντί της ανταποδόσεως της δικαίας, αυτός ανάστασιν ανταποδίδωσιν αυτοίς και αντί των σωμάτων των καταπατησάντων τον νόμον αυτού, αφθαρσίας δόξαν τελείαν ενδύει αυτούς. Αύτη η χάρις εστίν η μειζοτέρα, η μετά το αμαρτήσαι ημάς αναστήσασα, υπέρ έκείνην, ότε ουκ ήμεν, και παρήγαγεν ημάς εις κτίσιν.
Δόξα Κύριε, τη χάριτί σου τη αμέτρω. Ιδού, Κύριε, τα κύ­ματα της χάριτος σου σιωπήσαι με εποίησαν, και ουκ απελείφθη εν εμοί έννοια εξ εναντίας των ευχαριστιών σου. Ποίοις στόμασιν εξομολογησόμεθά σοι, βασιλεύ αγαθέ, ο αγαπών την ζωήν ημών; Δόξα σοι επί τοις δυσί κόσμοις, ους εδημιούργησας προς αύξησιν και τρυφήν ημών, άγων ημάς εκ πάν­των, ων εδημιούργησας, προς γνώσιν της δόξης σου, από του νυν και έως του αιώνος. Αμήν.
Πηγή : isaakosyros.blogspot.gr

Πηδάλιον


Πηδάλιον

Μπορείτε να διαβάσετε ή να αποθηκεύσετε (download) το βιβλίο (σε μορφή .pdf) εδώ :
Πηδάλιον της νοητής νηός, της Μίας Αγίας, Καθολικής και Αποστολικήs των ορθοδόξων Εκκλησίας : Ήτοι άπαντες οι ιεροί και θείοι κανόνες των αγίων οικουμενικών Συνόδων, των τοπικών, και των κατά μέρος θείων πατέρων, ελληνιστί μεν, χάριν αξιοπιστίας εκτιθέμενοι, δια δε της καθ’ ημάς κοινοτέρας διαλέκτου, προς κατάληψιν των απλουστέρων ερμηνευόμενοι παρά Αγαπίου Ιερομονάχου, και Νικοδημου Μοναχού. Εκδίδεται νυν το δεύτερον υπό Κωνσταντίνου Γκαρμπολά του Ολυμπίου. Εν Αθήναις, 1841.

Μπορείτε επίσης να διαβάσετε η να αποθηκεύσετε το βιβλίο στο scribd :
Πηδάλιον της νοητής νηός, της Μίας Αγίας, Καθολικής και Αποστολικήs των ορθοδόξων Εκκλησίας : Ήτοι άπαντες οι ιεροί και θείοι κανόνες των αγίων οικουμενικών Συνόδων, των τοπικών, και των κατά μέρος θείων πατέρων, ελληνιστί μεν, χάριν αξιοπιστίας εκτιθέμενοι, δια δε της καθ’ ημάς κοινοτέρας διαλέκτου, προς κατάληψιν των απλουστέρων ερμηνευόμενοι παρά Αγαπίου Ιερομονάχου, και Νικοδημου Μοναχού. Νυν δε το τέταρτον υπό Α. Στ. Γεωργίου και του συνεργήσαντος Απ. Φερετόπουλου. Εν Αθήναις, 1886.