Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

ΜΙΚΡΗ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ - ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ

ΜΙΚΡΗ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ - Για το Καλό και το Κακό

 

 
Ἀββᾶς  Ἀντώνιος 
ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ μας προέρχεται ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος. Γιατὶ ἂν κερδίσουμε τὸν ἀδελφό μας, κερδίζουμε τὸν Θεό· ἂν ὅμως τὸν σκανδαλίσουμε, ἁμαρτάνουμε στὸν Χριστό.[1] 

ΕΠΙΣΚΕΦΘΗΚΑΝ ΚΑΠΟΤΕ τὸν ἀββᾶ  Ἀντώνιο γέροντες καὶ μαζί τους ἦταν ὁ ἀββᾶς  Ἰωσήφ.  Ὁ γέροντας θέλησε νὰ τοὺς δοκιμάσει καὶ διαλέγοντας ἕνα ρητὸ ἀπὸ τὴν  Ἁγία Γραφὴ τοὺς ρωτοῦσε τί σημαίνει, ἀρχίζοντας ἀπὸ τοὺς μικρότερους. Καὶ ἕνας ἕνας ἔλεγε ὅπως μποροῦσε τὴ γνώμη του.  Ὅταν τελείωναν ὁ γέροντας ἔλεγε σὲ ὅλους
     - Δὲν τὸ κατάλαβες ἀκόμα.
Τέλος ρώτησε καὶ τὸν ἀββᾶ  Ἰωσὴφ
     -  Ἐσὺ τί νομίζεις ὅτι σημαίνει αὐτὸ τὸ ρητό;
Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε
     - Δὲν ξέρω
Τότε ὁ ἀββᾶς  Ἀντώνιος εἶπε
     - Πάντως ὁ ἀββᾶς  Ἰωσὴφ βρῆκε τὸν δρόμο ἐπειδὴ εἶπε “δὲν ξέρω”.[2]      

ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς  Ἀντώνιος
     -  Ἔρχεται καιρὸς ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ τρελλαθοῦν καὶ ὅταν δοῦν κάποιον ποὺ δὲν εἶναι τρελὸς θὰ ξεσηκωθοῦν ἐναντίον του καὶ θὰ τοῦ ποῦν “εἶσαι τρελός”, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ὅμοιος μ᾽ αὐτούς.[3]    

ΤΡΕΙΣ ΠΑΤΕΡΕΣ εἶχαν τὴ συνήθεια κάθε χρόνο νὰ ἐπισκέπτονται τὸν μακάριο  Ἀντώνιο. Κι ἐνῶ οἱ δύο τὸν ρωτοῦσαν γιὰ τὴ σκέψη καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς, ὁ ἕνας ἔμενε πάντοτε σιωπηλὸς καὶ δὲν ρωτοῦσε τίποτα.
Μετὰ ἀπὸ πολὺ χρόνο ὁ ἀββᾶς  Ἀντώνιος τοῦ λέει
     -  Ὁρίστε, τόσες φορὲς ἔχεις ἔρθει ἐδῶ καὶ δὲν μὲ ρωτᾶς τίποτα.
Κι ἐκεῖνος τότε τοῦ ἀπάντησε
     - Μοῦ φθάνει μόνο νὰ σὲ βλέπω, πάτερ.[4]    

ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς  Ἀντώνιος
- Δὲν φοβᾶμαι πιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ τὸν ἀγαπάω. “Γιατὶ ἡ ἀγάπη διώχνει τὸν φόβο” ( Ἰωαν. Α' 4:18).[5]    

ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς  Ἀντώνιος
-  Ἐκεῖνος ποὺ κτυπάει τὴ μάζα τοῦ σιδήρου σκέπτεται πρῶτα τὶ θέλει νὰ φτιάξει, δρεπάνι, μαχαίρι, τσεκούρι.  Ἔτσι κι ἐμεῖς πρέπει νὰ σκεπτόμαστε γιὰ ποιά ἀρετὴ παλεύουμε, ὥστε νὰ μὴ κοπιάζουμε μάταια.[6] 
     
Ἀββᾶς  Ἀρσένιος  
ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ἀββᾶς  Ἀρσένιος συμβουλευόταν ἕναν Αἰγύπτιο γέροντα, ἕνας ἄλλος ποὺ τὸν εἶδε τοῦ εἶπε
     -  Ἀββᾶ  Ἀρσένιε, σὺ ποὺ τόσο κατέχεις τὴ ρωμαϊκὴ καὶ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, πῶς καὶ ρωτᾶς αὐτὸν ἐδῶ τὸν ἀγροῖκο γιὰ τὶς σκέψεις σου;
Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε
     - Τὴ ρωμαϊκὴ καὶ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία τὴν κατέχω, τὴν ἀλφάβητο ὅμως αὐτοῦ τοῦ ἀγροίκου δὲν τὴν ἔχω μάθει ἀκόμα.[7]  
   
Ἀββᾶς  Ἀγάθων  
ΕΙΠΕ
     -  Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὀργίζεται δὲν εἶναι δεκτὸς ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀκόμα κι ἂν ἀναστήσει νεκρό.[8]  
   
Ἅγιος῾Ησαΐας ὁ  Ἀναχωρητής  
Η ΟΡΓΗ εἶναι πάθος τοῦ νοῦ φυσιολογικό. Καὶ χωρὶς τὴν ὀργὴ δὲν ἐξαγνίζεται ὁ ἄνθρωπος - ἂν δὲν ὀργισθεῖ μὲ ὅλες τὶς ἁμαρτίες ποὺ τοῦ ὑποβάλλει μέσῳ τῶν ἀνθρώπων ὁ πονηρός. Καὶ ὅταν τὸν ἀνακάλυψε ὁ  Ἰὼβ ἔβρισε τοὺς ἐχθρούς του μ τὰ λόγια αὐτά: “ἄτιμοι καὶ διεφθαρμένοι ποὺ δὲν ἔχετε τίποτε καλό, ποὺ δὲν σᾶς θεωρῶ ἄξιους οὔτε γιὰ σκύλους τῶν ποιμνίων μου”.[9]  Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ κατορθώσει τὴν κατὰ φύσιν ὀργὴ ξεριζώνει ὅλα τὰ δικά του θελήματα μέχρι νὰ ὑψωθεῖ στὴ φυσικὴ κατάσταση τοῦ νοῦ.[10]  
   
Ἀββᾶς  Ἁλώνιος  
ΡΩΤΗΣΕ κάποτε ὁ ἀββᾶς  Ἀγάθων τὸν ἀββᾶ  Ἁλώνιο
     - Πῶς θὰ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ γλώσσα μου νὰ μὴ λέει ψέμματα;
Καὶ ὁ ἀββᾶς  Ἁλώνιος τοῦ ἀπαντᾶ
     -  ν δὲν ψεύδεσαι, θὰ κάνεις πολλὲς ἁμαρτίες.
 Ἐκεῖνος τότε εἶπε
     - Τί ἐννοεῖς;
Καὶ ὁ γέροντας τοῦ λέει
     -  Ἔστω ὅτι δύο ἄνθρωποι δολοφόνησαν κάποιον μπροστὰ στὰ μάτια σου, καὶ ὁ ἕνας κρύφτηκε στὸ κελί σου. Καὶ ἔστω ὅτι ὁ ἄρχοντας ποὺ ψάχνει νὰ τὸν βρεῖ σὲ ρωτάει “ἔγινε μπροστά σου φόνος;”  ν δὲν πεῖς ψέμματα παραδίδεις τὸν ἄνθρωπο σὲ θάνατο. Καλύτερα ἄφησέ τον ἐλεύθερο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· γιατὶ Αὐτὸς γνωρίζει τὰ πάντα.[11]  
   
Ἀββᾶς  Ἰωάννης ὁ Κολοβός 
ΜΕΡΙΚΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ βρῆκαν τὸν καιρὸ νὰ φᾶνε μαζὶ στὴ Σκῆτι· ἦταν μαζί τους καὶ ὁ ἀββᾶς  Ἰωάννης. Σηκώθηκε λοιπὸν κάποιος ποὺ τύχαινε νὰ εἶναι ὁ μεγαλύτερος στὴν ἡλικία, νὰ προσφέρει τὸ σταμνάκι μὲ τὸ νερό· κανεὶς δὲν δέχτηκε νὰ τὸ πάρει ἀπὸ αὐτὸν παρὰ μόνο ὁ  Ἰωάννης ὁ Κολοβός. Οἱ ὑπόλοιποι λοιπὸν ἁπόρησαν καὶ τοῦ εἶπαν
     - Πῶς ἐσὺ ποὺ εἶσαι τόσο μικρότερος τόλμησες νὰ ὑπηρετηθεῖς ἀπὸ τὸν μεγαλύτερο;
Καὶ τοὺς λέει
     -  Ἐγὼ ὅποτε σηκώνομαι νὰ προσφέρω τὸ σταμνάκι χαίρομαι ἅμα τὸ πάρουν ὅλοι, γιατὶ ἔτσι ἔχω μισθό. Τώρα λοιπὸν γι᾽ αὐτὸ τὸν λόγο τὸ δέχτηκα, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἔχει μισθό, μήπως λυπηθεῖ πο κανεὶς δὲν δέχτηκε ἀπὸ αὐτόν. Καὶ ὅταν τ᾽ ἄκουσαν αὐτὰ θαύμασαν καὶ ὠφελήθηκαν ἀπὸ τὴ διάκρισή του.[12]  
     
Ἀββᾶς  Ἰσαὰκ ὁ πρεσβύτερος τῶν κελιῶν 
ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς  Ἰσαὰκ
     -  Ὅταν ἤμουν νεώτερος ἀσκήτευα μαζὶ μὲ τὸν ἀββᾶ Κρόνιο καὶ ποτὲ δὲν μοῦ ζήτησε νὰ κάνω κάτι μολονότι ἦταν γέροντας κι ἔτρεμε ἀπ᾽ τὴν ἀδυναμία, ἀλλὰ σηκωνόταν μόνος του κι ἔφερνε τὸ σταμνάκι σ᾽ ἐμένα καὶ σ᾽ ὅλους τοὺς ἄλλους χωρὶς ἐξαίρεση. Καὶ μὲ τὸν ἀββᾶ Θεόδωρο τῆς Φέρμης ἀσκήτευσα καὶ οὔτε ἐκεῖνος μοῦ ζήτησε ποτὲ νὰ κάνω κάτι, ἀλλὰ καὶ τὸ τραπέζι μόνος του τὸ ἔστρωνε καὶ ἔλεγε
     -  Ἀδελφέ, ἂν θέλεις ἔλα γιὰ φαγητό.
Κι ἐγὼ τοῦ ἔλεγα
     -  Ἀββᾶ, ἦρθα κοντά σου γιὰ νὰ ὠφεληθῶ, γιατί δὲν ζητᾶς τίποτα ἀπὸ ΄μένα;
 Ἀλλὰ ὁ γέροντας ἔμενε σιωπηλός.  Ἔτσι ἔφυγα καὶ ζήτησα τὴ συμβουλὴ τῶν γερόντων. Οἱ γέροντες λοιπὸν ἦρθαν καὶ τοῦ εἶπαν
     -  Ἀββᾶ, ἦρθε ὁ ἀδελφὸς κοντὰ στὴν ἁγιοσύνη σου γιὰ νὰ ὠφεληθεῖ, γιατί ποτὲ δὲν τοῦ ζητᾶς τίποτα;
Καὶ ὁ γέροντας τοὺς ἀπαντάει
     - Μήπως εἶμαι κοινοβιάρχης γιὰ νὰ τὸν διατάξω;  Ἐγὼ ποτὲ δὲν τοῦ λέω τίποτα, ἀλλὰ ἐὰν θέλει, ὅ,τι μὲ βλέπει νὰ κάνω ἂς τὸ κάνει κι αὐτός.
      Ἀπὸ τότε λοιπὸν προλάβαινα κι ἔκανα ὅτι ἔβλεπα ὅτι πήγαινε νὰ κάνει ὁ γέροντας.  Ἐκεῖνος πάλι ὅποτε ἔκανε κάτι τὸ ἔκανε σιωπηλά. Καὶ τοῦτο μὲ δίδαξε, νὰ κάνω τὸ ἔργο μου σιωπηλά.[13]  
     
Ἀββᾶς  Ἰάκωβος  
ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς  Ἰάκωβος
     - Πιὸ σημαντικὸ εἶναι νὰ ξενιτευθεῖ κανεὶς παρὰ νὰ φιλοξενεῖ.[14]  
     
Ἀββᾶς Ποιμήν
ΕΛΕΓΕ ὁ ἀββᾶς  Ἰωσήφ
Εἴμαστε μὲ τὸν ἀββᾶ Ποιμένα ὅταν ἀποκάλεσε τὸν  Ἀγάθωνα ἀββᾶ. Καὶ τοῦ λέμε
     - Εἶναι νεαρός· γιατί τὸν ὀνομάζεις ἀββᾶ;
Καὶ ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν εἶπε
     - Τὸ στόμα του τὸν ἔκανε νὰ ὀνομάζεται ἀββᾶς.[15]  
     
Ἀββᾶς Ρωμαῖος  
Ο ΙΔΙΟΣ εἶπε γιὰ ἕνα γέροντα, ποὺ εἶχε καλὸ μαθητὴ καὶ ἀπὸ περιφρόνηση τὸν ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸ κελὶ μὲ τὴ μηλωτή του.  Ὁ ἀδελφὸς ὅμως κάθησε ἔξω κι ἔκανε ὑπομονή.  Ὅταν ἄνοιξε ὁ γέροντας τὸν εἶδε νὰ κάθεται ἐκεῖ καὶ τοῦ ἔβαλε μετάνοια λέγοντας
     - Πάτερ, ἡ ταπείνωση τῆς μακροθυμίας σου νίκησε τὴν ἀπροσεξία μου.  Ἔλα μέσα· ἀπὸ τώρα ἐσὺ εἶσαι ὁ γέροντας καὶ ὁ πατέρας, κι ἐγὼ ὁ νέος κι ὁ μαθητής.[16]  
   
Μέγας  Ἀθανάσιος  
ΑΝ ΟΣΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ γύρω μας εἶναι ἔργα τοῦ κακοῦ, τότε ποιό εἶναι τὸ ἔργο τοῦ ἀγαθοῦ; Γιατὶ τίποτε ἄλλο δὲν βλέπουμε παρὰ μόνο τὴν κτίση τοῦ Δημιουργοῦ. Καὶ πῶς θὰ ξέραμε ὅτι ὑπάρχει ὁ ἀγαθὸς ἂν δὲν ὑπῆρχαν ἔργα δικά του μὲ τὰ ὁποῖα μποροῦμε νὰ τὸν γνωρίσουμε; Γιατὶ ἀπὸ τὰ ἔργα του γνωρίζουμε τὸν δημιουργό. Καὶ τέλος, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρχουν δύο ὄντα τελείως ἀντίθετα μεταξύ τους καὶ τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ τὰ χωρίζει, ἔτσι ὥστε νὰ βρίσκεται τὸ ἕνα μακριὰ ἀπὸ τὸ ἄλλο; Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ ὑπάρχουν καὶ τὰ δύο μαζὶ ἀφοῦ τὸ ἕνα ἀναιρεῖ τὸ ἄλλο. Καὶ οὔτε θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει τὸ ἕνα μέσα στὸ ἄλλο ἀφοῦ ἀπὸ τὴ φύση τους δὲν ἔχουν τίποτα κοινὸ καὶ δὲν ἑνώνονται.[17]  
   
Ὅσιος Μάρκος ὁ  Ἀσκητής  
Ο,ΤΙ ΚΑΛΟ θυμᾶσαι, κάνε το· καὶ αὐτὸ ποὺ δὲν θυμᾶσαι θὰ σοῦ ἀποκαλυφθεῖ. Μὴ παραδώσεις ἀπερίσκεπτα στὴ λησμοσύνη τὴν ἔννοια τοῦ καλοῦ.[18]

ΜΗ ΛΕΣ ὅτι ἔχεις ἀποκτήσει κάποια ἀρετὴ χωρὶς θλίψη· δὲν ἔχει δοκιμαστεῖ ἡ ἀρετὴ ποὺ ἀπόκτησες εὔκολα.[19]    

ΠΟΛΛΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ τῶν ἄλλων εἶναι γιὰ τὸ καλό μας· τίποτα ὅμως δὲν εἶναι πιὸ ὠφέλιμο γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ τὴ δική του γνώμη.[20]    

ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ νὰ γιατρευτεῖς φρόντισε τὴ συνείδησή σου, ὅ,τι σοῦ λέει κάνε το, καὶ θὰ βρεῖς τὸ φάρμακο.[21]    

ΤΑ ΚΡΥΦΑ κάθε ἀνθρώπου τὰ γνωρίζει ὁ Θεὸς καὶ ἡ συνείδηση· ἀπὸ αὐτὰ τὰ δύο καθένας ἂς διορθώνεται.[22]    

ΟΠΟΙΟΣ ΕΞΥΒΡΙΖΕΙ τὴ φρόνηση καὶ περηφανεύεται γιὰ τὴν ἀμάθειά του, δὲν εἶναι μόνο στὰ λόγια ἀνίκανος ἀλλὰ καὶ στὴ γνώση.[23]    

ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ἄλλο ἡ σοφία στὰ λόγια καὶ ἄλλο ἡ φρόνηση, ἔτσι διαφέρουν ἡ ἀνικανότητα στὰ λόγια καὶ ἡ ἀφροσύνη.[24]   

ΚΑΛΥΤΕΡΑ νὰ προσεύχεσαι μὲ εὐλάβεια γιὰ τὸν πλησίον σου παρὰ νὰ τὸν ἐλέγχεις γιὰ κάθε ἁμάρτημά του.[25]    

ΑΝ ΣΟΥ ΜΙΛΗΣΟΥΝ ἄσχημα, μὲ τὸν ἑαυτό σου νὰ ὀργίζεσαι, ὄχι μὲ τὸν ἄλλον· γιατὶ ἂν εἶναι πονηρὴ ἡ ἀκοή, πονηρὰ θὰ ἀπαντήσεις.[26]  

ΑΛΛΟ ΕΙΝΑΙ ἡ ἐκτέλεση μιᾶς ἐντολῆς καὶ ἄλλο ἡ ἀρετή, ἂν καὶ ξεκινοῦν ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη γιὰ νὰ κάνουν τὸ καλό.[27]    

ΠΑΝΤΟΤΕ ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ νὰ κάνεις τὸ καλό, καὶ ὅταν χρειάζεται τὸ μεγαλύτερο ἐσὺ νὰ μὴ στρέφεσαι στὸ μικρότερο· γιατὶ ὅπως λέει ἡ Γραφὴ[28] ὅποιος κοιτάει πίσω δὲν εἶναι κατάλληλος γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.[29]   

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ σχεδὸν δὲν μπορεῖ νὰ διαχειριστεῖ οὔτε αὐτὰ ποὺ ἔχει ἀπὸ τὴ φύση του.  Ὁ Χριστὸς διὰ τοῦ Σταυροῦ χαρίζει τὴν υἱοθεσία.[30]  

ΤΟ ΠΡΩΤΟ κακὸ εἶναι ἡ ἄγνοια· δεύτερη ἀκολουθεῖ ἡ ἀπιστία.[31]    

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ταπεινοφροσύνη ἡ καταδίκη τῆς συνείδησής μας ἀλλὰ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐπίγνωση τῆς συμπάθειάς Του.[32]  
   
Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς  
ΤΟ ΚΑΚΟ δὲν ὑπάρχει στὴ φύση, οὔτε εἶναι κανεὶς πλασμένος κακός· τίποτε κακὸ δὲν δημιούργησε ὁ Θεός.  Ὅταν κάποιος ἐπιθυμήσει στὴν καρδιά του τὸ κακὸ καὶ δώσει ἔτσι ὑπόσταση στὸ ἀνυπόστατο, τότε ἀρχίζει νὰ ὑπάρχει, ὅπως ἀκριβῶς τὸ θέλησε αὐτὸς ποὺ τὸ δημιουργεῖ. Πρέπει ἑπομένως νὰ φροντίζουμε πάντοτε νὰ ἔχουμε στὴ μνήμη μας τὸν Θεό καὶ νὰ πολεμοῦμε τὴ συνήθεια γιὰ τὸ κακό. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνει γιατὶ ἡ φύση τοῦ καλοῦ εἶναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὴ συνήθεια γιὰ τὸ κακό, ἀφοῦ τὸ καλὸ ὑπάρχει ἐνῶ τὸ κακὸ δὲν ὑπάρχει, παρὰ μόνο ὅταν τὸ κάνουμε.[33]  
   
Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός  
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΕΣ οἱ τροφὲς ἀλλὰ ἡ γαστριμαργία· οὔτε τὰ χρήματα ἀλλὰ ἡ φιλαργυρία· οὔτε ἡ ὁμιλία ἀλλὰ ἡ φλυαρία· οὔτε τὰ εὐχάριστα τοῦ κόσμου ἀλλὰ ἡ ὑπερβολή· οὔτε ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς δικούς μας παρὰ μόνο ὅταν γίνεται ἀφορμὴ νὰ μὴν εὐγνωμονοῦμε τὸν Θεό· οὔτε τὰ ροῦχα ὅταν τὰ ἔχουμε γιὰ νὰ σκεπαζόμαστε καὶ νὰ φυλαγόμαστε ἀπὸ τὸ κρῦο καὶ τὸν καύσωνα, ἀλλὰ τὰ περιττὰ καὶ τὰ πολυτελῆ· οὔτε τὰ σπίτια ὅταν τὰ ἔχουμε γιὰ νὰ φυλαγόμαστε ἀπ᾽ αὐτὰ ποὺ μόλις εἶπα καὶ ἀκόμη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, θηρία καὶ ἀνθρώπους, ἀλλὰ τὰ διόροφα καὶ τριόροφα, τὰ μεγάλα καὶ πολυδάπανα· οὔτε ἡ ἰδιοκτησία ἀλλὰ ὅ,τι δὲν ἀνήκει στὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα· οὔτε τὸ νὰ ἔχουν βιβλία βλάπτει ὅσους ἐπιθυμοῦν πολὺ τὴν ἀκτημοσύνη ἀλλὰ τὸ νὰ μὴν τὰ χρησιμοποιοῦν γιὰ θεοπρεπῆ ἀνάγνωση· οὔτε οἱ φίλοι ἀλλὰ οἱ φίλοι ποὺ δὲν κάνουν καλὸ στὴν ψυχή μας· οὔτε ἡ γυναίκα εἶναι κάτι κακὸ ἀλλὰ ἡ πορνεία· οὔτε ὁ πλοῦτος ἀλλὰ ἡ φιλαργυρία· οὔτε τὸ κρασὶ ἀλλὰ ἡ μέθη· οὔτε ἡ φυσιολογικὴ ὀργή, ἐκείνη ποὺ νοιώθουμε ἐναντίον τῆς ἁμαρτιῶν μας, ἀλλὰ ἐκείνη ποὺ νοιώθουμε γιὰ τοὺς συνανθρώπους μας· οὔτε ἡ ἐξουσία ἀλλὰ ἡ ἀρχομανία· οὔτε ἡ δόξα ἀλλὰ φιλοδοξία καὶ αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀκόμα χειρότερο, ἡ κενοδοξία· οὔτε ἡ ἀρετὴ ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζουμε ὅτι εἶναι δική μας· οὔτε ἡ γνώση ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζουμε πὼς εἴμαστε γνωστικοὶ καὶ αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀκόμα χειρότερο, ν᾽ ἀγνοοῦμε τὴν ἄγνοιά μας· οὔτε ἡ ἀληθινὴ γνώση ἀλλὰ ἡ ἀπατηλή· οὔτε ὁ κόσμος εἶναι κάτι κακὸ ἀλλὰ τὰ πάθη· οὔτε ἡ φύση ἀλλὰ οἱ διαστροφές· οὔτε ἡ ὁμόνοια, ἀλλὰ ἡ ὁμόνοια τῶν κακοποιῶν κι ἐκείνη ποὺ δὲν βοηθάει στὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς· οὔτε τὰ μέλη τοῦ σώματος ἀλλὰ ἡ κακὴ χρήση τους· γιατὶ ἡ ὅραση δὲν μᾶς δόθηκε γιὰ νὰ βλέπουμε ὅσα δὲν πρέπει ἀλλὰ γιὰ νὰ δοξάζουμε τὸν Δημιουργὸ βλέποντας τὰ κτίσματά του καὶ νὰ προοδεύουμε σύμφωνα μὲ τὰ ἀληθινὰ συμφέροντα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός μας· οὔτε ἡ ἀκοὴ γιὰ ν᾽ ἀσχολούμαστε μὲ συκοφαντίες καὶ ἀνοησίες ἀλλὰ γιὰ ν᾽ ἀκοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ κάθε φωνή, ἀνθρώπων, πτηνῶν καὶ ὅλων τῶν ἄλλων, καὶ νὰ δοξάζουμε τὸν Ποιητή τους· οὔτε ἡ ὄσφρηση γιὰ νὰ γίνει μαλθακὴ ἡ ψυχὴ καὶ νὰ χάνει τὸ φρόνημά της μέσα στ᾽ ἀρώματα, ὅπως λέει ὁ Θεολόγος, ἀλλὰ γιὰ ν᾽ ἀναπνέουμε καὶ νὰ δεχόμαστε τὸν έρα ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Θεὸς καὶ νὰ τὸν δοξάζουμε γι᾽ αὐτό· γιατὶ χωρὶς τὸν έρα κανένα σῶμα δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει οὔτε ἀνθρώπου οὔτε ζώου (...) Καὶ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια δὲν μᾶς δόθηκαν γιὰ νὰ κλέβουμε καὶ ν᾽ ἁρπάζουμε καὶ νὰ κτυποῦμε τοὺς ἄλλους ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ χρησιμοποιοῦμε στὶς θεάρεστες ἐργασίες· οἱ πιὸ ἀδύναμοι στὴν ψυχὴ γιὰ νὰ δίνουν ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ βοηθοῦν ὅσους ἔχουν ἀνάγκη κι ἔτσι νὰ τελειοποιοῦνται, καὶ οἱ ἰσχυρότεροι στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα γιὰ ν᾽ ἀσκοῦν ἀκτημοσύνη καὶ νὰ μιμοῦνται τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἅγιους μαθητές Του καὶ γιὰ νὰ δοξάζουν τὸν Θεὸ καὶ νὰ θαυμάζουν πῶς ὑπάρχει καὶ στὰ μέλη μας ἡ σοφία Του. Καὶ πῶς τὰ χέρια αὐτὰ καὶ τ᾽ ἀδύναμα δάκτυλά μας μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἱκανὰ γιὰ κάθε ἐπιστήμη καὶ ἐργασία, γραφὴ καὶ δεξιότητα· ἀπ᾽ ὅπου προέρχεται ἡ γνώση τῶν ἀναρίθμητων τεχνῶν καὶ γραφῶν, τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν διαφόρων φαρμάκων, τόσων γλωσσῶν καὶ γραμμάτων· καὶ γενικὰ ὅλα ὅσα ἔχουν γίνει καὶ γίνονται καὶ θὰ γίνουν εἶναι δῶρα ποὺ μᾶς ἔχουν δοθεῖ καὶ μᾶς δίνονται συνεχῶς, ἔτσι ὥστε νὰ ἐπιβιώνουμε σωματικὰ καὶ νὰ σωθοῦμε ψυχικά, ἂν ὅλα αὐτὰ τὰ χρησιμοποιοῦμε σύμφωνα μὲ τοὺς σκοποὺς τοῦ Θεοῦ καὶ ἂν μέσα ἀπ᾽ αὐτὰ τὸν δοξάζουμε μὲ ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη. Διαφορετικὰ ξεπέφτουμε καὶ καταστρεφόμαστε καὶ ὅλα στὴ ζωὴ αὐτὴ μᾶς ὁδηγοῦν στὴ θλίψη, ἀλλὰ καὶ σὲ αἰώνια κόλαση στὴ μέλλουσα ζωή, ὅπως ἔχει ἤδη εἰπωθεῖ.[34]   

[1] Γεροντικόν, θ΄
[2] Γεροντικόν, ιστ΄
[3] Γεροντικόν, κδ΄
[4] Γεροντικόν, κστ΄
[5] Γεροντικόν, λα΄
[6] Γεροντικόν, λδ΄
[7] Γεροντικόν, στ΄
[8] Γεροντικόν, ιθ΄
[9]  Ἰὼβ 30,1
[10] Περὶ τηρήσεως τοῦ νοός, 1
[11] Γεροντικόν, δ΄
[12] Γεροντικόν, ζ΄
[13] Γεροντικόν, β΄
[14] Γεροντικόν, α΄
[15] Γεροντικόν, ξα΄
[16] Γεροντικόν, β΄
[17] Κατὰ εἰδώλων, 7
[18] Περὶ νόμου πνευματικοῦ, 60
[19]  Ἔνθ. ἀν., 66
[20]  Ἔνθ. ἀν., 68
[21]  Ἔνθ. ἀν., 69
[22]  Ἔνθ. ἀν., 70
[23]  Ἔνθ. ἀν., 81, πρβλ. Β΄ Κορ. 11,6
[24]  νθ. ἀν., 82
[25]  Ἔνθ. ἀν., 132
[26]  Ἔνθ. ἀν., 153
[27]  Ἔνθ. ἀν., 193
[28] Λουκ. 9,62
[29] Περὶ νόμου πνευματικοῦ, 200
[30] Περὶ τῶν οἰομένων ἐξ ἔργων δικαιοῦσθαι, 26
[31]  Ἔνθ. ἀν., 105
[32]  Ἔνθ. ἀν., 111
[33] Λόγος ἀσκητικός, 3
[34] Περὶ τῆς κατὰ Θεὸν ἀναγνώσεως

Το κακόν παρά τω Ιωάννη τω Δαμασκηνώ

Το κακόν παρά τω Ιωάννη τω Δαμασκηνώ

Ανδρέου Θεοδώρου, Όψεις τινές της περί κακού,
θεώσεως του ανθρώπου και ιερών εικόνων
διδασκαλίας του Αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού,
Θεολογία
ΜΓ, 1-2, σελ. 80-90
 
Επί των αυτών γραμμών σκέψεως βαίνει και η περί κακού διδασκαλία του Ιωάννου του Δαμασκηνού. Ούτος επαναλαμ- βάνει τας περί κακού αντιλήψεις της προγενεστέρας αυτού Πατερικής παραδόσεως. Το κακόν μελετάται παρ' αυτώ μάλλον εκ της θεολογικής και ηθικής αυτού πλευράς, επιμελώς δ' αποφεύγονται αι σχετικαί ακρότητες του ψευδοδιονυσείου συστήματος.
Εις εν χωρίον του κατά Μανιχαίων έργου του ο ιερός Πατήρ συνοψίζει άριστα τας περί του κακού αντιλήψεις του: « Ἡ παντελής κακία οὐ χὁρᾶται ἐν τοῖς οὖσιν οὔ τε γάρ ὁ θεός ὁ ὄντως ὤν, καί τοῦ εἶναι αἴτιος, κακία, οὔτε τι τῶν γεγονότων, καθό γέγονε, κακόν, ἀλλά τό τε τῶν πάντων αἴτιον, αγαθόν, καί πάντα τά γενόμενα ὑπ' αὐτοῦ ἀγαθά. Πάντα δέ τά ὄντα, ὑπ' αὐτοῦ, ἐκ τοῦ μή ὄντος εἰς τό εἶναι παρήχθη, καί πάντα καλά, καί λίαν καλά· τό δέ κακόν οὐδέν ἔτερον ἐστι, εἰ μή ἀποβολή καί στέρησις ἑκούσιος τῶν ὑπό τοῦ Θεοῦ τῇ λογικῇ φύσει δεδωρημένων ὣσπερ πενία πλούτου ἀπ οβολή... καί ὥσπερἡ ὁλοκληρία τοῦ σώματος καλόν, ἡ δέ τοῦ ἑνός μέρους ἀποβολή, μερικόν κακόν, οὔχ ὑπάρχον, ἀλλ' ὑπάρχοντος στέρησις. Ὁ ρᾶται δε, ἤτοι νοεῖται ἐν τῷ ὄντι, οὐχ ὡς ὄν, ἀλλ' ὡς ἀπογενόμενον... οὕτω καί ἡ κακία, ἤτοι ἁμαρτία, ἑκούσιος ἐστι τῶν ἐκ Θεοῦ δεδωρημένων τῇ λογικῇ φύσει ἀγαθῶν ἀποβολή... Ἐστίν οὖν ἡ κακία ἡ τῶν φυσικῶν δυνάμεων παράχρησις... Εἰ γάρ ἀγαθός ὁ Θεός, ἀγαθός καί ὁ νόμος αὐτοῦ, φυσικός, καί ὤν ἐξ ὄντος. Ἡ δέ τούτου παρακοή, στέρησις τοῦ ὑπάρξαντος ἡμῖν νόμου... ὥστε οὐδέν ἕτερόν ἐστιν ἡ κακία, εἰ μή τό παρά φύσιν καί τόν νόμον κεχρῆσθαι ταῖς φυσικαῖς δυνάμεσιν· ὅ οὐκ ἐστιν οὐσία, ἀλλ' ἡμέτερον ἐπιτήδευμα» (1).
Αι ιδέαι του χωρίου τούτου είναι σημαντικαί. Η παντελής κακία δεν υπάρχει εις τα όντα, ούτε ο Θεός, ο όντως ων, είναι κακός. Ουδέν το πεποιημένον, έχον ως αιτίαν αυτού το αγαθόν, είναι κακόν. Πάντα τα δεδημιουργημένα όντα είναι καλά, και δη καλά λίαν. Το κακόν είναι αποβολή και στέρησις εκούσιος των υπό του Θεού τη λογική κτίσει δεδωρημένων. Είναι μερική έλλειψις του αγαθού. Η κακία ουδέν έτερον είναι ή των φυσικών δυνάμεων παράχρησις. Είναι παρακοή, ήτοι στέρησις του υπάρξαντος αγαθού νόμου του Θεού. Είναι παρά φύσιν και νόμον χρήσις των φυσικών δυνάμεων. Ταύτα πάντα όμως ουδαμώς συνιστώσιν ουσίαν ιδίαν, αλλ' είναι ημέτερον επιτήδευμα.
Αι αύται περίπου ιδέαι απαντώσιν ανά παν βήμα εν τοις έργοις του ιερού Πατρός. Ότι το κακόν δεν είναι ουσία, αλλά στέρησις του αγαθού, εξαίρεται πολλαχώς υπό του Ιωάννου του Δαμάσκηνου. Ούτως, εν αντιθέσει προς το αγαθόν, όπερ είναι η αυθεντική ύπαρξις και το μόνον αίτιον πάσης άλλης πραγματικής υπάρξεως, το κακόν είναι στέρησις του αγαθού, ήτοι της υπάρξεως (2). Ως στέρησις μάλιστα του αγαθού παραβάλλεται προς το σκότος, όπερ είναι έλλειψις του φωτός. Όπως δε το αγαθόν είναι φως νοητόν, ούτω και το κακόν είναι σκότος νοητόν (3). Όπως δε πάλιν το σκότος δεν είναι ουσία, αλλά συμβεβηκός, ούτω και η κακία: «Σκότος δε ἐστιν, οὐκ οὐσία τις, ἀλλά συμβεβηκός· φωτός γάρ ἐστι στέρησις. Ὁ γαρ ἀήρ οὐκ ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτοῦ ἔχει φῶς. Αὐτό οὖν τό ἐστερῆσθαι τόν ἀέρα φωτός, σκότος ἐκάλεσεν ὁ Θεός· καί οὐχί ἡ οὐσία τοῦ ἀέρος ἐστί σκότος, ἀλλ' ἡ τοῦ φωτός στέρησις, ὅπερ συμβεβηκός μᾶλλον δηλοῖ ἤπερ οὐσίαν (4). Η κακία «οὐδέν ἕτερόν ἐστιν, εἰ μή ἀναχώρησις τοῦ ἀγαθοῦ· ὥσπερ καί τό σκότος τοῦ φωτός ἐστιν ἀναχώρησις» (5).
Το κακόν είναι αδύνατον να έχη προέλθει εκ του αγαθού. Η ύπαρξις αυτού οφείλεται εις την στέρησιν του αγαθού και εις την εκ του κατά φύσιν εις το παρά φύσιν παραδρομήν. Κατά την φύσιν αυτού ουδέν υπάρχει όντως κακόν. Διότι πάντα όσα εποίησεν ο Θεός είναι καλά. Μένοντα δε κατά τον λόγον της φυσικής υπάρξεως αυτών, παραμένουσιν εν τω αγαθώ. Εκουσίως όμως ανεκφοιτώντα εκ του κατά φύσιν και εις το παρά φύσιν ερχόμενα, περιπίπτουσιν εν τω κακώ (6). Τα όντα πάντα παραμένοντα εν τω φυσικώ λόγω της υπάρξεως αυτών είναι υπήκοα τω Δημιουργώ. Όταν όμως εθελουσίως αφηνιάσωσι και παρακούσωσι του ποιήσαντος αυτά, τότε συνιστώσιν εν εαυτοίς την κακίαν. Η δε κακία δεν είναι ουσία τις επί μέρους, ούτε ιδίωμα ουσίας, αλλά συμβεβηκός, ήτοι εκ του κατά φύσιν εις το παρά φύσιν εκούσιος παρατροπή (αμαρτία) (7). Εν αντιθέσει προς τον Θεόν, όστις είναι ουσία μία εν τρισίν υποστάσεσιν γνωριζομένη, η κακία δεν είναι ουσία, αλλά τι το συμβατικόν, έννοια τις και λόγος και πράξις παρά τον νόμον του Θεού. Αύτη έχει την ύπαρξιν αυτής εν τω ε ννοείσθαι και λέγεσθαι και πράττεσθαι, αφανιζομένη όταν και αι καταστάσεις, αι προκαλούσαι αυτήν, αφανίζωνται (8). Η κακία δεν είναι ον, αλλά στέρησις του όντος (9). Τα όντα εφ' όσον κοινωνούσι του αυτού είναι, δεν είναι εναντία αλλήλοις. Μόνον το μη ον είναι εναντίον τω όντι. Κατά ταύτα, εάν το κακόν είναι παντελώς εναντίον τω αγαθώ, το δε αγαθόν όντως υπάρχη, έπεται ότι και το κακόν, ως αντίθετον του αγαθού, δεν δύναται να υπάρχη.πομένως το κακόν είναι άρσις και στέρησις του είναι. Και εάν το αγαθόν είναι ουσία, το κακόν, κατά τον αντιθέσεως λόγον, είναι ανούσιον (10). Αγαθόν κυρίως λέγεται το εκ του φύσει αγαθού Θεού δεδωρημένον. Κυρίως δε κακόν, το παρά τον νόμον του κτίσαντος γινόμενον (11).
Η ύπαρξις επομένως του κακού αρνητικώς μόνον νοείται. Μη ανήκον εις την πραγματικήν του όντος περιοχήν, είναι στέρησις της αγαθής έξεως. Και ως μεν μερική στέρησις του αγαθού είναι μερικόν κακόν. Παντελές δε καθίσταται μόνον όταν το αγαθόν εκλείψη παντελώς (12). Ως εκούσιος παρακοή και αναίρεσις του αγαθού (της αρετής) το κακόν δεν είναι ον, αλλά τι το συμβατικόν, παρυπόστασίς τις εν τω πράττειν απλώς ενυπάρχουσα. Παυομένης δε της πράξεως, συμπαύεται αύτη και το κακόν (13). Επί του οντολογικού πεδίου το μη είναι αποτελεί το τέλειον κακόν. Η τελεία ανυπαρξία είναι το τελείως μη ον. Το είναι όμως και το ευ είναι προέρχονται παρά του Θεού. Αντιθέτως η μετάπτωσις εκ του αγαθού εις το κακόν δεν προέρχεται εκ του Θεού, αλλ' είναι προϊόν της του πράττοντος γνώμης (14).
Η αντίθεσις μεταξύ αγαθού και κακού είναι αντίθεσις μεταξύ τάξεως και αταξίας. Το αγαθόν είναι τάξις και μάλιστα άριστη, διασώζουσα εκάστω τα κατά φύσιν την οικείαν. Τούτο συμπίπτει προς την αρετήν. Αντιθέτως η κακία είναι λύσις της τάξεως, ήτοι αταξία (15). Η ορθή και φυσική χρήσις των όντων συνίστησι την αρετήν. Αντιθέτως την κακίαν απαρτίζει η χρήσις του μη όντος ως όντος. Η παράχρησις αύτη συνίσταται εις το μη παρέχειν εκάστω τα ιδία. Ιδία δ' εκάστω είναι τα παρά του Θεού οριζόμενα. Ούτως: «Ἴδιον μέν Θεοῦ ἡ δόξα καί ἡ τιμή, ὡς Δημιουργῷ πρέπουσα· ἴδιον δέ τῶν κτισμάτων, τό μέτρον, ὅ ἑκάστῳ ὥρισεν ὁ τό εἶναι διδούς» (16). Όταν τις εφίεται παρά φύσιν των όντων περιπίπτει, εις το κακόν. Επομένως αμαρτία είναι η παρά φύσιν έφεσις. Συνεπώς το κακόν δεν έχει ιδίαν εν εαυτώ υπόστασιν, αλλά παρυπόστασιν, ήτις έχει λόγον υπάρξεως μόνον εκ της σχέσεως αυτής προς το αγαθόν. Το κακόν δεν γίνεται δι' εαυτό, αλλά δια το αγαθόν. Διότι παν ό,τι γίνεται ή γίνεται δια το πραγματικόν αγαθόν, ή δια το νομιζόμενον τοιούτον (17). Ουδείς ποτέ πράττει το κακόν εν επιγνώσει του και αποβλέπων εις αυτό τούτο το κακόν. Εν τω κατωτέρω χωρίω αναπτύσσονται και αύθις τα περί τάξεως και αταξίας εν τη σχέσει αυτών προς το αγαθόν και το κακόν, ως και τα περί δισσής φύσεως του τε αγαθού και του κακού διδάγματα του ιερού Πατρός: «Ἱστέον δέ, ὡς ἀγαθόν μεν ἐστι τάξις ἀρίστη, ἑκάστω τό κατά φύσιν οἰκεῖον διασώζουσα ταυτόν δέ ἐστι καί ἀρετή· κακία δέ ἡ τῆς τάξεως λύσις, ἤγουν ἀταξία. Δισσῶς δέ τό ἀγαθόν λέγεται, ἡ τό ὄντως ἀγαθόν, ὡς ἡ ῥηθεῖσα τάξις, ἡ καί τό δοκοῦν γαθόν, ἡ κατ' αἴσθησιν ἡδονή παρά τήν προειρημένην τάξιν ὅπερ οὐκ ἀγαθόν ἐστιν, ἀλλά μᾶλλον κακόν· καί ἡ κακία δέ δισσῶς λέγεται, ἡ τό ὄντως κακόν, τουτέστι τό παρά τήν φυσικήν τάξιν γινόμενον, καί παρά τόν νόμον τοῦ Κτίσαντος, κατ' οἰκείαν γνώμην. Φυσική γάρ τάξις ἡ ὑπακοή τοῦ κτίσαντος· ἀταξία δέ, ἡ παρακοή· ἡ τό δοκοῦν κακόν, τό κατ' αἴσθησιν λυπηρόν, καί ἡμῖν ἐπίπονον, ὡς ἡ παιδεία, ἥτις μᾶλλον ἀγαθόν ἐστι, καί συμφέρον, πρός τήν κατά φύσιν ἐπανάγουσα τάξιν» (18).
Είναι, λοιπόν, το κακόν φυγή και αναίρεσις του αγαθού (19) η δε ψυχή δημιουργηθείσα υπό του αγαθού Θεού εκακώθη, παρατραπείσα εκουσίως του κατά φύσιν (20). Η αμαρτία δεν είναι κτίσμα Θεού (21). Εν τοιαύτη όμως περιπτώσει, πόθεν προέρχεται αύτη; Η αμαρτία είναι εύρημα της γνώμης του διαβόλου. Είναι όμως κακός ο διάβολος; Κατά μεν την φύσιν αυτού, καθ' όσον δηλαδή εδημιουργήθη υπό του Θεού, δεν είναι κακός, αλλ' αγαθός, διότι εκτίσθη φωτεινός και λαμπρότατος υπό του πλαστουργού του. Καθ' όσον όμως επλάσθη λογικός και αυτεξούσιος, εκουσίως απεφοίτησε της κατά φύσιν αρετής και, αποσκιρτήσας του αγαθού, περιήλθεν εν τω ζόφω της κακίας, απομακρυνθείς του Θεού, του μόνου αγαθού και ζωοποιού και φωτοποιού (22).
Ταύτα εν ολίγοις τα περί τα κακού διδάγματα του ιερού Ιωάννου του Δαμάσκηνου. Ως ήδη ετονίσθη, ούτος δεν απομακρύνεται της περί κακού εννοίας των προγενεστέρου αυτού Πατέρων της Εκκλησίας. Και παρ' αυτώ το κακόν δεν είναι ουσία, ούτε ποίημα ίδιον, ούτε ανίσχει εκ του Θεού, ούτε είναι εν τω Θεώ, ούτε εύρηται εις οντολογικήν αντίθεσιν προς το αγαθόν, αλλ' είναι, συμβεβηκός, παρυπόστασις. Το κακόν δεν προέρχεται εκ των όντων, αλλ' ως αμαρτία είναι, ανθρώπινον επιτήδευμα, ήτοι προϊόν της ελευθέρας βουλήσεως των λογικών όντων. Η αμαρτία υπάρχει όταν ο άνθρωπος εκπίπτη εθελουσίως του νόμου του Θεού, όταν ελευθέρως ποιήται κατάχρησιν των όντων. Η αμαρτία είναι παράβασις, εκτροπή, ανυπακοή. Υφίσταται μόνον εκεί οπού υπάρχει στέρησις του αγαθού, παύει δε να υπάρχη, όταν και το αίτιον το προκάλεσαν αυτήν παύση να υφίσταται. Το κακόν δεν είναι ον, δεν ανήκει εις τον πραγματικόν χώροντών όντων, αλλ' είναι τι το όλως αρνητικόν, παρυφιστάμενον εν τη στερήσει και τη αποπτώσει εκ του αγαθού, όπως και το σκότος υπάρχει ενόσω και ένθα απολείπεται το φως.
Συγκρίνοντες τα περί της φύσεως του κακού διδάγματα της πατερικής παραδόσεως προς την αντίστοιχον διδασκαλίαν της Πλωτινείου φιλοσοφίας, έχομεν να επισημάνωμεν τόσον ομοιότητας όσον και διαφοράς. Αι ομοιότητες είναι γενικαί όλως και ασήμαντοι, ενώ αι διαφοραί είναι παμπληθείς και ουσιώδεις.
Ως σημεία κοινά αμφοτέρων των συστημάτων τούτων δυνάμεθα να επισημάνωμεν δύο τινά· α) πρώτον και κυρίως την ιδέαν ότι το κακόν ουδεμίαν οντολογικήν σχέσιν και αναφοράν έχει προς το αγαθόν, και β) ότι το κακόν είναι γενικώς μη ον, έλλειψις και στέρησις του αγαθού, ει και εν τω σημείω τούτω φραστική μόνον συγγένεια παρατηρείται.
Πέραν των δύο τούτων σημείων ποιας τίνος σχέσεως και επαφής, άρχονται βαθύταται και ουσιώδεις διαφοραί, αι κυριώτεραι των οποίων είναι αι εξής:
1) Η περί του μη όντος έννοια της Πλωτινείου σκέψεως δεν είναι η αυτή προς την της πατερικής παραδόσεως. Μεταξύ τούτων φραστική μόνον ομοιότης παρατηρείται. Το μη ον της Πλωτινείου φιλοσοφίας δεν είναι το μη υπάρχον, αλλ' ο κόσμος καθόλου του αισθητού, η ύλη, ήτις ευρίσκεται εις απόλυτον οντολογικήν αντίθεσιν προς το αγαθόν. Είναι η απειρία, η αστάθεια, η αμορφία, το ακόρεστον, το παμπαθές, πενία η παντελής. Αι έννοιαι αύται είναι παντελώς ξέναι εις την πατερικήν σκέψιν και διδασκαλίαν. Λέγοντες μη ον οι Πατέρες εννοούσι γενικώς το μη ουσία υπάρχον. Το κακόν κατ' αυτούς είναι μη ον, καθ' όσον δεν έχει ιδίαν υπόστασιν και ουσίαν, είναι απλούν συμβεβηκός, απλή παρυπόστασις.
2) Τα περί της φύσεως της ύλης διδάγματα της φιλοσοφίας του Πλωτίνου συνιστώσιν οξύτατον οντολογικόν δυϊσμόν. Η ύλη παρ' αύτη αποτελεί αρχήν ιδίαν παντελώς ξένην και απολύτως αντίθετον προς το αγαθόν. Αύτη αποτελεί το υπόστρωμα και την πηγήν πάσης αταξίας και κακότητος εν τω κόσμω, φθείρουσα παν ό,τι καθ' οιονδήποτε τρόπον έρχεται εις επαφήν μετ' αυτής. Τα διδάγματα ταύτα είναι εντελώς ανήκουστα εις την πατερικήν διδασκαλίαν. Κατά τους Πατέρας η ύλη, ως παρά Θεού πεποιημένη, μετέχει είδους και κάλλους, επομένως είναι αγαθή. Ο οντολογικός δυϊσμός της Πλωτινείου σκέψεως είναι παντελώς ξένος προς την χριστιανικήν οντολογίαν των Πατέρων.
3) Εν τω αυτώ μέτρω ξένα τυγχάνουσι και τα περί γενικού και μερικού κακού διδάγματα του Πλωτινείου συστήματος. Κατ' αυτό το φύσει και πρώτως κακόν είναι η ύλη. Η κακία των ενύλων όντων είναι το δεύτερον κακόν, όπερ προέρχεται εκ του πρώτου. Το πρώτον κακόν (η ύλη) προηγείται του δευτέρου (της κακίας). Κατά τους Πατέρας η διάκρισις αύτη είναι ανύπαρκτος, μάλιστα δε η προέλευσις του κακού, υπ' αμφοτέρας αυτού τας όψεις, εκ της ύλης. Η ύλη κατ' αυτούς δεν είναι ούτε φύσει κακή, ούτε και η πηγή πάσης άλλης επί μέρους κακίας. Το κακόν, είτε ως πρώτον (ύλη) είτε ως δεύτερον (κακία), ουδέν οντολογικόν υπόβαθρον και ουδεμίαν υπαρκτικήν θέσιν δύναται να έχη. Είναι απλώς ανυπόστατον.
4) Η ιδέα περί του κακού ως παντελούς στερήσεως του αγαθού, οίαν διδάσκει ο Πλωτίνος, απορρίπτεται υπό της πατερικής παραδόσεως μετά πατάγου. Κατά τον Πλωτίνον η παντελής στέρησις και απουσία του αγαθού συνιστά το γνήσιον και αυθεντικόν κακόν, τουθ' όπερ είναι η ύλη, το έσχατον πάντων εν τη κλίμακι των όντων, εις ο δυνάμεθα να φθάσωμεν δια της βαθμιαίας υποβάσεως και καθόδου εκ του αγαθού (ως της υψίστης οντολογικής κορυφής), πέραν του οποίου ουδέν έτερον υπάρχει. Κατά τους Πατέρας η παντελής στέρησις του αγαθού, ουδαμώς έσται, καθ' όσον αυτή ισοδυναμεί τω μηδενί. Ον στερούμενον παντελώς του αγαθού, υπό την οντολογικήν σύστασιν αυτού, δεν είναι δυνατόν να υπάρξη. Μόνον η περί μερικής στερήσεως του αγαθού, ως συνιστούσης το ελάσσον αγαθόν, γνώμη του Πλωτίνου δύναται να συγχορδισθή προς τα αντίστοιχα διδάγματα του ψευδοδιονυσείου συστήματος. Η ιδέα όμως περί της κακίας (του δευτέρου κακού) ως ενυπαρχούσης εις τα όντα, λόγω της σχέσεως και επαφής αυτής μετά του πρώτου κακού (της ύλης), είναι εντελώς άγνωστος εις τους ιερούς Πατέρας της Εκκλησίας.
5) Αλλά και τα περί αναγκαίας εν τω κόσμω συνυπάρξεως του αγαθού και του κακού διδάγματα της σκέψεως του Πλωτίνου, ουδεμίαν θέσιν δύνανται να έχωσιν εν τω πλαισίω των περί της φύσεως του κακού αντιλήψεων των Πατέρων. Την ανάγκην της συνυπάρξεως ταύτης υφηγείται κατά τον Πλωτίνον η ύλη, ης η παρουσία είναι αναγκαιότατη δια την ύπαρξιν του φυσικού τούτου σύμπαντος. Την δυαρχικήν όμως ταύτην διάταξιν του παντός αποκρούει μετά δυνάμεως η πατερική σκέψις, ήτις τα πάντα ανάγει εις μίαν και την αυτήν ενιαίαν και αδιάσπαστον αρχήν, τον Θεόν. Ούτω και η συναφής δοξασία, ότι παν ό,τι προέρχεται εκ του Θεού είναι αγαθόν, ό,τι δε προέρχεται εκ της ύλης είναι κακόν, τυγχάνει απαράδεκτος εις την πατερικήν παράδοσιν.
6) Κατά τους Πατέρας τυγχάνει ωσαύτως απαράδεκτος η γνώμη του Πλωτίνου, καθ' ην τα πάντα φθείρονται, δια της επαφής αυτών μετά της ύλης. Και ότι η πτώσις της ψυχής, η εις τον βόρβορον εμβύθισις και η εντεύθεν προϊούσα αθλιότης, οφείλονται εις την εν τη ύλη και τω κράτει αυτής εγκατάμιξιν της ψυχής. Βεβαίως και κατά τους Πατέρας η ψυχή δεν είναι αφ' εαυτής κακή. Η κάκωσις όμως αυτής δεν προέρχεται εκ της μετά του υλικού σώματος συνδέσεως της. Η κακία της ψυχής προέρχεται άλλοθεν. Εντεύθεν ούτε και η σωτηρία αυτής ανίσχει εκ της από της ύλης απαλλαγής και αποδεσμεύσεως αυτής.
7) Κατά τον Πλωτίνον το κακόν δεν στερείται υποστάσεως. Τόσον το πρώτον κακόν έχει σαφή και αναντίρρητον υπόστασιν, την ύλην, μεθ' ης και οντολογικώς συμπίπτει, δσον και το δεύτερον κακόν (η κακία) έχει ιδίαν ύπόστασιν, την ύλην και πάλιν, ήτις αποτελεί το άμορφον και άποιον και ανείδεον εκείνο υπόστρωμα, εφ' ου προστιθεμένων εκάστοτε των επί μέρους συμβεβηκότων, αναφαίνεται τούτο ως κακία επί μέρους, ως κακόν επισυμβαίνον και επιγιγνόμενον. Το ν' αρνηθή τις την υπόστασιν του κακού υπ' αμφοτέρας αυτού τας όψεις, ισοδυναμεί προς το ν' αρνηθή και την ύπαρξιν αυτού τούτου του αγαθού. Κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας το πράγμα είναι εντελώς διάφορον. Το κακόν ουδεμίαν απολύτους υπόστασιν δύναται να έχη. Δεν είναι ουσία τις επί μέρους και συγκεκριμένη, αλλ' απλώς συμβεβηκός. Η ύπαρξις αυτού είναι εντελώς αρνητική. Είναι μερική άρνησις του αγαθού. Απερχόμενης δε ταύτης, συναπέρχεται άμα και το όλον κακόν.
8) Ενώ κατά τον Πλωτίνον η ανάγκη του κακού τυγχάνει αναπόδραστος, ταύτην δε συνιστά, ως πολλάκις ετονίσθη, η άμορφος και ανείδεος ύλη (εν τη αντιθέσει αυτής προς το κάλλος, την πληρότητα και την μορφήν του αγαθού), κατά τους Πατέρας, ουδεμία οντολογική ανάγκη υπάρχει δια το κακόν. Το κακόν, μη ον ουσία τις επί μέρους και υπόστασις, υπάρχει μόνον ως δυνατότης της λογικής φύσεως, εντοπιζομένη απολύτως εν τη αυτεξουσίω προαιρέσει της ανθρωπίνης φύσεως. Όταν ο άνθρωπος εθελουσίως αναχώρηση εκ του αγαθού, τότε περιπίπτει εις την κακίαν. Μάλλον η τοιαύτη αναχώρησις αποτελεί εν εαυτή την κακίαν. Η κακία αποτελεί έκπτωσιν και παρατροπήν εκ της φύσεως. Είναι η αθέτησις της φυσικής τάξεως, η παράχρησις των όντων. Ως αμαρτία δε είναι έκπτωσις εκ του θελήματος του Θεού, παρακοή και αθέτησις του νόμου αυτού. Δεν υπάρχει λοιπόν πράγματι και ουσία το κακόν, ή μάλλον ενυπάρχει εκεί όπου μερικώς απουσιάζει το αγαθόν. Είναι κατά ταύτα στέρησις ανυπόστατος, συμβεβηκός ανούσιον. Το κακόν δεν δύναται φύσει να εντοπισθή ούτε εις τον Θεόν, ούτε εις τινά δυαρχικώς αντικειμένην αυτώ αρχήν, ούτε εις τους αγγέλους (κατά τον Ψευδοδιονύσιαν ούτε και εις τους δαίμονας), ούτε εις τας ψυχάς, ούτε εις τα όντα, ούτε εις τας φυσικάς δυνάμεις αυτών, ούτε εις το σώμα, ούτε εις την ύλην, εις ουδεμίαν συνεπώς περιοχήν του πραγματικού και αυθεντικού όντος.
9) Οι Πατέρες απομακρύνοντες τα όντα από πάσης ιδέας του κακού, τούτο δε τοποθετούντες ως δυνατότητα της ελευθέρας βουλήσεως του ανθρώπου, πλησιάζουσα μάλλον προς τα περί κακού διδάγματα ιδιαιτέρας τινός τάσεως εν τη Νεοπλατωνική Σχολή, εκπροσωπουμένης κυρίως υπό του Σαλλουστίου. Η Πλωτίνειος φιλοσοφία, εκδεχομένη το κακόν δυαρχικώς, ουδέν περί τούτων θέλει να γνωρίζη.
10) Και αύτη έτι η τοποθέτησις του διαβόλου ως φορέως και εισηγητού της αμαρτίας, ουδεμίαν δυαρχικήν αναγκαιότητα του κακού υφηγείται κατά τους ιερούς Πατέρας της Εκκλησίας. Ο Σατανάς δεν εδημιουργήθη υπό του Θεού φύσει κακός. Εις την αμαρτίαν εξέκλινε, ή μάλλον την αμαρτίαν εφεύρε, δια της ελευθέρας πτώσεως αυτού εκ του αγαθού. Το ότι κατέστη έκτοτε ο προσωπικός φορεύς της αμαρτίας, εκπειράζων παντοιοτρόπως τον άνθρωπον, τούτο δεν σημαίνει οιανδήποτε δυϊστικήν αναγκαιότητα του κακού, καθ' όσον το πνεύμα της πονηρίας δελεάζει μεν τον άνθρωπον, ουδαμώς όμως εξέλκει τούτον αναπόδραστως εις το κακόν. ʼλλωστε τον διάβολον και πάσαν την μηχανήν αυτού διελέγχει σθεναρώς η πρόνοια του Θεού, χρησιμοποιούσα τούτον αρνητικώς δια την εκπλήρωσιν των θείων αυτής περί των όντων βουλών και σχεδίων.
Και ταύτα μεν εν αδραίς γραμμαίς όσον αφορά εις τας σχέσεις των δύο τούτων περί της φύσεως και της προελεύσεως του κακού συστημάτων.
Εξετάζοντες κατ' ιδίαν τας περί της φύσεως του κακού αντιλήψεις των ιερών Πατέρων της Εκκλησίας, έχομεν να παρατηρήσωμεν, ό,τι και εν άρχη του παρόντος μελετήματος ημών εσημειώσαμεν, ότι δηλαδή τα εν λόγω διδάγματα δεν είναι απηλλαγμένα ασθενών τινών σημείων και ελλείψεων, η έξαρσις των οποίων δυνατόν να οδηγήση εις συμπεράσματα αντικείμενα εις το παραδεδομένον δόγμα της πίστεως.
Ως αλλαχού εσημειώθη, η ιδιότυπος περί κακού εκδοχή των Πατέρων, απεσκόπει εις τον αποκλεισμόν πάσης ιδέας και εννοίας του κακού εκ του Θεού και εκ της περιοχής των πραγματικών όντων. Ορθότατα δε τονίζεται ότι το κακόν ούτε ένθεον είναι ούτε εκ του Θεού προέρχεται, ούτε ως τις αρχή αείποτε τω Θεώ αντιμαχόμενη υπάρχει. Εκ της επόψεως δε ταύτης χάσμα μέγα εστήρικται μεταξύ της περί κακού διδασκαλίας των Πατέρων και των οντολογικών δυϊστικών αντιλήψεων της Πλωτινείου φιλοσοφίας. Ομοίως ορθώς εξαίρεται το γεγονός ότι το κακόν δεν αποτελεί ιδίαν τινά επί μέρους ουσίαν και υπόστασιν, δεν είναι δηλαδή τι των παρά Θεού πεποιημένων όντων, διότι τούτο ανάγει εμμέσως το κακόν εις τον Θεόν. Κατά ταύτα το κακόν δεν είναι ον, αλλά συμβεβηκός, ποιότης τις (ουχί φυσική) και παρυπόστασις. Ομοίως ορθόν κατά πάντα είναι και το δίδαγμα των Πατέρων, ότι το κακόν ενυπάρχει μόνον ως δυνατότης της ελευθέρας βουλήσεως των λογικών όντων, ήτις πραγματοποιούμενη αποτελεί, ως αμαρτία πλέον, εκτροχιασμών, παραδρομήν, ανυπακοήν και παράβασιν του Νόμου του Θεού.
Οι κίνδυνοι καθ' ημάς άρχονται αφ' ης στιγμής το κακόν εξαίρεται ως απλή στέρησις ή άρνησις του αγαθού, και δη και εν οίω μέτρω το σκότος αποτελεί στέρησιν και απουσίαν του φωτός. Η υπερέξαρσις του γεγονότος τούτου καθοράται σαφώς εν τω Ψευδοδιονυσείω συστήματι, καθ' ο το κακόν, ως μερική έλλειψις του αγαθού, αποτελεί έλαττον αγαθόν. Η ιδέα αύτη εναρμονίζεται προς την αντίστοιχον διδασκαλίαν του Πλωτινείου συστήματος, με την διαφοράν όμως ότι δια το εν λόγω σύστημα, καθ' όσον τούτο διακρίνει το πρώτον και αρχέγονον κακόν του επισυμβαίνοντος και επιγιγνομένου, δεν υπάρχει πρόβλημα ούτε δυσχέρεια ουσιαστική. Δια τον Πλωτίνον το κακόν δεν είναι κυρίως η κακία (το επισυμβαίνον κακόν), αλλ' η ύλη, το πρώτον και κύριον και όντως κακόν, εξ ου απορρέει και το δεύτερον κακόν. Επομένως η μερική στέρησις (το έλαττον αγαθόν) κατά τον Πλωτίνον, ως ανάμειξις του φύσει κακού (της ύλης) μετά του αγαθού, δεν παρουσιάζει ουσιαστικήν δυσχέρειαν, διότι ούτος έχει σταθερώς ενώπιον αυτού το άμορφον υπόστρωμα της ύλης, εν τω οποίω και εντοπίζει την ύπαρξιν του ουσιώδους κακού, περί του οποίου άλλωστε και μόνον ενδιαφέρεται. Δια τον Ψευδοδιονύσιον όμως το πράγμα διαφέρει. Ούτος δεν αποδέχεται την δυιστικήν συγκρότησιν των όντων, ούτε δύναται να εντοπίση το κακόν εις ουσίαν τινά. Όταν δε εκλαμβάνη τούτο (το κακόν) ως μερικήν στέρησιν του αγαθού ή ως έλαττον αγαθόν, τότε το κακόν παραμένει εντελώς μετέωρον. Διότι, το έλαττον αγαθόν, οπωσδήποτε και αν εκληφθή, δεν παύει του να είναι αγαθόν, οπότε η παρουσία του κακού καθίσταται όλως προβληματική. Το έλαττον αγαθόν δεν δύναται να είναι και κακόν. Εντεύθεν τα περιθώρια τοποθετήσεως του κακού συστέλλονται επικινδύνως. Το κακόν αποδυναμούται και παρίσταται ως τι ασήμαντον και επουσιώδες. Τούτο εκφαίνεται εξόχως εις τα περί του διαβόλου ιδιαίτερα διδάγματα αυτού. Δια τον Ψευδοδιονύσιον η φύσις του πονηρού πνεύματος δεν παρεβλάβη ουσιωδώς δια της απομακρύνσεως αυτού εκ του αγαθού. Διατηρεί και μετά την πτώσιν αυτού όλας τας αγαθοειδείς και παμφαείς δωρεάς του δημιουργού του, αίτινες εξακολουθούσι μεν να υφίστανται, με την διαφοράν όμως ότι, ενώ αύται ενώπιον του Θεού και υπάρχουσι και καθορώνται, τα πονηρά πνεύματα, απομύσαντα τους φυσικούς αυτών οφθαλμούς και απολέσαντα τας αγαθοπτικάς αυτών δυνάμεις, δεν βλέπουσιν αυτάς. Επομένως οι πεπτωκότες άγγελοι δεν έπαυσαν να διατηρώσιν αγαθήν την φύσιν αυτών, αποστερηθέντες απλώς των οικείων δυνάμεων αυτών. Είναι όμως εν τοιαύτη περιπτώσει το δημιούργημα άξιον αιωνίου κατακρίσεως, ή, όπερ ταυτόν, έχει το κακόν αιώνιον βάρος και ισχύν;
Ασφαλώς όχι! Εδώ ακριβώς καταλήγουσι και τα περί αποκαταστάσεως των πάντων διδάγματα, άτινα και εξέφερε με φυσικήν και λογικήν συνέπειαν ο ιερός Γρηγόριος ο Νύσσης. Το κακόν, κατ' αυτόν, ως μη έχον αΐδιον την αρχήν αυτού δεν δύναται να έχη και αιωνίαν την διάρκειαν. Είναι τι το παρενθετικόν, το προσωρινόν. Είναι ο επιδωμάτιος εκείνος χόρτος, ο άρριζος και αδύναμος και ανίσχυρος, όστις δύναται μεν προς ώραν να παρενόχληση δια της ανυπόστατου αυτού βλάστης, όμως είναι προωρισμένος οψέποτε να μαρανθή και να κατακαή, εκλείπων τέλεον εν τη των πάντων αποκαταστάσει.
Ο αποφατισμός εν τη περί κακού θεωρία και εκδοχή, παρά τας πολλάς ορθάς και υγιείς βάσεις αυτού, εγκυμονεί τον κίνδυνον ποιας τίνος πελαγιανικής εκδοχής περί κακού και τίνος σωτηριολογικής υπεραισιοδοξίας, άτινα δεν δύναται να συγχορδισθώσι πλήρως προς τε τα δεδομένα της πίστεως και την σχετικήν των ανθρώπων εμπειρίαν. Διότι ερωτάται· εάν το κακόν είναι τοσούτον άρριζον και αδύναμον, τότε ποίαν έννοιαν έχει η προπατορική αμαρτία, ως φαινόμενον καθολικόν, συνέχον ασφυκτικώς απαντάς ανεξαιρέτως τους ανθρώπους; Πού οφείλεται η παταγώδης εν τω κόσμω ισχύς και κατίσχυσις αυτή; Πώς δεν ευρέθη έστω και εις άνθρωπος δια μέσου των αιώνων, όστις να δυνηθή να παραμείνη εκτός της οχλήσεως της αρρίζου και αδυνάμου ταύτης βλάστης; Εάν το κακόν δεν έχη ουσιαστικήν δύναμιν, τότε πού οφείλεται το αιώνιον βάρος της ένοχης του; Διατί προς συντριβήν αυτού και άρσιν της συνημμένης τούτω ενοχής, ουδ' οι άγγελοι εισέτι εξήρκουν, αλλ' εδέησε να ενσαρκωθή ο Υιός και Λόγος του Θεού; Προς εκρίζωσιν μήπως του επιδωματίου τούτου χόρτου συνελήφθη αϊδίως παρά του Θεού το σχέδιον της θείας περί τον άνθρωπον οικονομίας; Θα ήτο άραγε τοσούτον αναγκαία η ιλαστήριος θυσία του Χριστού, η εις ʼδου κάθοδος αυτού, η ζωηφόρος εκ των νεκρών Ανάστασίς Του, η συντριβή της δυνάμεως του Σατανά, προς θεραπείαν απλώς και αποκατάστασιν του ήσσονος αγαθού; Διατί, κατά το δόγμα της πίστεως, η σωτηρία του ανθρώπου είναι παντελώς ανέφικτος άνευ της συνδρομής της χάριτος του Θεού της διακονουμένης εν τη Εκκλησία; Ποίαν έννοιαν έχει η λυσσαλέα εν τω ανθρώπω παρουσία και εγκαθίδρυσις του νόμου της σαρκός, του υποδουλούντος τον όλον άνθρωπον και κατισχύοντος του εν αυτώ εμφύτου νόμου του Θεού; Ποίαν έννοιαν έχει η πάλη κατά της σαρκός και η συνημμένη ταύτη ορθόδοξος ασκητική; Ποίαν έννοιαν έχει η σύμφυτος φθορά και η αμαύρωσις της φύσεως; Πως να ερμηνεύσωμεν τα περί απώλειας του ανθρώπου και τα περί αιωνίου κολάσεως ευαγγελικά διδάγματα; Ότι δε παραλλήλους και η σχετική εμπειρία του ανθρώπου δεν συμφωνεί προς τα περί μειώσεως της δυνάμεως του κακού διδάγματα, είναι περιττόν και να παρατηρήσωμεν. Ετέρωθεν είναι φανερόν ότι προσόμοιαι αντιλήψεις δυνατόν να οδηγήσωσι τον άνθρωπον εις ηθικήν ραστώνην και χαλάρωσιν. Εφ' όσον το κακόν δεν έχει αιώνιον βάρος και ισχύν, μέλλει δε ποτέ να εκλείψη παντελώς, ο κατ' αυτού αγών δεν έχει και μεγάλην σημασίαν.
Ο αμαρτωλός, ως φέρων εν εαυτώ το έλαττον αγαθόν, δεν δύναται άλλως ει μη να ςπιστρέψη ποτέ πλησίον του Θεού. Ούτε η κόλασις ούτε ο διάβολος θα έχωσιν αιωνίαν την παράτασιν αυτών. Εν τη αποκαταστάσει των πάντων το κακόν μέλλει τέλεον να εξαφανισθή.
Το κακόν, λοιπόν, καίπερ δεν είναι ουσιώδες και αυθυπόστατον, όμως ως κατάστασις προϊούσα εκ της ελευθέρας βουλήσεως των όντων, δεν δύναται άλλως ει μη να θεωρηθή ως τι το θετικόν, ούτινος το βάρος και αι προεκτάσεις είναι αιώνιοι. Είναι μεν μερική άρνησις και έκπτωσις εκ του αγαθού, παρά ταύτα όμως είναι και θετική κατάστασις εκ τούτων προϊούσα. Και είναι μεν πλήρης οντολογική στέρησις και άρνησις, χωρίς τούτο να το εμποδίζη να είναι εν ταύτω και ηθική κατάστασις και θέσις. Ούτω νοούμενον το κακόν λαμβάνει τας πραγματικάς και γνήσιας αυτού διαστάσεις εν τω αποκεκαλυμμένω δόγματι της πίστεως. Εκτός μεν της περιοχής του πραγματικού όντος ενυπάρχον, όμως πράγματι και θετικώς υφίσταται ως αμαρτία εν τω χώρω της υπάρξεως, ως τι προϊόν εκ της ελευθέρας βουλήσεως των όντων τη εισηγήσει και επισπορά του διαβόλου (23).


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1). Κατά Μανιχαίων διάλογος, PG 94, 1517-1520.
(2). Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως Ι, PG. 94, 848.
(3). Αυτόθι, II , PG 94, 876Α.
(4). Αυτόθι, PG 94, 888Α.
(5). Αυτόθι, PG 94, 973Α-976Α.
(6). Αυτόθι, IV , PG 94, 1196Β C.
(7). Αυτόθι, IV , PG 94, 1196 C.
(8). Λόγος απολογητικός προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας II , PG. 94, 1285 C.
(9). Κατά Μανιχαίων διάλογος, PG 94, 1508Β.
(10). Αυτόθι, PG 94, 1516 D -1517Α.
(11). Αυτόθι, PG 94, 1520 D -1521Α.
(12). Αυτόθι, PG 94, 1528 C.
(13). Αυτόθι, PG 94, 1545 D.
(14). Αυτόθι, PG 94, 1541ΑΒ.
(15). Αυτόθι, PG 94, 1548 C -1549Α.
(16). Αυτόθι, PG 94, 1553ΑΒ.
(17). Αυτόθι, PG 94, 1560Β.
(18). Αυτόθι, PG 94, 1580 C.
(19). Περί των αγίων νηστειών, PG 95, 65 Α.
(20). Εις τα ιερά Παράλληλα, PG 95, 1101 C.
(21). Κατά της αιρέσεως των Νεστοριανών, PG 95, 189 D.
(22). Έκδοσις ακριβής της ορθ. πίστεως IV , PG 94, 1196 D.
(23). Βλέπε όσα χαρακτηριστικώς λέγει περί αμαρτίας ο ιερός Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Αὕτη γάρ (η αμαρτία) οὐ φυσική ἐστιν, οὐδέ ὑπό τοῦ Δημιουργοῦ ἡμῶν ἐνσπαρεῖσα, ἀλλ' ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου ἐπισπορᾶς ἐν τῇ ἡμετέρα προαιρέσει ἑκουσίως συνισταμένη, οὐ βίᾳ ἡμῶν κρατοῦσα» (Έκδοσις ακριβής ορθ. πίστεως ΙΙΓ, ΠΓ 94, 1081Β).

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Η συμβολή των Ελλήνων Κληρικών εις τον Διαφωτισμόν

Η συμβολή των Ελλήνων Κληρικών εις τον Διαφωτισμόν
και εις την αναγέννησιν των θετικών επιστημών
Σεβ. Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ
Εκκλησία , έτος ΠΖ´, τεύχος 3, Μάρτιος 2010, σελ. 158-165
Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος κύριε Ιερώνυμε,
Σεβασμιώτατοι και Θεοφιλέστατοι εν Χριστώ Αδελφοί Ιεράρχες,
Πανοσιολογιώτατοι και Αιδεσιμολογιώτατοι Πατέρες,
Ελλογιμώτατοι κύριοι καθηγητές,
Εντιμολογιώτατοι κύριοι Διευθυντές των Γραφείων των Αντιπροσωπειών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα,
Εντιμολογιώτατε κ. Πρόεδρε του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών,
Εντιμολογιώτατε κ. Πρόεδρε του Ευγενιδείου Πλανηταρίου Ιδρύματος.
Η Διεθνής Αστρονομική Ένωσι ανακήρυξε το διανυόμενο έτος 2009 ως παγκόσμιο έτος της Αστρονομίας με κεντρικό θέμα· «Το Σύμπαν· Δικό σας να το ανακαλύψετε » εξ αφορμής της συμπληρώσεως 400 ετών από της πρώτης παρατηρήσεως των ουρανίων σωμάτων δια τηλεσκοπίου από τον μαθηματικό και αστρονόμο Γαλιλαίο.
Λαβούσα αφορμή η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος εκ του γεγονότος τούτου απεφάσισε να συγκαλέσει την παρούσα Ημερίδα σε συνεργασία αφ' ενός μεν με το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών και το Ευγενίδειο Ιδρυμα και αφ' ε τέρου με τα Γραφεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα.
Με την συγκαλουμένη Ημερίδα η Ιερά Συνοδος επιθυμεί ·
1) Να υπομνήσει τις περί κόσμου διδασκαλίες της Εκκλησίας·
α) Ό τι το Σύμπαν είναι έργο της Σοφίας και της Δυνάμεως του Προανάρχου Τριαδικού Θεού, εφ' ό σον ομολογούμε και διακηρύσσουμε· «Συ κατ' αρχάς, Κύριε, την γην εθεμελίωσας, και έργα των χειρών σου εισιν οι ουρανοί» (Προς Εβραίους α´10) και «πας γαρ οίκος κατασκευάζεται υπό τινος, ο δε τα πάντα κατασκευάσας Θεός» (Προς Εβραίους γ´4).
β) Ό τι το Σύμπαν ως λαβόν αρχήν έχει και τέλος κατά την αψευδέστατη προφητεία του Κυρίου μας ότι «οι ουρανοί παρελεύσονται» (Ματθαίου ε´18) και την διακήρυξι της θεοπνεύστου Γραφής ότι μόνος ο Θεός παραμένει αναλλοίωτος και ατελεύτητος «αυτοί απολούνται, συ δε διαμένεις· και πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται, και ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς, και αλλαγήσονται · συ δε ο αυτός ει, και τα έτη σου ουκ εκλείψουσι » (Προς Εβραίους α´11-12).
Ο απόστολος Πέτρος προφητεύει ως εξής το τέλος του σύμπαντος κόσμου· «Ουρανοί ροιζηδόν παρελεύσονται, στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσονται, και γη και τα εν αυτή έργα κατακαήσεται» (Β´Πετρου γ´10).
γ) Ότι κατά την προφητεία του αυτού Αποστόλου οι πιστοί «καινούς δε ουρανούς και γην καινήν κατά το επάγγελμα αυτού προσδοκώμεν, εν οις δικαιοσύνη κατοικεί» (Β´Πετρου γ´13).
δ) Ότι η δημιουργία του Συμπαντος είναι αποκάλυψι και φανέρωσι του αοράτου Θεού, η συνοχή και η συντήρησί του μαρτυρεί τον Κτίστη και Δημιουργό, τον Κυβερνήτη και Συντηρητή αυτού «διότι το γνωστόν του Θεού φανερόν εστιν εν αυτοίς· ο γαρ Θεός αυτοίς εφανέρωσε. Τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται, η τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης, εις το είναι αυτούς αναπολογήτους » (Προς Ρωμαίους 19-20).
Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης διδάσκει, ότι από την μελέτη των δημιουργημάτων ο άνθρωπος γνωρίζει μερικώς το Δημιουργό Θεο· « Η θεία φύσις αυτή καθ' ε αυτὴν ότι ποτέ κατ' ουσίαν εστι, πάσης υπέρκειται καταληπτικής επινοίας, απρόσιτος και απροσπέλαστος ούσα ταις στοχαστικαίς επινοίαις, και ούπω τις ανθρώποις προς την των εκλήπτων κατανόησιν εξεύρηται δύναμις· ουδέ τις έφοδος καταληπτική των αμηχάνων επενοήθη. Διο και ανεξιχνιάστους τας οδούς αυτού ο μέγας ονομάζει Απόστολος, σημαίνων δια του λόγου το ανεπίβατον είναι λογισμοίς την οδόν εκείνην, η προς την γνώσιν της θείας ουσίας άγει · ως ούπω τινός των προωδευκότων τον βίον ίχνος τι καταληπτικής επινοίας σημαινομένου τη γνώσει του υπέρ γνώσιν πράγματος. Τοιούτος δε ων κατά την φύσιν ο υπέρ πάσαν φύσιν, άλλω λόγω και οράται και καταλαμβάνεται ο αόρατός τε και απερίγραπτος. Πολλοί δε οι της τοιαύτης κατανοήσεως τρόποι. Εστι γαρ και δια της εμφαινομένης τω παντί σοφίας, τον εν σοφία πάντα πεποιηκότα στοχαστικώς ιδείν. Καθάπερ και επί των ανθρωπίνων δημιουργημάτων οράται τρόπόν τινα τη διανοία ο δημιουργός του προκειμένου κατασκευάσματος, την τέχνην τω έργω εναποθέμενος. Οράται δε ουχ η φύσις του τεχνητεύσαντος, αλλά μόνον η τεχνική επιστήμη, ην ο τεχνίτης τη κατασκευή εναπέθετο. Ούτω και προς τον εν τη κτίσει βλέποντες κόσμον, έννοιαν ου της ουσίας, αλλά της σοφίας του κατά πάντα σοφώς πεποιηκότος αντυπούμεθα ». (Γρηγορίου Νύσσης, Εις τους Μακαρισμούς, λόγος στ´, Ρ. υ. 44, 1268).
Δηλαδή· «Τι ακριβώς είναι αυτή καθ' ε αυτήν η θεία φύση κατά την ουσία της, και ξεπερνάει κάθε σκέψη για να την καταλάβουμε, επειδή είναι απρόσιτη και απλησίαστη για τις στοχαστικές σκέψεις. Και για τους ανθρώπους δε βρέθηκε ακόμη καμιά δύναμη για την κατανόηση των ακαταλήπτων, ούτε επινοήθηκε καμιά μέθοδος για να κατανοήσουν αυτά που είναι αδύνατον να κατανοηθούν. Γι αυτό κι ο μέγας Απόστολος αποκαλεί «ανεξιχνίαστους τους δρόμους του Θεού» (Προς Ρωμαίους ια´33), φανερώνοντας μ' αυτό το λόγο πως είναι απάτητος με συλλογισμούς ο δρόμος εκείνος, που οδηγεί στη γνώση της ουσίας του Θεού. Γιατί κανείς μέχρι τώρα από όσους έχουν προοδεύσει στον ενάρετο βίο, δε μας φανέρωσε με τρόπο καταληπτό κάποιο σημείο για τη γνώση του όντος, που είναι πάνω από τη γνώση. Με το να είναι αυτό που είναι κατά τη φύση, ο πάνω από κάθε φύση, γίνεται καταληπτός και βλέπεται με άλλην έννοια ο αόρατος κι απερίγραπτος. Κι είναι πολλοί οι τρόποι αυτής της κατανόησης. Μπορείς δηλαδή και μέσα από τη σοφία που φαίνεται σε όλα, να δεις με τρόπο στοχαστικό Εκείνον που δημιούργησε τα πάντα εν σοφία. Ό πως κατά κάποιο τρόπο φανερώνεται και στα ανθρώπινα δημιουργήματα νοερά ο δημιουργός του έργου, που έχουμε μπροστά μας, αφού στο έργο έχει αποθέσει την τέχνη του. Αποκαλύπτεται δε όχι η φύση του τεχνίτη, αλλά μόνο η τεχνική γνώση, που ο τεχνίτης αποτύπωσε στο κατασκεύασμα. Έτσι κι όταν βλέπουμε προσεκτικά τον κόσμο μέσα στη δημιουργία, αναπαριστάνουμε μέσα στο νου όχι την έννοια της ουσίας, αλλά της σοφίας Εκείνου, που εποίησε τα πάντα με σοφό τρόπο».
ε) Ό τι η δημιουργία του κόσμου έγινε για το μυστήριο της δια του Ιησού Χριστού αποκαλύψεως και φανερώσεως του Θεού « ος εστιν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα » (Προς Κολοσσαείς α´15-16).
Ο άγιος Μαξιμος ο Ομολογητής επισημαίνει · «Τούτό εστιν το μέγα και απόκρυφον μυστήριον· τούτό εστιν το μακάριον, δι ο τα πάντα συνέστησαν τέλος. Τούτό εστιν ο της αρχής των όντων προεπινοούμενος θείος σκοπός, ον ορίζοντες είναί φαμεν, προεπινοούμενον τέλος, ου ένεκα μεν πάντα, αυτό δε ουδενός ένεκα. Προς τούτο το τέλος αφορών, τας των όντων ο Θεός παρήγαγεν ουσίας. Τούτο κυρίως εστί το της προνοίας και των προνοουμένων, πέρας· καθ' ο εις το Θεόν, η των υπ' αυ τού πεποιημένων εστίν ανακεφαλαίωσις.
Τούτό εστι το πάντας περιγράφον τους αιώνας, και την υπεράπειρον και απειράκις απείρως προϋπάρχουσαν των αιώνων μεγάλην του Θεού βουλήν εκφαίνον μυστήριον· ης γέγονεν άγγελος αυτός ο κατ' ουσίαν του Θεού Λόγος γενόμενος άνθρωπος · και αυτόν, ει θέμις ειπείν, τον ενδότατον πυθμένα της Πατρικής αγαθότητος φανερόν καταστήσας, και το τέλος εν αυτώ δείξας, δι' ο την προς το είναι σαφώς αρχήν έλαβον το πεποιημένα. Δια γαρ τον Χριστόν, ήγουν το κατά Χριστόν μυστήριον, πάντες οι αιώνες, και τα εν αυτοίς τοις αιώσιν, εν Χριστώ την αρχήν του είναι και το τέλος ειλήφασιν» (Μαξίμου Ομολογητοῦ, Ερώτησις ξ´· « ως αμνού αμώμου και ασπίλου Χριστού προεγνώσαμεν προ καταβολής κόσμου· φανερωθέντος δε επ' ε σχάτων των χρόνων δι η μάς. Υπό τίνος προεγνωσμένου;» Προς Θαλάσσιον τον Οσιώτατον Πρεσβύτερον και Ηγούμενον Διαφόρων Απόρων της θείας Γραφής εις ερωτήσεις και απαντήσεις ξε´, Ρ G 90, 621).
Δηλαδή· «Αυτό είναι το μεγάλο κι απόκρυφο μυστήριο. Αυτό είναι το μακάριο τέλος για το οποίο έχουν γίνει όλα. Αυτός είναι ο θείος σκοπός που προεπινοήθηκε πριν από την αρχή των όντων, που ορίζοντάς τον μπορούμε να τον πούμε «προεπινοούμενο τέλος», για χάρη του οποίου έγιναν τα πάντα κι αυτό για χάρη κανενός. Σ' αυτό το τέλος ατενίζοντες δημιούργησε ο Θεός τις ουσίες των όντων. Αυτό είναι κυρίως το πέρας της προνοίας και εκείνων που η πρόνοια προνοεί, σύμφωνα με το οποίο γίνεται η επανασυναγωγή στο Θεό όλων των ποιημάτων του. Αυτό είναι το μυστήριο που περικλείει όλους τους αιώνες και φανερώνει την υπεράπειρη και που άπειρες φορές απείρως προϋπάρχει από τους αιώνες μεγάλη βουλή του Θεού, της οποίας βουλής αγγελιοφόρος έγινες ο ίδιος ο σύμφωνος με την ουσία του Θεού Λόγος όταν έγινε άνθρωπος, και φανέρωσε, αν μου επιτρέπεται να πω, τον ίδιο το βαθύτερο πυθμένα της Πατρικής αγαθότητας κι έδειξε μέσα σ' αυτόν το τέλος, που για χάρη του τα δημιουργήματα έλαβαν σαφώς την αρχή της ύπαρξής τους. Γιατί για το Χριστό, δηλαδή για το μυστήριο κατά Χριστό, όλοι οι αιώνες και όλα όσα περιέχουν έχουν λάβει την αρχή και το τέλος του είναι τους».
στ) Ό τι ο άνθρωπος ετάχθη από τον Θεό Δημιουργό Του να φυλάσσει την δημιουργία (Γενέσεως β´15).
ζ) Ό τι όλα τα δημιουργήματα δοξολογούν τον Θεό Κτίστη και Δημιουργό τους και αινούν Αυτόν, εκπληρούντα τους λόγους των όντων · «Αινείτε αυτόν ήλιος και σελήνη, αινείτε αυτόν πάντα τα άστρα και το φως. Αινείτε αυτόν οι ουρανοί των ουρανών και το ύδωρ το υπεράνω των ουρανών» (Ψαλμός ρμη´(148) 2-4).
2) Ό τι δεν υπάρχει μεταξύ πίστεως και επιστήμης σύγκρουσι όταν εκάστη μένει στα όριά της. Ούτε η πίστι υποτάσσεται στους νόμους του φυσικού κόσμου ούτε η επιστήμη δύναται να επιλύει όλα τα προβλήματα. Η μία αναβιβάζει τον άνθρωπο στα αιώνια και τα υπερφυσικά ελευθερούσα αυτόν από τα γεώδη και πρόσκαιρα. Η άλλη οικονομεί τα εν τω κόσμω και αυτά υπό πολλούς περιορισμούς.
Τα όρια των δύο αυτών δωρεών του Θεού της πίστεως και της γνώσεως επεσημάνθηκαν στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο που διοργάνωσε η Ιερά Συνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 4-8 Οκτωβρίου 2000 με την ευκαιρία των εορτασμών του Ιωβηλαίου για την συμπλήρωσι δύο χιλιάδων ετών από την γέννησι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού από τις εισηγήσεις·
α) του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αλβανίας κ. Αναστασίου με θέμα· «Η Ορθοδοξία προ της ραγδαίας εξελίξεως των θετικών επιστημών (Διαπιστώσεις - προτάσεις)».
β) του Ελλογιμωτάτου κ. Νικολάου Αρτεμιάδου, Ομότιμου Καθηγητού Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Πατρών και Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών με θέμα· «Θετικές επιστήμες και μεταφυσικές αλήθειες », που ετόνισε ότι · «... η πρόοδος των θετικών επιστημών όχι μόνο δεν οδηγεί στην αμφισβήτηση μεταφυσικών αληθειών και της υπάρξεως του Θεού αλλά αντιθέτως μας φωτίζει στο να νοιώσουμε τις αλήθειες αυτές και να ζήσουμε αρμονικά με την Ορθόδοξο Χριστιανική Πίστη».
Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρός Χριστόδουλος στον Χαιρετισμό, που απηύθυνε προς τα μέλη και τους εισηγητές του αναφερθέντος Συνεδρίου ετόνισε ότι · «Η Εκκλησία όμως αναγνωρίζοντας μεν το γεγονός ότι κάθε ανακάλυψη αποτελεί διείσδυση στα μυστικά της θεϊκής σοφίας ευνοεί την επιστήμη. Αντικρίζει όμως και μία κοινωνία που δεν διακρίνεται για την πνευματική ποιότητά της, την προσήλωση σε αρχές και αξίες, μία κοινωνία που έχει την ιδιότητα να γεννά περισσότερα προβλήματα από όσα να λύνει, που χαρακτηρίζεται από παθολογικό εγωισμό και αλαζονεία, που στερείται από κάθε ίχνος αιωνίας προοπτικής».
3) Ότι οι αστρονομικές πληροφορίες της Βίβλου απαιτούν ιδιαιτέρους κανόνες ερμηνείας και κατανοήσεώς τους εφ' ό σον η Αγία Γραφή πρωτίστως ομιλεί για τον Θεό και τα έργα του Θεού και οδηγεί την ψυχή στην σωτηρία.
4) Να τονίσει και να υπομνήσει την συμβολή των κληρικών στην ανάπτυξι των θετικών επιστημών.
Από μία σύντομη έρευνα για την παρούσα Ημερίδα συνέλεξα ένα πλούσιο υλικό που κατέταξα σε τρεις ενότητες.
Στην πρώτη ενότητα ενέταξα τους κληρικούς που διέπρεψαν ως λόγιοι και εδίδαξαν τα λεγόμενα τότε νεωτερικά μαθήματα ή έγραψαν αξιόλογα συγγράμματα.
Αναφέρω τα ονόματά τους κατατάσσοντάς τους χρονολογικά, κατά την χρονολογία της γεννήσεώς τους.
α´ Λέων ο Φιλόσοφος ή Μαθηματικός
Εγεννήθη κατά την πρώτη δεκαετία του Θ´αιώνος. Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (840 μ.Χ.). Εδίδαξε και διεύθυνε τον Πανεπιστήμιο της Μαγναύρας.
Υπήρξε εκ των κυριωτέρων μορφών της επί αυτοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως Θεοφίλου (820-842 μ.Χ.) συντελεσθείσης αναγεννήσεως των γραμμάτων και των επιστημών. Εδωσε μεγάλη ώθησι στις θετικές επιστήμες.
Ενδιαφερόταν ιδιαιτέρως για την Αστρονομία και τα Μαθηματικά. Μεταξύ των έργων του περιλαμβάνεται και πραγματεία περί εκλείψεως ηλίου και σελήνης.
β´ Μιχαήλ Ψελλός
Ο ύπατος των φιλοσόφων του ενδεκάτου αιώνος. Εκ των μεγαλυτέρων πνευματικών μορφών του μέσου Ελληνισμοῦ.
Ο Κωνσταντίνος Ψελλός γεννήθηκε στην Νικομήδεια το 1018 μ.Χ. Διακρίθηκε ως σοφός, πολιτικός ανήρ και καθηγητής της φιλοσοφίας. Διετέλεσε πρωθυπουργός του αυτοκράτορος Μιχαήλ του Παραπινάκη (1071-1078 μ.Χ.). Το 1054 εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Μιχαήλ.
Από επιστολές του βγαίνει το συμπέρασμα, ότι δίδασκε και Γεωμετρία (την εν γραμμαίς θεωρίαν). Έγραψε και φυσικές πραγματείες. Σε επιστολή του αναφέρει, ότι οι φθορές και οι γενέσεις της ύλης γίνονται από φυσικά αίτια και όχι από αόρατες και μυστικές δυνάμεις. Ανάμεσα στα έργα του που στηρίχθηκαν σε αυτή την άποψη είναι το «Επίλυσις Φυσικών Ζητημάτων», στο οποίο περιέχονται και στοιχεία Μετεωρολογίας. Επίσης αξιόλογο έργο του είναι το «Περί λίθων δυνάμεως», στο οποίο αναφέρονται οι φυσικές ιδιότητες των ορυκτών. Σε επιστολή του που απευθύνει στον Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο αναφέρεται στην παρασκευή του χρυσού. Εγραψε και αστρονομικά έργα, όπως το «Περί Μεγάλου Ενιαυτού » και το σωζόμενο «Περί της κινήσεως του χρόνου, των κύκλων του Ηλίου και της Σελήνης, της ε κλείψεως αυτών και της του Πάσχα ευρέσεως».
Ο Ψελλός έγραψε και μικτές εργασίες. Στην πραγματεία του «Διδασκαλία Παντοδαπή» που επίσης σώζεται περιέχονται 200 θέματα επιστημονικά της αστρονομίας, της μετεωρολογίας, της κοσμολογίας, της φυσικής, της βοτανικής και των μαθηματικών. Στο έργο του «Σύνταγμα ευσύνοπτον εις τας τέσσαρας Μαθηματικάς Επιστήμας εκτός από τις επιστήμες της Αριθμητικῆς, της Μουσικής, της Γεωμετρίας και της Αστρονομίας υπάρχουν και στοιχεία Μετεωρολογίας».
γ´ Θεοδόσιος ο Κορυδαλλεύς (1563)
Μητροπολίτης Ναυπάκτου και ʼ ρτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα περί το 1563. Αριστοτελικὸς φιλόσοφος και επιφανέστατος διδάσκαλος και συγγραφεύς.
Έ γραψε· α) «Υπομνήματα και ζητήματα εις την περί του ουρανού πραγμάτων», β) «Γεωγραφικά ή περί Κοσμου και των μερών αυτού». Αυτό το σύγγραμμα φέρεται και με το τίτλο «Περί Αστρολογίας και Σύνοψις εισαγωγικοτέρα εις Γεωγραφίαν».
δ´ Γεώργιος Κορέσσιος.
Περίφημος Χίος λόγιος, ιατρός, θεολόγος και φιλόσοφος του β´μισού του ΙΣΤ´αιώνος.
Εδίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Πίζης στην Ιταλία. Κατά το διάστημα της καθηγεσίας του συγκρούσθηκε με τον μέγα μαθηματικό και αστρονόμο της εποχής Γαλιλαίο, που εδίδασκε στο ίδιο Πανεπιστήμιο.
ε´ Βησσαρίων Μακρής.
Ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Αγίου Γεωργίου των Λυγκιαδών επί του όρους Μιτσικέλι της Ηπείρου της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων. Συγκαταλέγεται στους λογιώτερους κληρικούς του ιζ´αιώνος διδάσκαλος και συγγραφεύς πολυγραφώτατος. Γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1635.
Στα ανέκδοτα έργα του σε χειρόγραφα υπάρχουν μαθηματικά και αστρονομικά μελετήματα του ανδρός.
στ´ Μεθόδιος Ανθρακίτης.
Πεπαιδευμένος κληρικός. Εγεννήθη περί το 1660 στη Καμινιά Ζαγορίου Ηπείρου.
Εσπούδασε στη Βενετία επί πολλά έτη μαθηματικές επιστήμες και διεκρίθη ως δάσκαλος. Συνέβαλε στην εκπαιδευτική μεταρρύθμισι, όπου για πρώτη φορά εισήγαγε στην Ελλάδα τις μαθηματικές επιστήμες.
Από τα επιστημονικά εγχειριδία του διασώθηκε πλήρες το υπό τον τίτλον «Οδός Μαθηματική».
ζ´ Μελέτιος, Μητροπολίτης Αθηνῶν.
Εγενήθη το 1661 στα Ιωάννινα. Υπήρξε εκ των σοφωτέρων και λογιωτέρων μορφών της εποχής του. Διακρίθηκε ως άνδρας πολυμαθέστατος και συγγραφεύς πολυγραφώτατος.
Συνέγραψε μεταξύ άλλων και μαθηματικά συγγράμματα, όπως το «Γεωγραφία παλαιά τε και νέα».
η´ Χρύσανθος ο Νοταράς.
Πατριάρχης Ιεροσολύμων, διαπρεπής Ιεράρχης και αστρονόμος. Γεννήθηκε το 1663. Υπήρξε πολυγραφώτατος σε συγγράμματα γεωγραφικού, ιστορικού, μαθηματικού και κυρίως εκκλησιαστικού περιεχομένου. Μεταξύ αυτών αναφέρουμε ενδεικτικά τα εξής · «Εισαγωγή εις Γεωγραφικά και Σφαιρικά». «Ιστορία και περιγραφή της Αγίας Γης και Αγίας Πόλεως Ιερουσαλήμ». «Πίναξ Γεωγραφικός της τε πάλαι και νέας απάσης εγνωσμένης Γης». «Ερμηνεία και καταγραφή του τεταρτημορίου της σφαίρας».
θ´ Γεώργιος Σουγδουρής.
Σοφός κληρικός και δάσκαλος που έζησε και έδρασε στα Γιάννενα κατά το β´ήμισυ του ΙΖ´και στις αρχές του επομένου ΙΗ´αιώνος.
Εδίδαξε στα Γιάννενα και τις θετικές επιστήμες Φυσική και Μαθηματικά.
ι´ Μπαλάνος Βασιλόπουλος.
Διαπρεπής κληρικός, δάσκαλος και συγγραφεύς. Γεννήθηκε το 1694. Έδρασε κυρίως στα Γιάννενα. Κατέχει όλως εξέχουσα θέσι στη χορεία του δασκάλων του Γένους κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Υπήρξε δεινός μαθηματικός και φιλόσοφος. Ως δάσκαλος ο Μπαλάνος διέπρεψε κυριώτατα στη διδασκαλία των μαθηματικών.
Ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ εκφραζόμενος επαινετικώς περί αυτού λέγει, ότι ανεδείχθη « εν πολλοίς άλλοις δοκιμώτερος και εν τοις μαθηματικοίς αριστεύων » και ότι «διήλθεν εν δυσί τόμοις όλοις περί των στοιχείων του Ευκλείδου, περί των προβλημάτων του Αρχιμήδους, περί της Τριγωνομετρίας, είτε της επιπέδου είτε της σφαιρικής, περί των τμήσεων των κωνικών».
Συνέγραψε την μελέτη «Η οδός Μαθηματική» περιέχουσα τις κυριώτερες πραγματείες των μαθηματικών, ήτοι Στοιχεία του Ευκλείδου, Σφαιρικό κατά Θεοδοσίου, Γεωμετρία θεωρητική, Τριγωνομετρία πρακτική κ.λπ.
ια´ Δωρόθεος ο Λέσβιος.
Κληρικός εκ Λέσβου. Εγενήθη περί το 1700. Επιφανής φιλόσοφος και διευθυντής της Πατριαρχικής Ακαδημίας Κωνσταντινουπόλεως.
Συνέγραψε το «Περί των αρχών της περιπατητικής φιλοσοφίας κατά Νεύτωνα και των μηχανικών φυσιολόγων».
ιβ´ Ευγένιος Βούλγαρις.
Αρχιεπίσκοπος Σλαβινίου και Χερσώνος. Διαπρεπής κληρικός και δάσκαλος του Γένους. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1716.
Αναγνωρίζεται ότι είναι από τους δραστηριωτέρους και πολυγραφωτέρους των δασκάλων του Γενους. Προείχε από τους συγχρόνους του λογίους και κατέστη το κέντρο της διανοητικής και πνευματικής κινήσεως των Ελλήνων. Έ γραψε τα εν συνεχεία έργα · «Μαθηματικών στοιχείων αι πραγματείαι...» «Περί του συστήματος του παντός». Στα έργα του συγκαταλέγονται και οι μεταφράσεις· «Φυσική» Ιωάννου Φρειδερίκου Βουκέρερ». « Αριθμητική και Γεωμετρία» Βολφίου. «Εισαγωγή εις τα αριθμητικά ». « Αριθμητικά στοιχεία». «Στοιχεία Γεωμετρίας».
ιγ´ Ιώσηπος Μοισιόδαξ.
Γεννήθηκε μεταξύ των ετών 1725-1730 στο χωριό Τσερανβόδα Δοβρουτσάς της Βουλγαρίας. Χειροτονήθηκε Διάκονος και έλαβε το όνομα Ιώσηπος. Δάσκαλος και συγγραφεύς.
Στο φυλλάδιό του «Σημειώσεις Φυσιολογικές» ασχολείται με την ερμηνεία – από εμπειρική και ορθολογική σκοπιά– μετεωρολογικών φαινομένων, όπως εκείνων της παρατεταμένης ομίχλης και του επίμαχου για τον 18ο αιώνα ζητήματος των παλιρροιών.
ʼ λλες απόψεις του για την επιστήμη και την φυσική φιλοσοφία αναπτύσσει στο έργο του «Θεωρία της Γεωγραφίας», όπου τάσσεται υπέρ της ηλιοκεντρικής θεωρίας αναφέροντας επιχειρήματα προς στήριξί της.
Συνέγραψε και μία « Αριθμητική». Συνέταξε τα «Στοιχεία Μαθηματικών και Φυσικής». Μετέφρασε τμήμα των «Μαθηματικών Στοιχείων» του Tacquet (μέχρι και την Τριγωνομετρία) και των Μαθηματικών του Caille. Ανέκδοτο παραμένει το σύγγραμμά του «Επιτομή Αστρονομίας κατά τους Νεωτέρους».
ιδ´ Νικηφόρος Θεοτόκης.
Αρχιεπίσκοπος Σλαβινίου και Χερσώνος. Γεννήθηκε το 1730 στην Κέρκυρα. Έ λληνας κληρικός από τους διαπρεπέστερους της προεπαναστικής περιόδου με αξιοζήλευτη δασκαλική και συγγραφική δράσι.
Συνοπτικώς το συγγραφικό έργο του Θεοτόκη έχει ως ακολούθως · «Στοιχεία Φυσικής εκ νεωτέρων συνερανισθέντα». «Στοιχεία Μαθηματικά τόμοι τρεις». «Στοιχεία Γεωγραφίας».
Στα ανέκδοτα έργα του συμπεριλαμβάνονται· « Αριθμητική». «Περί ηλεκτρικής δυνάμεως». «Περί μετεώρου φυσικής». «Γεωγραφία συντομος». «Γεωμετρία».
ιε´ Κοσμάς Μπαλάνος.
Διαπρεπής κληρικός και δάσκαλος. Γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1731.
Εξεδόθη το σύγραμμά του « Έκθεσις συνοπτική Αριθμητικής, ʼλγεβρας και Χρονολογίας».
ιστ´ Ιωάννης Πέζαρος.
Ιερεύς, διδάσκαλος και οικονόμος της Μητροπόλεως Λαρίσης. Εγεννήθη στον Τυρναβο μεσούντος του ΙΗ´αιώνος.
Ο φημισμένος στην εποχή του Λαρισαίος ιερεύς και δάσκαλος δίδασκε στους μαθητές του άπασα την διδακτέα ύλη. Στην έκτη τάξι τα Μαθηματικά και την Φυσική.
ιζ´ Δωρόθεος ο Πρώιος.
Εθνομάρτυς που συγκαταλέγεται στους σπουδαιότερους λόγιους Ιεράρχες του ΙΘ´αιώνος. Μητροπολίτης Φιλαδελφείας και Αδριανουπόλεως. Γεννήθηκε στα μέσα του ΙΗ´αιώνος.
Εδίδαξε στη Σχολή της Χίου και διηύθυνε την νέα Σχολή του Γένους στην Κωνσταντινούπολι στην οποία εδίδαξε Φυσικά, Μαθηματικά και Γεωμετρία.
ιη´ Στέφανος Δούγκας.
Κληρικός που γεννήθηκε στο β´μισό του ΙΗ´αιώνος. Μετέβη στην Γερμανία όπου εσπούδασε φιλοσοφία και μαθηματικά στην Γοτίγγη, Ιένη και Χάλη.
Συνέγραψε το δίτομο έργο «Στοιχεία Αριθμητικής και ʼλγεβρας». Ανέκδοτα παραμένουν τα έργα του «Φυσική» και «Αισθητική».
ιθ´ Δανιήλ Φιλιππίδης.
Λόγιος ιερομόναχος και συγγραφεύς που θεωρείται μεταξύ των προδρόμων της νεοελληνικής αναγεννήσεως. Γεννήθηκε το 1758 στις Μηλιές του Πηλίου.
Έγραψε τις μελέτες· «Γεωγραφία νεωτερική». « Επιτομή Αστρονομίας».
Μεταφράσεις του έργου του Ιερωνύμου Χαλάνδ Αστρονομία. Μετέφρασε το έργο του Γασπάρεως.
κ´ Γρηγόριος Κωνσταντάς
Επιφανής λόγιος κληρικός. Γεννήθηκε στις Μηλιές του Πηλίου το 1758. Εφοίτησε στην Αθωνιάδα, στη Σχολή της Χιου, στην Μεγάλη του Γενους Σχολή στην Αυθεντική Σχολή του Βουκουρεστίου, όπου διδάχθηκε και τα νεωτερικά μαθήματα ήτοι Γεωγραφία του Θεοδότου και το επίτομο μαθηματικό του Σεγνέρου.
Στην Βιέννη δίδαξε μαζί με τον εξάδελφό του Δανιήλ Φιλιππίδη τον πρώτο τόμο της Γεωγραφίας στην καθομιλουμένη γλώσσα. Υπήρξε αναμφιβόλως μία από τις σπουδαιότερες πνευματικές και ηθικές φυσιογνωμίες της νεώτερης ιστορίας μας με δράσι πολυμερή, ευρεία και αποδοτική στο στάδιο των εθνικών αγώνων και της παιδείας, στους οποίους πρωταγωνίστησε με αξιοθαύμαστη επιμονή και ενεργητικότητα και με βαθειά πάντοτε επίγνωσι της αποστολής και του χρέους του.
Από κοινού με τον ʼ νθιμο Γαζή και τον Δανιήλ Φιλιππίδη, με τους οποίους ήταν συμπολίτες και στενότατοι συγγγενείς ( ήσαν πρωτοξάδελφοι) ανήλθαν στις υψηλότερες κορυφές της διανοήσεως και των πνευματικών κατακτήσεων και απέβησαν διεθνείς σχεδόν πνευματικές προσωπικότητες και ταυτοχρόνως φλογεροί και δημιουργικοί δάσκαλοι.
κα´ ʼ νθιμος Γαζής.
Κληρικός, δάσκαλος του Γένους από τους μεγαλωνύμους, που έδρασαν προεπαναστικώς και κατά την διάρκεια του αγώνος. Γεννήθηκε στις Μηλιές του Πηλίου το 1758.
Ο Γαζής διαπνεόταν από σφοδρό για την παιδεία έρωτα και πιστεύοντας, ότι η πνευματική ανάπτυξι των απανταχού Ελλήνων θα καταστούσε το Γένος ικανό να κατευθύνει την μοίρα του, επιδιώκει με την έκδοσι βιβλίων την πνευματική αναγέννησι των υποδούλων.
Εκδίδει το 1800 τον «ʼτλαντα» περιέχοντα καθολικούς γεωγραφικούς πίνακες της υδρογείου σφαίρας. Το 1801 εκδίδει τον «Πίνακα γεωγραφικόν της Ευρώπης». Το ίδιο έτος εκδίδει την Carte de la Gr èce με το πρόσθετο τίτλο «Πίναξ γεωγραφικός της Ελλάδος με τα παλαιά και τα νέα ονόματα ». Το 1802 εξέδωκε τον «Πίνακα Γεωγραφικόν της Ασίας», την «Σύνοψι των κωνικών τομών Γονίδωνος του Γρανδή» και την «Χημική Φιλοσοφία, του Φουρναρά». Το 1803 την «Επιτομή της Αστρονομίας» του Λαλάνδ και «Αναλυτική πραγματεία των κωνικών τομών» του Καϊλλέ. Το 1804 πλουτίζει με σημειώσεις και σχέδια την «Γεωγραφίαν» του Νικηφόρου Θεοτόκη. Επανεκδίδει το 1807 την «Γεωγραφίαν του Αθηνών Μελετίου».
κβ´ Βενιαμίν ο Λέσβιος.
Ιερομόναχος από τους επιφανέστερους λογίους και δασκάλους. Γεννήθηκε στο Πλωμάριο της Λέσβου το 1762.
Στα εκδοθέντα έργα του περιλαμβάνονται· α) «Στοιχεία Αριθμητικῆς» (Α´μέρος) β) «Γεωμετρία Ευκλείδου, στοιχεία εις δύο τόμους». Έγραψε Φυσική και ʼ λγεβρα.
Στην δεύτερη ενότητα ενέταξα τους κληρικούς που δίδαξαν ή διηύθυναν τις διάφορες ονομαστές Σχολές των δύο εκατονταετηρίδων (ΙΣΤ´και ΙΖ´) όπου εδιδάσκοντο τα «νεωτερικά μαθήματα»,
α´. Κύριλλος Λούκαρις, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1572)
β´. Σωφρόνιος Καλλονάς
γ´. Βικέντιος Δαμωδός (1676)
δ´. Κριτίας, οφφικίαλος διδάσκαλος της Μεγάλης Σχολής του Γένους και Μέγας Εκκλησιάρχης (1690)
ε´. Ιάκωβος ο Κύπριος, διάκονος και λόγιος (τέλη του ΙΖ´αιώνος)
στ´. Ιερόθεος Δενδρινός (1697)
ζ´. Σαμουὴλ ο Χαντζερής, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1700)
η´. Ιάκωβος ο Αναστασίου (ΙΗ´αιών), εκ των επιφανών διδασκάλων και ιεροκηρύκων
θ´. Νικόλαος Τζερτζούλης (1703)
ι´. Γεράσιμος ο Χαλεπίου (1712)
ια´. Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης (1713)
ιβ´. Μακάριος Καλογεράς (1713)
ιγ´. Καισάριος (Κωνσταντίνος) Δαπόντες (1714),
ιδ´. Δημήτριος Καταρτζής ή Φωτιάδης
Μέγας Λογοθέτης, σεβάσμιος πατριάρχης των λογίων (1720-1725)
ιε´. Αθανάσιος ο Πάριος (1722), ο « εν πάσιν πρωτεύων»
ιστ´. Κυπριανός, Πατριάρχης Αλεξανδρείας (1723) εκ Κύπρου
ιζ´. Μακάριος ο Νοταράς (1731), Μητροπολίτης Κορίνθου
ιη´. Δανιήλ Κεραμεύς (α´μισό του ΙΗ´αιώνος),
ιθ´. Αντώνιος Μαρτελάος (1754)
κ´. Νεόφυτος Δούκας, πολυγραφώτατος λόγιος (1760)
κα´. Επιφάνιος ή Στέφανος Δημητριάδης, λόγιος (1760)
κβ´. Γεράσιμος ο Γ´, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Κύπρος (1765)
κγ´. Ιγνάτιος, Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (Βουκουρεστίου) (1766)
κδ´. Νεόφυτος Βάμβας (1770)
κε´. Κωνσταντίνος Οικονόμος, ο εξ Οικονόμων (1780)
κστ´. Θεόφιλος Καΐρης (1784)
κζ´. Κοσμάς Φλαμιάτος (1786)
κη´. Κωνσταντίνος Τυπάλδος (1795), Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως
κθ´. Διονύσιος Επιφανιάδης (1802)
λ´. Ιγνάτιος Λαμπρόπουλος (1814)
λα´. Θεόκλητος Φαρμακίδης (1784)
λβ´. Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης (1835).
Στην τρίτη ενότητα ενέταξα τους φημισμένους λογίους αυτής της εποχής που είτε κατήγοντο από ιερατικούς προγόνους είτε είχαν διδασκάλους τους τους λογάδες του Γενους μας είτε δίδαξαν στους φημισμένες Σχολές του Γένους που λειτουργούσαν με ευθύνη της Εκκλησίας και εδιδάσκοντο οι νέες γνώσεις·
α´. Γεώργιος Κορέσσιος
β´. Γεράσιμος ο Βυζάντιος (ΙΗ´αιών)
γ´. Ιωάννης Δημητριάδης ή Σκλαβόπουλος (ΙΗ´αιών)
δ´. Ιωάννης Καρυοφύλλης (ΙΖ´αιών)
ε´. Βασίλειος Κουταληνός (β´μισό ΙΗ´αιώνος)
ζ´. Σέργιος Μακραίος (1734-1740)
η´. Αλέξανδρος Μαυροκαδράτος (1641-1711)
θ´. Νικόλαος Μαυροκορδάτος (1670-1730)
ι´. Αλέξανδρος ο εκ Τυρνάβου ή Τυρναβος (1711-1761)
ια´. Παναγιώτης Κοδρικάς (1750-55)
ιβ´. Αθανάσιος Ψαλίδας (1767)
ιγ´. Κωνσταντίνος Κούμας (1777)
ιδ´. Γεώργιος Γεννάδιος (1786)
ιε´. Ιακωβος ο Αργείος (...)
ιστ´. Σπυρίδων Ασάνης (...)
Δεν αγνοούμε, ότι όλοι αυτοί οι λογάδες που αναφέρθησαν ανήκαν σε διαφορετικές σχολές σκέψεως, ότι μερικοί λόγιοι συνεκρούσθηκαν μετά μεγάλης σφοδρότητος με τους ομοτίμους τους για τις ιδέες τους, ότι και άλλων οι ιδέες αποδοκιμάσθηκαν.
Το κοινό χαρακτηριστικό όλων είναι, ότι προώθησαν τις νέες επιστήμες και τις ενέταξαν στο εκπαιδευτικό σύστημα των υποδούλων Ελλήνων που δεν ήταν ενιαίο και με αναλυτικά προγράμματα, που ήταν αναγκαίο όμως να περιλαμβάνει και τις νέες γνώσεις.
Ευχαριστούμε την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας που αποδέχθηκε την εισήγησι της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπῆς Ευρωπαϊκών Θεμάτων και ενέκρινε την σύγκλησι της παρούσης Ημερίδος.
Ευχαριστούμε ιδιαιτέρως τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ. Ιερώνυμο για την παρουσία του στην Ημερίδα και τους λοιπούς Σεβασμιωτάτους Αρχιερεῖς που ευλογούν με την παρουσία τους τις εργασίες της.
Ευχαριστούμε τα μέλη της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Θεμάτων δια την συμβολήν τους εις την προετοιμασίαν της παρούσης Ημερίδος.
Ευχαριστούμε τους Εντιμολογιωτάτους Διευθυντές των Γραφείων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που προθύμως συνεργάζονται σε Προγράμματα κοινού ενδιαφέροντος και σκοπού με την Επιτροπήμας και κατ' ε πέκτασι με την Ιερά Συνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Ευχαριστούμε τους Εντιμωτάτους Προέδρους του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και του Πλανηταρίου Ευγενιδείου Ιδρύματος τους συνδιοργανωτές της Ημερίδος αυτής.
Ευχαριστούμε ιδιαιτέρως τους εισηγητές της Ημερίδος, που ανέλαβαν, παρά τον φόρτο των εργασιών τους, να παρουσιάσουν τις εισηγήσεις τους.
Ευχαριστούμε και όλους τους παρόντες που προσήλθαν στις εργασίες της Ημερίδος.
«Τω δε δυναμένω υπέρ πάντα ποιήσαι υπερεκπερισσού ων αιτούμεθα η νοούμεν, κατά την δύναμιν την ενεργουμένην εν ημίν, αυτώ η δόξα εν τη εκκλησία εν Χριστώ Ιησοῦεις πάσας τας γενεάς του αιώνος των αιώνων· αμήν » (Προς Εφεσίους γ´20-21).