Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

Το Παναρμόνιο του Κων/νου Ψάχου στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος

 

Η βυζαντινομουσικολογική ημερίδα: Το Παναρμόνιο του Κ. Α. Ψάχου οργανώνεται από το Τμήμα Μουσικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ με την ευκαιρία της επετείου των 25 ετών από την ίδρυσή του.
Ο Ψάχος, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα κατά το τέλος του 19ου αι. και πρωτοστάτησε στην προώθηση της μελέτης και διδασκαλίας της Βυζαντινής Μουσικής. Έχοντας εξασφαλίσει χρηματοδότηση, από την Εύα Πάλμερ–Σικελιανού και από σχετικό έρανο, παραγγέλνει μεταξύ 1922 και 1924 και επιβλέπει την κατασκευή τριών οργάνων, ενός μεγάλου σε τύπο “Orgel” και δύο μικρών σε τύπο «Αρμονίου», που κατασκευάζονται και παρουσιάζονται στο Oettingen της Γερμανίας. Από αυτά τα δύο Αρμόνια μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκαν σε εκδηλώσεις, κυρίως κατά τις «Δελφικές γιορτές». Σήμερα το μικρότερο έχει συντηρηθεί και βρίσκεται στο μουσείο του ΚΕΕΛ της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ το δεύτερο φυλάσσεται στην Εστία Νέας Σμύρνης και χρήζει συντήρησης.
psaxos3
Το μεγάλο Παναρμόνιο χρησιμοποιήθηκε το 1926 σε συναυλίες και παρουσιάσεις του έργου του Ψάχου στη Γερμανία. Παρόλο που είχε εξοφληθεί, έμεινε εκεί, καθώς οι τεχνικές δυσκολίες και τα έξοδα μεταφοράς του ήταν δυσβάστακτα. Είναι στην ουσία ένα εκκλησιαστικό Όργανο, ένα “Orgel”, όπως το ονομάζει σε ένα δημοσίευμά του ο ίδιος, και λειτουργεί με αυλούς. Η ιδιαιτερότητά του βρίσκεται στο ότι μπορεί να παίξει μια πλούσια σειρά από ασυγκέραστα διαστήματα, κατάλληλα να αποδώσουν την ελληνική λειτουργική μουσική της βυζαντινής περιόδου, της οποίας χαρακτηριστικό είναι η μεγάλη ποικιλία μικροδιαστημάτων.
Η λειτουργικότητά του στην πράξη και στη διδασκαλία αμφισβητήθηκε από την αρχή, ωστόσο δεν υπήρξε και κάποια εκτεταμένη περίοδος δοκιμής του, ώστε να προκύψει και κάποιος καλά εκπαιδευμένος στο χειρισμό του μουσικός. Είναι όμως αδιαμφισβήτητη η αξία του, τόσο ως ιστορικού κειμηλίου που συνδέεται με μεγάλες προσωπικότητες, όπως ο Κωνσταντίνος Ψάχος και η Εύα Πάλμερ–Σικελιανού, όσο και ως τεχνολογικού επιτεύγματος για χρήση στη Θεωρία και Πράξη της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής. Να σημειωθεί πως ο Ψάχος τιμήθηκε ως εφευρέτης για το σχεδιασμό και τη διευθέτηση στο πληκτρολόγιο των πολλών πλήκτρων που απαιτούνταν για την κάλυψη των 41 δικής του επιλογής διαστημάτων ανά οκτάβα.

Υπάρχει διάκριση μεταξύ εκκλησιαστικής και δημοτικής μουσικής;

 


Με αφορμή την ανάρτηση ενός ακούσματος στο facebouk και τη με σχετικό μάκρος συζήτηση που την ακολούθησε, παραθέτω στη συνέχεια μερικές  απόψεις μου πάνω στο όλο θέμα,  που αν και είναι  γραμμένες πριν από 15 χρόνια, θεωρώ ότι εξακολουθούν και σήμερα είναι εντελώς επίκαιρες. [1]
«Μη μέταιρε όρια, ά οι Πατέρες έθεντο» (Παροιμ.ΚΒ΄28). Τα όρια αυτά που σεβάστηκαν με ευλάβεια μέσα στους αιώνες όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί και ανανεωτές και καλλωπιστές της εκκλησιαστικής μουσικής Τέχνης και μας την παρέδωσαν ως έναν ανυπολόγιστης αξίας μουσικό θησαυρό,  οφείλουμε να διατηρήσουμε και να μην υπερβούμε εμείς οι σημερινοί, αλλά και οι μετά από εμάς, εάν θέλουμε να διατηρήσουμε γνήσιο και ανόθευτο, αυτό που μας δόθηκε ως ιερά και εθνική παρακαταθήκη  από τους πατέρες μας.
bizantini3
Η παραπάνω νουθεσία, παλιά όσο και η θρησκεία μας , πάντα επίκαιρη και χρήσιμη, είναι πάντως αρκετά δύσκολο να εφαρμοσθεί σε θέματα που αφορούν την εκκλησιαστική μας μουσική . Και τούτο, γιατί τα όρια αυτά, αρκετά δυσδιάκριτα, αφού η ίδια η μουσική ως τέχνη είναι αφηρημένη, είναι πολύ εύκολο και ελκυστικό θα έλεγα σε πολλές περιπτώσει να τα υπερβεί κανείς και να μεταπηδήσει σε χώρους που ελάχιστα ή καθόλου δεν θυμίζουν το σκοπό της ύπαρξης  και της λειτουργίας της μουσικής στον χώρο της λατρείας.
Πέραν αυτού, η υπόθεση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη εάν αναλογισθούμε ότι πλάϊ στην εκκλησιαστική μας μουσική συμπορεύεται και η κόρη της, η δημοτική μουσική, ή άλλη δηλαδή έκφραση  της ελληνικής μουσικής. Ακόμα θα έλεγα ότι δυσκολεύει επίσης και το ό,τι, παράλληλη πορεία με τη μουσική της εκκλησίας μας είχε και η λεγόμενη θύραθεν μουσική, δηλαδή η  κοσμική ουσιαστικά μουσική της καθ΄ ημάς Ανατολής, η οποία ως άλλη ετεροθαλής αδελφή της εκκλησιαστικής βυζαντινής μουσικής  την ακολούθησε κατά  πόδας από τα πολύ παλιά χρόνια και ιδιαίτερα  αυτά της Τουρκοκρατίας.
Είναι αποδεδειγμένο ιστορικά ότι το Έθνος μας λάτρεψε κατ’ εξοχήν τις Καλές λεγόμενες Τέχνες  και  τις καλλιέργησε με απαράμιλλη καλαισθησία, σε βαθμό που επέσυρε το θαυμασμό όλου του κόσμου. Από αυτές, η μουσική και η ποίηση κατέκτησαν την πρώτη βαθμίδα στις πνευματικές και καλλιτεχνικές ενασχολήσεις του ελληνικού λαού με τη διπλή πάντα και σαφή διάκριση τους ως προς τη λέξη, το μέτρο, το ρυθμό, το ήθος και το μέλος σε: κοσμική και θρησκευτική. Η διάκριση αυτή χαρακτηρίζει σαφώς μέχρι τις ημέρες μας τη μουσική  που το έθνος μας θεωρεί εντελώς δική του και τη γνωρίζει με την κοσμική της έκφραση – λέγε δημοτική – και  τη λατρευτική – λέγε βυζαντινή.
Η διάκριση μεταξύ κοσμικής και εκκλησιαστικής, παρά τις όποιες ομοιότητες, πρέπει να είναι εντελώς σαφής, όπως άλλωστε σαφείς και διακριτοί είναι οι ρόλοι της κάθε μιας. Για το λόγο αυτό απ’ αρχής διαχωρίσθηκαν οι κλάδοι της ίδιας μουσικής και αναπτύχθηκαν με διαφορετικό τρόπο και ανάλογα με τις λειτουργικές ανάγκες του σκοπού που υπηρετούσαν.

Πλάτων: η ηθική δύναμη της μουσικής Κωνσταντίνα Γογγάκη, Επ. Καθηγήτρια Παν/μίου Αθηνών

 


Goggaki-music-platon_UPΗ μουσική έχει μια διευρυμένη έννοια στον αρχαίο κόσμο, περιλαμβάνοντας συνήθως την ποίηση και την μελωδία. Μερικές φορές, ωστόσο, περιλαμβάνει όλα όσα αναφέρονται στις Μούσες, δηλαδή το σύνολο σχεδόν των τεχνών.20
Το τι είναι αρμονία, ρυθμός και μέτρο το γνωρίζει κανείς ήδη από τον Φίληβο.21 Στους Νόμους ρυθμός και αρμονία αποκαλείται η αίσθησις των εν ταις κινήσεσιν τάξεων.22 Η φύση, ως δημιούργημα θεϊκό, διαθέτει αρμονία και ρυθμό. Η φύση και η κίνηση των ουρανίων σωμάτων χαρακτηρίζονται από την αρμονία, και οι θεοί έβαλαν μέσα στον άνθρωπο τον ρυθμό.23 Ο Πλάτων στους Νόμους αναζητάει την κοινή καταγωγή και τις αρχές της γυμναστικής και της μουσικής, όπως επίσης και του χορού.
Ο ίδιος επιχειρεί να θεμελιώσει την χορεία και γενικότερα την τάση του ανθρώπου για ρυθμό και κίνηση στη φύση, στη φυσιολογία του ανθρώπου.24 Εφόσον η φύση προίκισε τον άνθρωπο με την κίνηση και τη φωνή, και οι θεοί χάρισαν – αποκλειστικά στον άνθρωπο – την αίσθηση του ρυθμού και της αρμονίας, επομένως το ένα είναι δώρο της φύσης και το άλλο δώρο των θεών, όπου θεοί στην περίπτωση αυτή είναι οι Μούσες και ο Απόλλων.25
Η επίδραση της Μουσικής στον άνθρωπο είναι πολύ ισχυρή, τόσο, που φθάνει μέχρι τα βάθη της ψυχής. Για το λόγο αυτό, και προκειμένου να ελέγχει τις διαθέσεις των πολιτών, ο άρχοντας της πολιτείας οφείλει να προσδιορίσει ο ίδιος το περιεχόμενο της μουσικής. Σύμφωνα με το πλατωνικό σύστημα μελωδίες που είναι πένθιμες ή μελαγχολικές, διαφθείρουν και προκαλούν γενικά τις αισθήσεις, και ως εκ τούτου δεν πρέπει να είναι ανεκτές. Αντιθέτως, οροθετούνται οι επιθυμητές μορφές των μελωδιών, που είναι: μελωδίες κατανικτικές, παρακλητικές, διδακτικές, πολεμικές  και  σεμνές,  αντίστοιχες  δηλαδή  με  τις  βασικές αρετές.26
Ο Πλάτων, πεπεισμένος για την ηθική δύναμη της μουσικής, αποδίδει  σ’  αυτήν  σημαντικό  ρόλο,  θεωρώντας  ότι  οι  θρηνώδεις μελωδίες  δεν  έχουν  θέση  στην  πολιτεία  των  φιλοσόφων.27  Καμία «χαλαρή» μελωδία δεν επιτρέπεται. Εγκεκριμένες αρμονίες είναι μόνο εκείνες που ταιριάζουν σε «πολεμικούς άνδρες», δηλαδή ο «δωρικός» και ο «φρύγιος». Επίσης, δεν επιτρέπεται η ελευθερία στη χρήση των μέτρων και των ποδών, αλλά επιτρέπονται μόνο εκείνοι που ταιριάζουν στον «κόσμιο και ανδρείο άνθρωπο». Εξάλλου, καθορίζει ακόμη και το είδος των μουσικών οργάνων. Τα πολύχορδα όργανα, λ.χ. ο αυλός, που μπορεί να  αποδώσει  κάθε  είδους  μελωδία,  απαγορεύονται.  Στην  πλατωνική πολιτεία παραμένουν μόνο ο Απόλλων με τη λύρα και την κιθάρα, και οι βοσκοί με ένα ακόμη όργανο, τη σύριγγα. Η τέχνη σ’ όλες της τις μορφές και ιδίως ως λόγος και ως μουσική, λειτουργεί ως καθαρτική για την ψυχή.28  Με τον καθορισμό των ρυθμών που επιτρέπονται η «κάθαρση» της πόλης φτάνει στο τέρμα της. Γενικά ο Πλάτων καταδικάζει την ποικιλία, είτε στη μουσική, είτε στη γυμναστική, είτε ακόμη και στη δίαιτα, και επικροτείται η απλότης: Η δε απλότης κατά μεν μουσικήν εν ψυχαίς σωφροσύνην <ενν. ενέτικτεν>, κατά δε γυμναστικήν υγίειαν.29
20 Πβ. Τ. Αρβανιτάκη, σελ.228.
21 Πλάτωνος, Φίληβος 17c-d.
22 Πλάτωνος, Νόμ. B 653e.
23 Αυτόθι, B 654a. Πβ. Τ. Αρβανιτάκη, ό.π., σελ. 225, 229.
24 Πλάτωνος, Νόμ. B 653d: κατά φύσιν. Πβ. Τ. Αρβανιτάκη, ό.π., σελ. 227.
25 Πλάτωνος, Νόμ. Β 654a. Πβ. Τ. Αρβανιτάκη, ό.π.
26 Πλάτωνος, Πολ. Γ 398d-399e.
27 Αυτόθι, Γ 398d.
28 Πλάτωνος, Νόμ. Β 659e, 665e-666c.
29 Πλάτωνος, Πολ. Γ 404e. Πβ. Τ. Αρβανιτάκη, ό.π., σελ. 271.

Μια εξηγητική σπουδή, με αφορμή την θ’ ωδή του Πάσχα (Ειρμολόγιο Μπαλασίου Ιερέως) Αχιλλέας Γ. Χαλδαιάκης, Αναπληρ. Καθηγητής Τμήματος Μουσικών Σπουδών Πανεπιστημίου Αθηνών

 


Μια εξηγητική σπουδή, με αφορμή την θ’ ωδή της ακολουθίας του Πάσχα, από τον κώδικα ΒΚΨ 53/201α-201 (του έτους 1743), όπου διασώζεται η παράδοση του μελοποιημένου από Μπαλάση τον ιερέα Ειρμολογίου:
xaldaiakis6
1) Η μελωδία δομείται με τους ακόλουθους, απλούς και σύνθετους, σχηματισμούς:
xaldaiakis7xaldaiakis3
xaldaiakis22

Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί και η ακόλουθη ενδιάμεση μελωδική ανάπτυξη ανιούσας διφωνίας, παραδιδόμενη κατά δύο εκδοχές:
  • με δύο ολίγα (για ισάριθμες συλλαβές του ποιητικού κειμένου)     xaldaiakis10
από τη λέξη κεχαριτωμένη· ο ίδιος και στις λέξεις νέα & τέρπου, αλλά και στις φράσεις νεκρούς εγείρας & και αγάλλου
ή
  • με ολίγον και κεντήματα (για μία μόνον συλλαβή του ποιητικού κειμένου)
από τη λέξη δόξα xaldaiakis11   2) Οι παραπάνω σχηματισμοί εξηγήθηκαν, αντίστοιχα, ως εξής: xaldaiakis15   xaldaiakis13 xaldaiakis14
xaldaiakis20
3) Μια πανοραμική θεώρηση της δομής της σύνθεσης, βασισμένης μάλιστα (στο πρώτο τμήμα της, εκείνο του μεγαλυναρίου) σε ελαφρώς παρηλλαγμένο του νυν εν χρήσει ποιητικού κειμένου, θα διαμορφωνόταν ως ακολούθως[1]:
  xaldaiakis21
4) Επιτάσσεται η τελική εξηγημένη εκδοχή (με κάποιες επιμέρους, ακαδημαϊκής & παιδαγωγικής προοπτικής, επισημειώσεις) της εν λόγω ωδής: 
[1] Με κόκκινα γράμματα επισημαίνονται οι προμνημονευθείσες ενδιάμεσες μελωδικές αναπτύξεις ανιούσας διφωνίας, ενώ με κίτρινη & πράσινη, αντίστοιχα, επισήμανση δεικνύονται μελωδιότυποι πανομοιότυποι. Αξίζει να υπογραμμισθεί ότι στο παραπάνω, βασισμένο στο ποιητικό κείμενο του παρόντος ειρμού, διάγραμμα, οι μόνες λέξεις που παραμένουν εκτός μουσικολογικής αξιολόγησης είναι οι με κυανή επισήμανση δεικνυόμενες, όλες τονισμένες απλά με ένα των τριών πρωτογενών σημαδίων, δηλαδή ίσον, ολίγον ή απόστροφο.
xaldaiakis1
Θερμές ευχαριστίες απευθύνονται στον συνάδελφο Νικόλαο Μπούρη,  για την ηλεκτρονική στοιχειοθεσία και τη μορφοποίηση των μουσικών κειμένων.
Αθήνα, Ιούνιος 2016

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΙ ΥΜΝΟΙ ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ-ΗΧΟΣ ΠΛΑΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΜΕΡΟΣ Δ'-ΨΑΛΛΕΙ Ο...


«Άξιον εστίν», ήχ. πλ. α΄ – Ιερομ. Παντελεήμων Κάρτσωνας

 



Ο μακαριστός Ιερομόναχος Παντελεήμων Κάρτσωνας (1936-1992) ψάλει το «Άξιον εστίν»  στη Σκήτη των Δανιηλαίων στην πανήγυρη των Αγιορειτών Πατέρων το έτος 1978. Πρόκειται για μια θαυμάσια ερμηνεία, πανηγυρική και μεγαλοπρεπής, ανάλογη των λαμπρών αγιορείτικων ακολουθιών και αντιπροσωπευτική της σύγχρονης αγιορειτικής ψαλτικής παραδόσεως.

Βυζαντινή Μουσική και Υμνολογία στη διδακτική πράξη Νίκος Ματθαίου, Θεολόγος – Μουσικολόγος

Εισήγηση στην επιμορφωτική συνάντηση των θεολόγων καθηγητών της Πτολεμαΐδας. Η συνάντηση οργανώθηκε από το Σχολικό Σύμβουλο και πραγματοποιήθηκε στο Μουσικό Σχολείο Πτολεμαΐδας την 11η  Νοεμβρίου 2015.
Κε Σύμβουλε, αγαπητές-οί Συνάδελφοι,
Είναι γνωστή η σημασία και αξία της Υμνολογίας όσο και της Βυζαντινής Μουσικής στην παράδοσή μας, στον τόπο μας και στην εκπαίδευση που υπηρετούμε. Στην σημερινή μας σύναξη αξίζει να δούμε τον τρόπο και το σύστημα που διδάσκονται αυτά τα δύο πνευματικά μεγέθη, ποια απήχηση έχουν στους μαθητές μας και με ποιες μεθόδους και δεδομένα  αξίζει να παρουσιάζονται στην τάξη.
byzmekp2Η Υμνογραφία και η Βυζαντινή Μουσική διδάσκονται κυρίως στις εξής διδακτικές ενότητες των σχολικών εγχειριδίων:α)Βιβλίο Γ΄ Γυμνασίου στην ενότητα 21 με τίτλο : «Εκκλησιαστική Τέχνη Β –Υμνολογία», και β)Βιβλίο Α΄ Λυκείου :Κεφάλαιο Γ΄, ενότητες 30 και 31 με τίτλους «Ο πλούτος της Εκκλησιαστικής ποίησης(Υμνογραφία)» και «Προβληματισμοί για τη λειτουργική γλώσσα και μουσική». Αρκετές αναφορές βέβαια στην υμνολογία της Εκκλησίας μας υπάρχουν και σε άλλες ενότητες των βιβλίων Γυμνασίου και Λυκείου. Στο βιβλίο Α΄Λυκείου:  Ενότητα 42 με τίτλο «Τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ» (στιχηρό ιδιόμελο του Εσπερινού των Χριστουγέννων), Ενότητα 43 με τίτλο: «Εγκώμιο στο Γενέσιον της Θεοτόκου»και στην Ενότητα 44 με τίτλο «Κύριε ,η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…» (Δοξαστικό του Όρθρου της Μ.Τετάρτης) κ.ά.
Μία πρώτη εκτίμηση για τις συγκεκριμένες ενότητες ύστερα από την επικοινωνία με τους συναδέλφους μου αυτά τα χρόνια είναι ότι: οι ενότητες αυτές και στις τρεις τάξεις βρίσκονται προς το τέλος των βιβλίων,  απαιτούν εξειδίκευση, χαρακτηρίζονται βαριές και δύσκολες  εξαιτίας των άγνωστων υμνολογικών λέξεων και μουσικών όρων όσο και ότι οι συγκεκριμένες ενότητες  πρέπει να διδάσκονται από τους εξειδικευμένους  μουσικούς-ψάλτες συναδέλφους.