Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Πατήρ Γερβάσιος Ραπτόπουλος, ο «Άγγελος των φυλακισμένων»

[istologio.org] Το ζωντανό ιστολόγιο


Posted: 12 Jun 2013 11:00 PM PDT

Αρχιμανδρίτης Γερβάσιος Ραπτόπουλος Ιεροκήρυκας εδώ και 36 χρόνια. Έχει επισκεφθεί φυλακές σε 90 χώρες. Έχει αποφυλακίσει 15.500 άπορους κρατουμένους, δίνοντας 4,4 εκατομμύρια ευρώ. Χρήματα που προήλθαν από προσφορές ανθρώπων που γνωρίζουν το έργο του…
Τον Οκτώβριο του 2012 προτάθηκε για το Νόμπελ Ειρήνης από τη Νορβηγική Ακαδημία. Δίκαια τον αποκαλούν «Άγγελο των φυλακισμένων».
Όταν ακούς τον πατέρα Γερβάσιο, δεν καταλαβαίνεις την ηλικία του. Είναι 83 ετών. Γεννήθηκε στον Αιμιλιανό Γρεβενών το 1931. Και όμως, όταν μιλάει για τους φυλακισμένους, για τους ανθρώπους που βοηθά να αποκτήσουν και πάλι την ελευθερία τους και να ακολουθήσουν το δρόμο του Θεού, νομίζεις ότι ξανανοιώνει.
Η χάρη του Θεού είναι αυτή που του δίνει τη δύναμη να ταξιδεύει από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη, εξηγεί, μιλώντας στο dogma.gr : «Έχω τέτοια όρεξη, τέτοια αγάπη, τέτοιο μεράκι, που αν μου πείτε τώρα να φύγω για την Ιρλανδία, να φύγω για την Αλάσκα, έφυγα αμέσως. Εάν μου πείτε για φυλακή έγινα πουλί και πέταξα».
Το έργο του ξεκίνησε στις 5 Μαρτίου του 1978, όταν υπηρετούσε στην Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Την Κυριακή των Αποκρεών. Είναι η Κυριακή που διαβάζεται στη Θεία Λειτουργία η Ευαγγελική περικοπή της κρίσεως : «εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με». Αυτή η φράση τον ενέπνευσε να ασχοληθεί με τους ανθρώπους, που για μικροαπάτες, κυρίως, βρίσκονται στη φυλακή και δεν έχουν τη δυνατότητα να εξαγοράσουν την ποινή τους.
Η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ανεπίσημα, τότε, ως «Ημέρα του Φυλακισμένου» και αργότερα ως «Διακονία Αποφυλακίσεως Απόρων Κρατουμένων».
Το όνομά του είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο. Η ζωή του είναι ένα συνεχές ταξίδι. Από τη μία φυλακή στην άλλη. Όσο μακρυά και αν είναι, εάν κάποιος άνθρωπος χρειαστεί τη βοήθειά του, θα πάει να τον βρει. Χωρίς να κοιτάξει χρώμα, φυλή ή θρησκεία.
Μπορεί να μην ξέρει τη γλώσσα τους μας είπε, ξέρει όμως να ακούει τη φωνή τους. Όπου και αν βρέθηκε, τον δέχθηκαν με σεβασμό και αγάπη. Κάποιοι τον κοιτούσαν με περιέργεια. Δεν είχαν ξαναδεί από κοντά χριστιανό ορθόδοξο κληρικό.
Όταν μάλιστα, σε μια φυλακή της Νέας Ζηλανδίας, τον υποδέχθηκαν ιθαγενείς Μαορί, εξεπλάγην, όταν τον χαιρέτησαν με τον παραδοσιακό τρόπο, ακουμπώντας τη μύτη τους στη δική του.
Έχει μάθει να σέβεται τους ανθρώπους, τις παραδόσεις τους, να ακούει τα προβλήματά τους, και όπως μπορεί να βοηθάει και να μεταφέρει το μήνυμα αγάπης του Ιησού.
Σε αυτούς που αναρωτιούνται, γιατί δίνει τόσα χρήματα σε αυτούς που έχουν φυλακισθεί και όχι σε ανθρώπους που τα έχουν ανάγκη και δεν έχουν υποπέσει σε κάποιο αδίκημα, απαντά ότι το έργο του είναι ιεραποστολικό. Δουλειά του είναι να είναι κοντά στους αμαρτωλούς, για να τους φέρει στον ίσιο δρόμο.
Όπως ο γιατρός, θα ασχοληθεί με τον ασθενή που είναι πιο βαριά άρρωστος, έτσι και αυτός ασχολείται με τους αμαρτωλούς που έχουν τη διάθεση να μετανοήσουν ειλικρινά.
Click here to view the embedded video.

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Η καλλιέργεια της καρδιάς Νοεμβρίου 11, 2008

Η καλλιέργεια της καρδιάς Νοεμβρίου 11, 2008

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , trackback
Καλλιέργεια καρδιάς
- Το φαίνεσθαι και το είναι του εαυτού μας
- Πως θα μαλακώσει η πέτρινη καρδιά μας
- Διχασμός λόγων και έργων
- Η καλλιέργεια της καρδιάς και ο σταυρός
- Πως να προσευχόμαστε στον Θεό
- Η ανάπηρη αγάπη και η ελευθερία του Θεού
- Η καθαρή εξομολόγηση
- Η σημασία της συγχώρεσης
- Η πρακτική Ορθόδοξη θεραπευτική των παθών
[coolplayer width="420" height="60" autoplay="0" loop="0" charset="UTF-8" download="1" mediatype=""]
π. Μωυσής Αγιορείτης – Η καλλιέργεια της καρδιάς
[/coolplayer]
Ομιλία του π. Μωυσή Αγιορείτη στην Χριστιανική Στέγη Πατρών στις 10 Νοεμβρίου 2008 στα πλαίσια των Πρωτοκλητείων 2008. Η φωτογραφία από τον Allis’ Dad.

Από την κοσμική ευτυχία βγαίνει το κοσμικό άγχος

Από την κοσμική ευτυχία βγαίνει το κοσμικό άγχος
Posted: 24 Apr 2013 04:15 AM PDT
The Sea is my Home
Όσο απομακρύνονται οι άνθρωποι από την φυσική ζωή, την απλή, και προχωρούν στην πολυτέλεια, τόσο αυξάνει και το ανθρώπινο άγχος. Και όσο απομακρύνονται από τον Θεό, επόμενο είναι να μη βρίσκουν πουθενά ανάπαυση. Γι’ αυτό γυρίζουν ανήσυχοι ακόμη και γύρω από το φεγγάρι -σαν το λουρί της μηχανής γύρω από την τρελλή ρόδα-, γιατί ολόκληρος ο πλανήτης μας δεν χωράει την πολλή τους ανησυχία.
Από την κοσμική καλοπέραση, από την κοσμική ευτυχία, βγαίνει το κοσμικό άγχος. Η εξωτερική μόρφωση με το άγχος οδηγεί καθημερινώς εκατοντάδες ανθρώπων (ακόμη και μικρά παιδιά με άγχος) στις ψυχαναλύσεις και στους ψυχιάτρους και κτίζει συνεχώς Ψυχιατρεία και μετεκπαιδεύει ψυχιάτρους, ενώ πολλοί ψυχίατροι ούτε Θεό πιστεύουν ούτε ψυχή παραδέχονται. Επομένως, πώς είναι δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι να βοηθήσουν ψυχές, αφού και οι ίδιοι είναι γεμάτοι από άγχος; Πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος να παρηγορηθή αληθινά, αν δεν πιστέψη στον Θεό και στην αληθινή ζωή, την μετά θάνατον, την αιώνια; Όταν συλλάβη ο άνθρωπος το βαθύτερο νόημα της ζωής της αληθινής, τότε φεύγει όλο το άγχος του και έρχεται η θεία παρηγοριά, και θεραπεύεται. Αν πήγαινε κανείς στο Ψυχιατρείο και διάβαζε στους ασθενείς τον Αββά Ισαάκ, θα γίνονταν καλά όσοι πιστεύουν στον Θεό, γιατί θα γνώριζαν το βαθύτερο νόημα της ζωής.
Πάνε να ηρεμήσουν οι άνθρωποι είτε με ηρεμιστικά είτε με θεωρίες γιόγκα, και την πραγματική ηρεμία, που έρχεται, όταν ταπεινωθή ο άνθρωπος, δεν την επιδιώκουν, για να έρθη η θεία παρηγοριά μέσα τους. Και οι διάφοροι τουρίστες, που έρχονται από ξένες χώρες και περπατούν στους δρόμους, μέσα στον ήλιο, στην ζέστη, μέσα στην σκόνη, μέσα σε τόση φασαρία, σκέψου πόσο υποφέρουν! Τι ζόρισμα, τι σφίξιμο εσωτερικό έχουν, ώστε το σκάσιμο αυτό το εξωτερικό το θεωρούν ανάσα! Πόσο τους διώχνει ο εαυτός τους, που θεωρούν ανάπαυση όλη αυτήν την ταλαιπωρία!
Όταν δούμε άνθρωπο με μεγάλο άγχος, στενοχώρια και λύπη, ενώ τα έχει όλα -τίποτε δεν του λείπει-, πρέπει να γνωρίζουμε ότι του λείπει ο Θεός. Τελικά, οι άνθρωποι βασανίζονται και από τον πλούτο, γιατί τα υλικά αγαθά δεν τους γεμίζουν, είναι διπλό βάσανο. Ξέρω ανθρώπους πλούσιους, που τα έχουν όλα, δεν έχουν και παιδιά και βασανίζονται. Βαριούνται που κοιμούνται, βαριούνται να περπατήσουν, βασανίζονται από όλα. “Εντάξει, αφού έχεις ελεύθερο χρόνο, λέω σε κάποιον, κάνε πνευματικά. Διάβασε μια Ώρα, διάβασε λίγο από το Ευαγγέλιο”. “Δεν μπορώ”, λέει. “Κάνε ένα καλό, πήγαινε σε κανένα νοσοκομείο και δες κανέναν άρρωστο”. “Πού να πάω ως εκεί, σου λέει, και τι θα βγη;” “Πήγαινε να βοηθήσης κανέναν φτωχό στην γειτονιά σου”. “Όχι, δεν μ’ ευχαριστεί, λέει, ούτε αυτό”. Να έχη ελεύθερο χρόνο, να έχη ένα σωρό σπίτια, να έχη όλα τα καλά, και να βασανίζεται! Ξέρετε πόσοι τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν; Και βασανίζονται, μέχρι να τους στρίψη το μυαλό. Φοβερό! Και αν τυχόν δεν δουλεύουν, αλλά μόνον από τις περιουσίες έχουν εισοδήματα, είναι οι πιο βασανισμένοι άνθρωποι. Ενώ, αν έχουν τουλάχιστον μια δουλειά, είναι καλύτερα.
Πηγή: Γέροντας Παΐσιος

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

επιστροφή μου στο Χριστιανισμό (Lin Yutang, Καθηγητής Παν/μίου)

επιστροφή μου στο Χριστιανισμό (Lin Yutang, Καθηγητής Παν/μίου)


Lin Yutang, Καθηγητής Παν/μίου

Πολύς κόσμος μ’ έχει ρωτήσει, γιατί, εγώ που διεκήρυσσα πως είμαι ειδωλολάτρης, ξαναγύρισα στον Χριστιανισμό.
Η εξήγηση δεν είναι απλή, γιατί η Θρησκεία είναι ένα αυστηρά προσωπικό ζήτημα. Ωστόσο, πολύς κόσμος, είμαι βέβαιος, έχει αντιμετωπίσει τις ίδιες δυσκολίες όπως κι εγώ, στην προσπάθειά του να βρει μια θρησκεία που να τον ικανοποιεί. Γιατί κανείς νουνεχής άνθρωπος δεν είναι ευτυχισμένος, όταν ζει μια ζωή παραμελημένη.

Επίμονα ζητεί παραμυθία σε μια ενοποιημένη πίστη —πέστε τη φιλοσοφία ή θρησκεία— που να του εξηγεί τα κίνητρά του, τις πράξεις του και τον προορισμό του.

Πάνω από 30 χρόνια η μόνη μου θρησκεία ήταν ο ανθρωπισμός: η πεποίθηση ότι ο άνθρωπος, καθοδηγούμενος από την λογική, ήταν αυτάρκης.

Ότι η πρόοδος, μόνο στη γνώση, θα έφερνε αυτόματα και έναν καλύτερο κόσμο. Όμως, αφού έγινα μάρτυρας της προόδου του υλισμού του 20ου αιώνα και των έργων των εθνών που ζούσαν χωρίς Θεό, είμαι πεπεισμένος πως ο ανθρωπισμός δεν είναι αρκετός —ότι ο άνθρωπος, γι’ αυτή την ίδια του την επιβίωση, έχει ανάγκη επαφής με μια Δύναμη μεγαλύτερη και έξω από τον εαυτό του. Και αυτός είναι ο λόγος που γύρισα πάλι στον Χριστιανισμό. Θέλω να ξανανοιώσω την γνώση εκείνη και την αγάπη του Θεού που με τόση καθαρότητα και απλότητα δίδαξε ο Ιησούς.

Για να εξηγήσω την θέση μου, νομίζω πως είναι αναγκαία λίγα λόγια για την καταγωγή μου. Είμαι Χριστιανός τρίτης γενιάς. Ο πατέρας μου ήταν εφημέριος σ’ ένα μακρινό χωριό, ψηλά πάνω στα βουνά, σε μια κοιλάδα που την έλεγαν Πόα – α, 60 μίλια από την νοτιοανατολική ακτή της Κίνας.

Την παιδική μου ηλικία την πέρασα θαυμάσια εκεί —κοντά στον Θεό και στο μεγαλείο του Θεού. Σ’ έναν κόσμο γεμάτο με την ομορφιά των νεφών στις οδοντωτές βουνοκορφές.

Στο γκριζογάλανο απαλό χρώμα που έπαιρναν τα βοσκοτόπια, με την δύση του ήλιου. Στον ήχο του κελαρύσματος του ρυακιού. Αναφέρω αυτά τα πράγματα γιατί οι αναμνήσεις αυτές έχουν μια στενή σχέση με την θρησκεία μου. Με κάνανε να μην αγαπώ όλα τα πράγματα που είναι τεχνητά και πολύπλοκα, κατασκευασμένα από τον άνθρωπο και μικρά.

Το δεύτερο πράγμα ήταν η οικογενειακή μου ζωή στην παιδική μου ηλικία. Το σπίτι μας, ήταν ένα σπίτι που θρήσκευε και ήταν γεμάτο με χριστιανική απλότητα και αγάπη. Και η ζήτηση για μάθηση ήταν απεριόριστη. Μπορεί να φαίνεται φανταστικό, σ’ ένα μακρινό χωριό, σε μια εποχή όπου η επίκληρη χήρα αυτοκράτειρα κυβερνούσε την Κίνα, το ότι ο πατέρας μου μού μιλούσε για το Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και της Οξφόρδης και μόνο με μισοαστεία μου φανέρωνε την ελπίδα του πως μπορεί να σπουδάσω εκεί κάποια μέρα. Είμαστε μια οικογένεια ονειροπόλων.

Όταν, πραγματικά, πήγα στο Κολλέγιο, στην Σαγκάη, στην αρχή σπούδαζα για να γίνω ιερέας —με την δική μου εκλογή. Έπειτα, με στενοχωρούσε ό,τι μου φαινόταν σαν θεολογική απάτη.

Στασιαστικός ενάντια στο δόγμα, παρ’ όλο που πίστευα ακόμη στον Θεό, εγκατέλειψα την ιερωσύνη και την εκκλησία.

Ο Emerson περιέγραψε σωστά την θέση μου όταν είπε πως δεν αποκτά κανείς την γνώση του Θεού με τους ψυχρούς τύπους αλλά « στο μονοπάτι του κήπου μπορεί » (by the garden path you may). Έτσι έμεινα έξω από την εκκλησία και βραδυπορούσα μέσα στον κήπο αναζητώντας ακόμη το σωστό μονοπάτι.

Κι άλλες δυνάμεις δούλευαν για να με μυήσουν προς την ειδωλολατρεία. Μετά το κολλέγιο, πήγα να διδάξω στο Τσίνγκ Χούα, κοντά στο Πεκίνο.

Όπως οι πιο πολλοί από τους αποφοίτους των ιεραποστολικών σχολείων, έτσι κι εγώ, είχα πολύ λίγη γνώση για τις Κινεζικές λαϊκές παραδόσεις.

Στην παιδική μου ηλικία είχα μάθει πως οι σάλπιγγες του Ιησού του Ναυή γκρέμισαν τα τείχη της Ιεριχώς.

Κανείς όμως δεν μου είχε πει πως τα δάκρυα της χήρας του Τσι Λιάνγκ έλυωσαν και ξεκαθάρισαν ένα τμήμα του Μεγάλου Τείχους της Κίνας. Αφού άρχισα να έρχομαι σε επαφή με τις δόξες του Πεκίνου και με μια αυθεντική Κινεζική κοινωνία, ντρεπόμουνα, για λογαριασμό μου, με την άγνοια που είχα και ρίχτηκα στη μελέτη της Κινεζικής φιλολογίας και Φιλοσοφίας.

Δυσανασχετούσα με την χριστιανική μου παιδεία και ό,τι είχε σχέση με αυτή.

Θυμάμαι πως η αποφασιστική αποκοπή μου έγινε όταν ένας από τους συναδέλφους μου, μου έκανε μια επίκληση που την στήριζε στο ιδανικό του Κομφουκίου για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου: «θα είμαστε καλοί άνθρωποι απλώς επειδή είμαστε ανθρώπινα όντα».

Ο Κομφουκισμός τονίζει την ευγένεια, αφοσίωση, εκτέλεση του καθήκοντος και τέλος, μια ταπεινή στάση προς την ζωή —πίστη στην νοημοσύνη και στην αυτοτελείωση του ανθρώπου με την παιδεία.

Οι δοξασίες αυτές —που έμοιαζαν με τον ανθρωπισμό που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη— έγιναν, τώρα, δικές μου.

Για πολλά χρόνια ήμουνα ικανοποιημένος με την πίστη αυτή στη δύναμη του λογικού του ανθρώπου να καλυτερέψει τον εαυτό του και να κάνει καλύτερο τον κόσμο. Έπειτα, κάτω από την επιφάνεια της ζωής μου μια ανησυχία άρχισε να υφέρπει που ήταν αποτέλεσμα της σκέψης και της εμπειρίας.

Είδα πως η αυξανόμενη πίστη του ανθρώπου στον εαυτό του, δεν φαινόταν να τον κάνει περισσότερο όμοιο με τον Θεό. Γινόταν περισσότερο έξυπνος, αλλ’ είχε όλο και λιγότερη από την νηφαλιότητα ενός που στεκόταν μπροστά στον Θεό. Η σύγχρονη ιστορία έχει δείξει, πόσο επικίνδυνα άγριος μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος, ακόμη κι όταν έχει προοδεύσει αρκετά από άποψη υλική και τεχνολογική.

Καθώς η πίστη μου στον ανθρωπισμό άρχισε, έτσι, να παρακμάζει, εγώ όλο και περισσότερο ρωτούσα τον εαυτό μου: «Υπάρχει μια θρησκεία που να ικανοποιεί τον σύγχρονο μορφωμένο άνθρωπο;»

Υπάρχουν κι άλλες θαυμάσιες ηθικές διδασκαλίες και θρησκευτικά συστήματα της Ανατολής. Ανάμεσα σ’ αυτά είναι ο Βουδισμός και ο Ταοϊσμός. Αλλά κι αυτά απέτυχαν στο να μου δώσουν τις απαντήσεις.

Ο Βουδισμός, μια θρησκεία της ευσπλαχνίας, βασίζεται στην φιλοσοφία ότι όλος αυτός ο αισθητός κόσμος είναι μόνο μια πλάνη. Η Βουδιστική εξήγηση για την ανθρώπινη ζωή είναι « ο οίκτος γι’ αύτη ». Και το στοιχείο της άλλης εγκοσμιότητας, του να στρέφει κανείς τα νώτα στον παρόντα κόσμο —ένα στοιχείο που είναι παρόν σε όλες τις θρησκείες του κόσμου— στον Βουδισμό γίνεται σχεδόν μια έμμονη ιδέα.

Ο Ταοϊσμός διδάσκει έναν απλό σεβασμό για ένα «άμορφο», «ακατονόμαστο», απατηλό αλλά πανταχού παρόν Τάο, που είναι ο Θεός, του οποίου οι νόμοι μυστηριωδώς και αναπόφευκτα κυβερνούν το σύμπαν. Η έμφασή του στην πραότητα και την ταπείνωση προσεγγίζουν την επί του Όρους Ομιλία.

Ο Λάο – Τσε, ο προφήτης του Ταοϊσμού, φθάνει σε μεγάλα όψη σαν διδάσκαλος. Αλλ’ η έκκληση: πίσω στη φύση, και: προσέχετε στη Πρόοδο, που είναι σύμφυτα στον Ταοϊσμό, με δυσκολία βοηθεί στη λύση των προβλημάτων του σύγχρονου ανθρώπου.

Θαρρώ πως όλο τούτο τον καιρό γύριζα, ασυναίσθητα, όλο και περισσότερο προς την Χριστιανική Θρησκεία της παιδικής μου ηλικίας. Ωστόσο, η δογματική προσέγγιση με δυσκόλευε, όπως έχει δυσκολέψει, πιστεύω, και πολλούς σύγχρονους ανθρώπους, ν’ ακούσουν την ενδόμυχη φωνή της πίστης. Όπου κι αν ταξιδεύαμε, εκείνα τα χρόνια, εγώ και η γυναίκα μου, αυτή πήγαινε πάντοτε στην εκκλησία.

Μερικές φορές την συνόδευα κι εγώ. Αλλά συνήθως, αποχωρούσα αποθαρρυμένος από την δεύτερης ποιότητας ομιλία, με την απόφαση να μην ξαναπάω.

Βρισκόμουνα, έτσι, στο σταυροδρόμι όταν, μια Κυριακή στην Νέα Υόρκη, η γυναίκα μου μ’ έπεισε να την συνοδέψω για μια ακόμη φορά στην εκκλησία. Αυτό ήταν το αποφασιστικό σημείο.

Η ομιλία ήταν πλούσια και ενδιαφέρουσα και σαν θέμα, δεν είχε σχέση με «θεολογική απάτη», αλλά με ένα απαραίτητο στοιχείο της χριστιανικής πίστης —στην περίπτωση αυτή, την αιώνια ζωή— και μ’ έναν τρόπο που είχε βαθειές σκέψεις και εμπνευσμένες.

Την μια Κυριακή μετά την άλλη ξαναπήγαινα στην εκκλησία αυτή και ήμουν ευτυχισμένος εκεί.

Σχεδόν, με τρόπο φυσικό, και χωρίς να το συζητήσουμε στο σπίτι, προσχώρησα και πάλι στην χριστιανική πίστη.

Τώρα μπορώ να κατανοώ, για μια φορά ακόμη, σαν όλα αυτά να είναι κάτι το καινούργιο σε μένα, την διδασκαλία του Ιησού που εμπνέει βαθύ σέβας, απλότητα και αγνότητα. Κανείς δεν μίλησε όπως ο Ιησούς.

Κανείς «υιός του ανθρώπου» δεν είπε με τέτοια ευσπλαχνία. «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», ή με τέτοια θεία ομορφιά : «Εφ’ όσ ο ν εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» — το «εμοί» στην περίπτωση αυτή σημαίνει τον Θεό την Ημέρα της Κρίσεως.

Τί αποκάλυψη και τί ασύγκριτη διδασκαλία! Μιλάει ο αληθινός Κύριος, λες στον εαυτό σου, και το δέχεσαι χωρίς έρευνα.

Ο Θεός δεν είναι πια άμορφος, αλλά γίνεται συγκεκριμένος και ορατός διά του Χριστού —δηλαδή θρησκεία πλήρης, αμιγής και σωστή, όχι υποθετική.

Δεν ξέρω καμιά άλλη θρησκεία που να μπορεί να δώσει αυτή την προσωπική επαφή του Θεού. Αυτή η εγκατάσταση μιας προσωπικής σχέσης με το Θεό, είναι το μοναδικό δώρο του Χριστιανισμού.

Πάντοτε προσπάθησαν οι άνθρωποι να εναποθέσουν την δική τους ευπιστία και μορφή σε απλές αλήθειες. Εκείνος όμως που θα έφθανε στο να κατανοήσει την ασύγκριτη ομορφιά και δύναμη της διδασκαλίας του Χριστού, πρέπει συχνά να παλέψει ενάντια στα δόγματα που τείνουν να τις επισκιάσουν.

Υποθέτω πως το βάρος της θρησκευτικής μάθησης που συσσωρεύθηκε τώρα, αμιλλάται με τον νόμο και τους προφήτες των ημερών του Ιησού. Ο Ιησούς, όμως, ο Ίδιος, ήταν Εκείνος που τον απλούστεψε για χάρη μας, και έφθασε στην ουσία, όταν μας δίδαξε να αγαπάμε τον Θεό, και να αγαπάμε τον πλησίον μας και έπειτα πρόσθεσε: «εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται ».

Δεν ρωτάω πια: «υπάρχει μια θρησκεία που να ικανοποιεί τον σύγχρονο μορφωμένο άνθρωπο;». Η αναζήτησή μου τελείωσε. Ξαναγύρισα εκεί που ανήκα.

Απόδοση: Νίκου Ι. Σέρβη («Χριστιανικό Συμπόσιον. Γ΄»,σ.182-184, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Κολλάρου και Σία Α.Ε.)

romfea.gr

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:FacebookTwitter

Ορθοδοξία και σοφία

Ορθοδοξία και σοφία


Αρχιμανδρίτης  Εφραίμ Βατοπαιδινός, Καθηγούμεν​ος Ι. Μ. Μ. Βατοπαιδίο​υ
[...] Η σοφία έχει άμεση σχέση με την δικαιοσύνη, και είναι δίκαιο ο άνθρωπος, ως δημιούργημα, να ακολουθεί έναν τρόπο ζωής, ο οποίος να είναι πλήρης αγάπης προς κάθε συνάνθρωπο, προς όλη την κτίση, επειδή «ο Θεός αγάπη εστίν» (Α΄ Ιω. 4,8) και ο άνθρωπος εξομοιώνεται με τον Θεό, όταν φθάσει την ακρότατη των αρετών, που είναι η αγάπη. Και σ’ αυτό κατ’ ούσίαν…προτρέπει ο Θεός εμάς, τα παιδιά Του, με την εντολή Του να αγαπούμε ο ένας τον άλλο. Αυτό όμως που καταστρατηγεί την δικαιοσύνη, την σοφία και την αγάπη είναι η πονηρία, που προέρχεται από την υπερήφανη επιθυμία του ανθρώπου να ξεχωρίσει, ως άτομο, από τους συνανθρώπους του.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργείται από τον πονηρό άνθρωπο η κακία. Η κακία δεν είναι σοφία ή εξυπνάδα, όπως θεωρείται σήμερα, αλλά ανοησία.
Η σοφία είναι ιδιότητα του Θείου. Εξάλλου με αυτήν ο Θεός δημιούργησε όλη την κτίση. Ακόμη και αυτήν την στιγμή με σοφία, δύναμη και αγάπη διατηρεί ο Θεός τον κόσμο.
Η κακία δεν είναι δημιούργημα του Θεού. Όλοι οι φυσικοί νόμοι δείχνουν πως με απερίγραπτη ακρίβεια συνεργάζονται, για να υπάρχει στην γη μας η ζωή. Αν ο Θεός ήταν δημιουργός της κακίας, τότε η κακία του θα ήταν ταυτόχρονα παντοδύναμη και τα αποτελέσματα αυτής της κακίας θα ήταν εμφανή, με το να καταστρέφει ό,τι δημιουργεί, και αυτή του η κακία να είναι η χαρά και η ηδονή του. Όμως αντίθετα εμείς διαπιστώνουμε ότι όλοι οι φυσικοί νόμοι που έχουν τεθεί, λειτουργούν «λίαν καλώς», και μόνον οι τεχνικές παρεμβάσεις του ανθρώπου, εξαιτίας της ασοφίας του, καταστρέφουν την φύση προς τιμωρία του.
Ο άνθρωπος, ως εικόνα του Θεού, είναι το μόνο δημιούργημα, που έχει την δυνατότητα να κατανοεί τους φυσικούς νόμους, που διέπουν την κτίση, διά της λογικής και της σοφίας. Μπορεί να καθορίζει τις σχέσεις του με την κτίση και το φυσικό περιβάλλον, διότι από τον ίδιο τον Δημιουργό του δόθηκε η εντολή να εξουσιάζει πάνω σε όλα τα κτίσματα της αισθητής δημιουργίας.
Η ανυπέρβλητη σοφία, με την οποία δημιουργήθηκε το σύμπαν, με τους μοναδικούς φυσικούς νόμους που το διέπουν, προκαλεί εκστατική διάθεση δοξολογίας προς το Θείον, όχι μόνον στους απλοϊκούς πιστούς, αλλά και στους ίδιους τους επιστήμονες που το μελετούν, όπως τον Αϊνστάιν, ο οποίος, μετά την εκπληκτική ανακάλυψη του νόμου της μετατροπής της ύλης σε ενέργεια, αναφώνησε: «είναι αδύνατον να μην υπάρχει Θεός». Την μεγαλύτερη σοφία -αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την ανθρωποπρεπή αυτή έκφραση για το Θεΐον- χρησιμοποίησε ο Θεός στην κατασκευή του ανθρώπου. Ενώ για όλη την κτίση χρησιμοποίησε μόνο τον λόγο, αφού όπως λέει η Γραφή, «είπε και εγεννήθησαν, ενετείλατο και εκτίσθησαν» (Ψαλ. 32,9), για τον άνθρωπο μόνο έδειξε από την αρχή την ιδιαίτερη αγάπη και ευαισθησία Του. Μαζί με τα υπόλοιπα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είπε: «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν» (Γεν. 1,26), Οπότε μετά την δημιουργία του ανθρώπου και τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος εσκίρτησαν από πνευματική ευχαρίστηση, όταν είδαν το δημιούργημα να είναι ένα αντίτυπο του Προτύπου, ένας μικρός θεός. Απ’ όλη την δημιουργία μόνος ο άνθρωπος μπορεί αυτόβουλα, εκούσια να εννοήσει, να θαυμάσει, να δοξολογήσει, να ευχαριστήσει την παντοδύναμη Σοφία του Θεού και να γίνει μέτοχος και κοινωνός των θείων δωρεών της ακτίστου Χάριτός Του.
Στα ανθρώπινα δεδομένα η σοφία εκφράζεται σε διαφόρους τομείς, όπως στον σχεδιασμό, στην επιτυχία προγραμμάτων με συγκεκριμένους στόχους και στο διορατικό βάθος του χειρισμού των διαφόρων υποθέσεων. Τα προηγούμενα βρίσκονται σε οριζόντιο επίπεδο και θα έλεγε κανείς γήινο.
Είναι όμως και ένας άλλος τομέας, όπου η σοφία χρειάζεται πολύ περισσότερο, ο τομέας των ιδιαιτέρων σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Οι σχέσεις αυτές μεταξύ των ανθρώπων ξεκινούν από την γη και έχουν μία κάθετη προοπτική, η οποία ανάλογα με το χειρισμό ή οδηγεί τους ανθρώπους πολύ υψηλά ως τους υπερβατικούς αόρατους πνευματικούς χώρους ενώσεως με το Θειο ή πολύ χαμηλά στον ατομισμό, στην μόνωση, στην πνευματική αίσθηση του άγχους που είναι πρόγευση της κολάσεως.
Η σοφία του Θεού έχει ήδη εκφραστεί μέσα στο γενικό σχέδιο της δημιουργίας του κόσμου με υπερφυή και πολλές φορές ακατάληπτο τρόπο. Έχει τοποθετήσει τους στόχους της Δημιουργίας, που είναι η παραγωγή, ή αν θέλετε η δημιουργία «τεχνητών θεών». Η σοφία Του εκφράστηκε διά της αγάπης σε μία ασύγκριτη κατασκευή, την κατασκευή του ανθρώπου,
Υπερφυής και ακατάληπτος είναι ο τρόπος της δημιουργίας του σύμπαντος. Σε πολλά πράγματα η ανθρώπινη επιστήμη και ο πειραματισμός δίνει απαντήσεις, όμως αυτό δεν απασχολεί τον Δημιουργό Θεό.
Για τον Κύριο, ο λόγος της δημιουργίας, δηλαδή η σκοπιμότητά της, είναι σαφώς η δημιουργία θεών, ως έκφραση της υπερφυσικής Του αγαθότητας, που τον αναγκάζει, κατά κάποιο τρόπο, να εξέλθει από τον εαυτό Του και να επιθυμεί να μεταδώσει από τις απερίγραπτες αρετές και ιδιότητές Του στους ανθρώπους, που έχουν την δυνατότητα, αλλά και επιθυμούν να του μοιάσουν στον χαρακτήρα.
Σε αυτό το σημείο, ο ίδιος ο Θεός συνέλαβε ένα υπερφυές σχέδιο, που είναι και θα παραμείνει ακατανόητο στους αιώνες, θα δημιουργεί πάντοτε έκπληξη και θαυμασμό σε όσους εννοούν μεν το σχέδιο, το γεγονός και την αγαθότητα που το προήγαγε, αδυνατούν όμως να εννοήσουν τον τρόπο ή το πώς υλοποιήθηκε.
Ο Θεός Λόγος σχεδίασε και πραγματοποίησε την ενανθρώπησή Του με υπερφυή και μυστηριώδη τρόπο για την λογική του ανθρώπου. Εμφανίστηκε ανάμεσά μας ως άνθρωπος  -πρότυπο για μίμηση-,  οδηγός για τις σχέσεις που οδηγούν στην ανάβαση, ενυπόστατο φως αθανασίας για τους θνητούς, ζωντανή αλήθεια, όπου μπορεί να καθρεφτίζεται κάθε ανθρώπινο πρόσωπο και να βλέπει πόσο προσεγγίζει τον σκοπό της δημιουργίας του και της υπάρξεώς του ή πόσο απέχει από αυτόν. Η αλήθεια πλέον για κάθε έναν άνθρωπο δεν είναι ιδέα ή έννοια, δεν είναι αυτόβουλος προοπτική, που την χαράζει κανείς όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται, αλλά είναι πρόσωπο, το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Εξάλλου ο Κύριος είναι ο μόνος που τόλμησε να πει «εγώ ειμί η αλήθεια»(Ιω. 14, 6)[...]
(Αρχιμ. Εφραίμ Βατοπαιδινού, Καθηγουμένου Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου, «Αθωνική Παρουσία», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 20, σ. 276-281, -αποσπάσματα-.)
Πηγή:

Μαξίμου του Ομολογητού: Γιατί ο Θεός επιτρέπει την εξουσία ανθρώπου επί άνθρωπο

Μαξίμου του Ομολογητού: Γιατί ο Θεός επιτρέπει την εξουσία ανθρώπου επί άνθρωπο


Μαξίμου του Ομολογητού
Στην παρακάτω επιστολή που απευθύνει ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής προς τον κουβικουλάριο Ιωάννη, εξηγεί θεολογικά το γιατί ο Θεός επιτρέπει την εξουσία ανθρώπου επί άνθρωπο.
Παρατίθεται εδώ επειδή αποτελεί την ορθόδοξη οπτική του θέματος και δίνει την ορθόδοξη απάντηση στις θεωρίες  του Wyclif για το dominium, που εξετάστηκαν αλλού.
Να σημειωθεί ότι ο λόγος του αγίου Μαξίμου είναι θεολογικός και σε καμιά περίπτωση δεν εισάγει πολιτική θεωρία.
Ι’. ΠΡΟΣ ΙΩΑΝΝΗΝ ΚΟΥΒΙΚΟΥΛΑΡΙΟΝ[i]
Επειδή μου παραγγείλατε να σας γράψω τον λόγο για τον οποίο ο Θεός έκρινε δίκαιο ν’ αποφασίσει να ορίσει οι άνθρωποι να εξουσιάζονται από άλλους ανθρώπους, ενώ όλοι έχουν την ίδια φύση, και αποδεικνύει αυτή όλους, όσοι τη μετέχουν σύμφωνα με το απλό νόημά της, ομότιμους, θα πω σύμφωνα με τη δύναμή μου, χωρίς να κρύψω τίποτε, όσα έμαθα από σοφούς και μακαρίους άνδρες, περικόπτοντας για συντομία τα πολλά, όσα είναι ενδεχόμενο να λεχθούν για το θέμα. Λόγος αληθινός, όπως λένε, υπαγορεύει μυστικά, ότι ο άνθρωπος, που του έλαχε κατά χάρη του Δημιουργού του Θεού, η κυριαρχία όλου του ορατού κόσμου, εξαιτίας της κακής χρήσης των έμφυτων δυνάμεων της νοερής ουσίας που έχει, τρέποντας τις κινήσεις του προς τα παρά φύση, εισήγαγε για τον εαυτό του και όλον αυτόν τον κόσμο την αλλοίωση και τη φθορά σύμφωνα με τη δίκαιη κρίση του Θεού, για να μην φυλαχθεί αθάνατη για πάντα στις κινήσεις του η δύναμη της ψυχής, πράγμα βέβαια που είναι όχι μόνο το έσχατο σκαλί της κακίας και η ολοφάνερη έκπτωση της αληθινής οντότητας του ίδιου του ανθρώπου, αλλά και σαφής άρνηση της θείας αγαθότητας.
Γι’ αυτό και ο πολύμοχθος και πολυστένακτος αυτός βίος των ανθρώπων με τον πολύ παραλογισμό και την πολλή αταξία της ύλης που είναι η τροφός του, που φέρει και φέρεται πότε έτσι και πότε αλλιώς, και για να μιλήσω ακριβέστερα, φέρνοντας μαζί του στην κάθε φορά του όλους τους ανθρώπους, τους κάνει όλους μετόχους των ίδιων των δεινών του, και δεν αφήνει κανέναν απολύτως ελεύθερο από την ταραχή του. Και αυτό το πράγμα διατυπώθηκε σύμφωνα με τον τρόπο που πρέπει στη σοφία του Θεού, ώστε μαθαίνοντας κάποτε, έστω και αργά, τον παρόντα βίο, που τον ποθούμε και τον αγαπούμε παράλογα, με τις κατά περίπτωση ταλαιπωρίες που μας προκαλεί, και πόσο μας βλάπτει η φιλία προς αυτόν, να κατανοήσομε ότι πολύ πιο χρήσιμος από την αγάπη προς αυτόν είναι ο χωρισμός μας από αυτόν, και να κατακυρώσομε δίκαια το μίσος μας εναντίον του, και, αφού ξεφύγομε από την ανάμιξη και την ταραχή των ορατών, να μεταθέσομε με σωφροσύνη τόν πόθο μας στην ακλόνητη ταυτότητα των νοητών.
Αλλά επειδή με όλα τα κτυπήματα και τα μύρια δεινά που υποφέρομε, δεν ανεχόμαστε να διαλύσομε το δεσμό φιλίας μαζί του, διατύπωσε προνοητικά ο Θεός, σαν σοφός και αγαθός, το νόμο της βασιλείας για τους ανθρώπους, αναστέλλοντας έτσι από πολύ ενωρίς τη πολλή λύσσα της κακίας που είχε προβλεφθεί ότι θα συνέβαινε στη ζωή εξαιτίας της άνεσης, για να μη γίνουν οι άνθρωποι, σύμφωνα με το νόμο των ψαριών της θάλασσας, τροφή ο ένας του άλλου, αφού δεν θα υπήρχε κανένας επικεφαλής να εμποδίζει την άδικη επίθεση του δυνατότερου εναντίον του ασθενέστερου. Γι’ αυτό ίσχυσε για κάποιο διάστημα, όπως ήταν φυσικό, αναγκαστικά στο γένος των ανθρώπων η βασιλεία, λαμβάνοντας από τον Θεό σοφία κι εξουσία, και επιτράπηκε να χωριστεί η ισότιμη φύση σε άρχουσα και αρχόμενη, ώστε με τη μία να δέχεται όσους πείθονται νόμιμα στους θεσμούς της φύσης, και με την άλλη να τιμωρεί δίκαια όσους από αυθάδεια δεν θέλουν να υπακούσουν σ’ αυτούς, και βάσει αυτού χαρίζει τη δικαιοσύνη σε όλους ως επιβράβευση του πόθου και του φόβου, με την οποία εξαφανίζεται η ανωμαλία και η διαφορά της γνώμης του καθενός και αναδεικνύεται περίλαμπρα γαλήνια και ήμερη η ισότητα της φύσης όλων. Αυτό δεν θα γινόταν ποτέ, αν ο φόβος δεν τιμωρούσε την αλόγιστη ορμή των πολλών προς την αταξία και δεν οδηγούσε με την βία προς την ημερότητα των φρονίμων. Γιατί αυτό που ο λόγος έχει να πείθει τους φρονίμους να τον αποδέχονται θέλοντας, αυτό ο φόβος συνήθως αναγκάζει τους ανόητους να το υπομένουν μη θέλοντας.
Γι’ αυτή την αιτία εγώ διδάχθηκα ότι έχει επιτραπεί να εισέλθει στο βίο των ανθρώπων ο θεσμός της βασιλείας και δέχομαι την εξήγηση ως αληθινή και δάσκαλο της αιτίας. Αν όμως είναι κι άλλος λόγος αίτιος της κατά τη θεία Γραφή, αυτόν μπορούν να τον αντιληφθούν όσοι έχουν καθαρή διάνοια. Όμως κι αυτός που ανέφερα δεν απάδει εντελώς στο σκοπό της θείας Γραφής. Γιατί κι εκείνη, σ’ ανθρώπους που αρνούνται τη βασιλεία του Θεού, διηγείται ότι ο Θεός επιτρέπει να έχουν βασιλιάδες έστω κι από αυτούς τους ίδιιους, μη τυχόν η αταξία της αναρχίας προκαλέσει πολυαρχία και εξαιτίας της δημιουργηθεί στάση καταστρεπτική σ’ ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, μη έχοντας εμπιστευθεί σε κανέναν από αυτούς με απόφασή του την επιμέλειά τους, και έτσι με το λόγο οδηγεί στην ημερότητα όσους πείθονται στο λόγο, ενώ με τον φόβο της δύναμης τιμωρεί όσους μηχανεύονται την πονηρία και καταστρέφουν το έμφυτο αγαθό της γνώσης μέσα τους μ’ ελεύθερη γνώμη τους και με τους παρά φύση τρόπους τους.
Όποιος λοιπόν από τους βασιλείς ενδιαφέρθηκε να φυλάξει μ’ αυτόν τον τρόπο το νόμο της βασιλείας, αποδείχθηκε πάνω στη γη αληθινά δεύτερος θεός, επειδή έγινε πιστότατος υπηρέτης του θείου θελήματος, και δεχόμενος ως βασιλιά του τον Θεό, του έλαχε δίκαια ο κλήρος να γίνει βασιλιάς των ανθρώπων. Όποιος όμως απέκρουσε αυτόν τον θεσμό, και αποφάσισε οπωσδήποτε να είναι βασιλιάς για χάρη του εαυτού του και όχι για χάρη του Θεού, είναι φυσικό να κάνει τα αντίθετα από αυτούς˙ ν’ απομακρύνει δηλαδή με βία τυραννική από κοντά του τους αγαθούς και να τους θέτει μακριά από κάθε βουλή και αρχή, και να προσπαθεί να τραβήξει με δύναμη κοντά του τους πονηρούς και να τους κάνει κύριους όλης της εξουσίας του, πράγμα που είναι το τελευταίο βάραθρο απώλειας και εκείνων που εξουσιάζουν και εκείνων που εξουσιάζονται. Σ’ εμάς όμως είθε να δώσει ο Θεός να είναι αυτός βασιλιάς μας με τη θέλησή μας, με την εκπλήρωση των ζωοποιών του εντολών, και να τιμούμε επάξια όσους βασιλεύουν στη γη με το θέλημά του, επειδή είναι φύλακες των θείων διαταγμάτων του.
(Μετ. Ιγνάτιο Σακαλής, Μαξίμου του Ομολογητού Επιστολές, στην Σειρά Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, των εκδόσεων ΕΠΕ, τομ. 15Β σσ. 139-143)
[i]  Κουβικουλάριος (cibicularius) ήταν ο θαλαμηπόλος ή κοιτωνίτης. Αυτός ήταν ευνούχος αυλικός και είχε ως προϊσταμένη αρχή τον Πριμικήριον του Ιερού Κουβουκλ(ε)ίου. Ο Πριμικήριος υπαγόταν στον Πραιπόσιτο του Ιερού Κουβουκλ(ε)ίου (Praepositus Sacri Cubiculi), αξίωμα που αντικατέστησε το παλαιότερο ρωμαϊκό «a cubiculo» (επί του κοιτώνος). Η αντικατάσταση έγινε τον Δ’ α. και ενώ αρχικά ο Πραιπόσιτος ήταν κατώτατο οφφίκιο υπαγόμενο στον Castrensis Sacri Palatii, στην συνέχεια ανέβηκε ιεραρχικά και ο Πραιπόοσιτος γίνεται ο ισχυρότερος άνδρας της αυλής. Την εποχή του αγίου Μαξίμου η δύναμη του Πραιποσίτου έχει ατονήσει και έχει αντικατασταθεί από τον Πριμικήριο, αξίωμα το οποίο περί τον Η’ αι. εξελίσσεται σε αυτό του Παρακοιμώμενου. Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι η κλάση των κουβικουλάριων ήταν πολλά υποσχόμενη για πολιτική σταδιοδρομία. (Κ. Πλακογιαννάκης, Τιμητικοί τίτλοι και ενεργά αξιώματα στο Βυζάντιο, Θεσ/νικη 2001, σ. 65-67).

Άνθρωπος Φιλόσοφος

Άνθρωπος Φιλόσοφος


Νίκων Κουτσίδης (Αρχιμανδρίτης)
Το 1989, γιορτάσθηκαν τα εκατό χρόνια από την γέννηση του γερμανού φιλοσόφου Μάρτιν Χάϊντεγγερ. Προς τιμή του οργανώθηκε ένα συνέδριο. Σ  αὐτό διακεκριμένοι επιστήμονες έκαναν εισηγήσεις, με τις οποίες αποκάλυψαν: την σχέση του Χάϊντεγγερ με το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας! Κατέθεσαν μάλιστα, ότι κατέδωσε συναδέλφους του· και ότι εξ αιτίας του πολλοί άνθρωποι κατέληξαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Και επεσήμαναν ότι ο Χάϊντεγγερ ποτέ δεν ζήτησε συγγνώμη για τα χιτλερικά του φρονήματα. Και για τις απάνθρωπες ενέργειές του.
Μετά από τον καταιγισμό αυτό τέτοιων αποκαλύψεων, και ενώ όλοι ήσαν βαθειά προβληματισμένοι, σηκώθηκε ένας μαθητής και διάδοχος του Χάϊντεγγερ και είπε:
‐Προς τι όλες αυτές οι ιστορικές εξηγήσεις; Ο Χάϊντεγγερ ήταν ο μέγιστος των φιλοσόφων! Τι πια και αν ήταν τιποτένιος σαν άνθρωπος(!!)
* * *
Γενναία και τολμηρή ήταν η γνώμη του «μαθητή»! Εύκολα την είπε. Αλλά δύσκολα θα βρεθή, όχι φιλόσοφος αλλά άνθρωπος, πρόθυμος να δεχθή την τοποθέτηση αυτή. Μέσα μας ξεπροβάλλει το ερώτημα: Μα επιτρέπεται άνθρωπος με τόσα προσόντα να συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο; Είναι τελικά άνθρωπος, ο άνθρωπος που έχει χώρια τον νου από την καρδιά του; Γίνεται μόρφωση χωρίς καλωσύνη, χωρίς αλήθεια, χωρίς ανθρωπιά; Μήπως, όσοι κάτι τέτοια τα δέχονται έχουν χάσει τελείως την ανθρωπιά; Και χωρίς ανθρωπιά, τι τάχα φιλόσοφος είναι; Καρικατούρα φιλοσόφου!
Άριστο παράδειγμα υπήρξε: ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
-Ήταν Μέγιστος φιλόσοφος, αφού διέθετε καταπληκτική ευφυΐα και απέραντη παιδεία και μόρφωση. Συγχρόνως, και αυτό είναι ασυγκρίτως σπουδαιότερο,
-Ήταν Μέγιστος άνθρωπος, αφού ήταν πρότυπο χριστιανικής αγάπης, καλωσύνης και θυσίας νικώντας τις αδυναμίες του, και αφού γέμιζε την καρδιά του με ταπείνωση και κατανόηση.
Φιλόσοφος, λέγει ο Ιωάννης ένας άνθρωπος δεν γίνεται με τον στοχασμό και με την συμμετοχή του σε συνέδρια! Φιλόσοφος γίνεται με την προσευχή και με τη νηστεία. Με την εκούσια‐θεληματική άσκηση και κακοπάθεια. Αν υπήρχε άλλος δρόμος πιο άνετος και ελαφρύς, θα μας τον είχε υποδείξει ο Χριστός!
Ακόμη, ο άγιος Ιωάννης μας λέει ότι αληθινή σοφία για τον άνθρωπο είναι η ελευθερία από τα πάθη, η καθαρότητα από αμαρτίες.
Αληθινός λοιπόν «φιλόσοφος» είναι ο άνθρωπος που αγωνίζεται να τηρεί το θέλημα του Χριστού.
Αυτή είναι η αληθινή φιλοσοφία.
Γι  αὐτό στην γλώσσα των αγίων, στην δική τους ορολογία, φιλόσοφοι είναι εκείνοι που τηρούν το θέλημα του Θεού.
 
Πηγή: agiazoni.gr