Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

Το εκκλησιαστικό άσμα κατά τους Τρείς Ιεράρχες Αρχιμανδρίτης Νεκτάριος Πάρης, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Η γιορτή των Τριών Ιεραρχών καθιερώθηκε τον 11ο αιώνα με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Ευχαΐτων Ιωάννη Μαυρόποδα, ως γιορτή των Γραμμάτων τού Χριστιανικού Ελληνισμού, διότι οι τιμώμενοι ιεράρχες, ως Έλληνες και φορείς της ελληνικής παιδείας, συνέζευξαν ελληνικότητα και χριστιανικότητα κατά τρόπο αυθεντικό και καθοριστικό  προσδιορίζοντας από τα πρώτα ήδη βήματα της αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης ή Ρωμανίας, την μακραίωνη πνευματική της πορεία.
Την παράδοση αυτή του εορτασμού, που συνεχίσθηκε στους μετέπειτα αιώνες, παρέλαβε πρώτη στα νεότερα χρόνια η Ιόνιος Ακαδημία το 1826, και μετά το Πανεπιστήμιο Αθηνών από το ακαδημαϊκό έτος 1842-43, μαζί με όλα τα εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας μας.
Η ανάθεση από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, που είναι γνωστό για την προοδευτικότητά του, της πανηγυρικής ομιλίας αυτή τη χρονιά στον ομιλούντα δείχνει ταυτόχρονα τον σεβασμό τόσο προς την παράδοση των Τριών Ιεραρχών όσο και προς την διπλή ιδιότητα, που κατά τρόπο αυθεντικό ενσάρκωναν εκείνοι.
Ως θέμα μας επιλέξαμε τις απόψεις των τιμωμένων προσώπων για την μουσική, και ειδικότερα για την εκκλησιαστική, αφού οι Τρεις ‘Ιεράρχες,ο Βασίλειος ο Μέγας,  ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ανήκουν στους Πατέρες πού συνετέλεσαν καθοριστικά στην διαμόρφωση των απόψεων της Εκκλησίας για το καινόν άσμα, όπως αποκαλείται το εκκλησιαστικό άσμα από συγγραφείς των πρώτων μετά Χριστόν αιώνων.

Η μουσική είναι η τέχνη και η επιστήμη των ήχων. Είναι εκείνη που καταδύεται στην ανθρώπινη ψυχή και την επηρεάζει βαθύτατα, επιδρά άμεσα στις ανθρώπινες αισθήσεις, μεταδίδει αλλά και παράγει αισθήματα και νοήματα[1]. Ή Παλαιά Διαθήκη αποδέχεται τις δυνατότητες  παραδίδοντάς μας το γεγονός της δια της μουσικής θεραπείας τού Σαούλ από τον ψαλμωδό Δαυίδ[2]. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούν ότι, προκειμένου να ασκηθεί η ψυχή στην αρετή είναι απαραίτητο να συνδυαστούν τα στοιχεία τής αρμονίας και του ρυθμού, τα όποια βρίσκονται κυρίως στη μουσική[3]. Στο θέμα μάλιστα της μουσικής της αναφερόμενης στα θεία, δίνουν σημασία και στο ήθος των μουσικών πού εκτελούσαν την μουσική αυτή. Η μελωδία, το αποτέλεσμα δηλαδή τού συνδυασμού αρμονίας και ρυθμού, μπορεί να επηρεάσει την ψυχική κατάσταση τού ανθρώπου είτε θετικά είτε αρνητικά.
Η δύναμη και η παιδαγωγική αξία της μουσικής αναγνωρίζεται από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα. Έτσι ολόκληρες πραγματείες γράφτηκαν και γράφονται περί μουσικής, ενώ πλήθος έμμεσων αναφορών σ’ αυτήν συναντούμε σε πολλά συγγράμματα.

Μια σπάνια έκδοση για το Ζακυνθινό Ύφος

 


Ιερά Υμνωδία κατά το Ζακύνθιον Ύφος (γ΄ τόμος)
Το κεφάλαιο της (φωνητικής) εκκλησιαστικής μουσικής στη Ζάκυνθο, παρά την διαγνωσμένη σημαντικότητά του δεν ευτύχισε μέχρι σήμερα σε μια πλήρη απογραφή. Κατά καιρούς βέβαια, φιλότιμοι μελετητές διαπιστώνοντας την ύπαρξη της ανάγκης, επιχείρησαν την ιστορική του αξιοποίηση, είτε απογράφοντας διάσπαρτες πληροφορίες και ερασιτεχνικές αναλύσεις ιερωμένων και ιεροψαλτών, είτε μεταγράφοντας στη σύγχρονη ευρωπαϊκή σημειογραφία ψαλτικά κείμενα βυζαντινής γραφής ή προφορικής τοπικής παράδοσης.
zakinthos2
Ιερωμένοι όπως ο Παχώμιος Ρουσάνος, ο Νικόλαος Στουπάθης, ο Παναγιώτης Γκριτζάνης, ο Βασίλειος Πομόνης, ο Σπυρίδων Μούσουρας αλλά και άλλοι κοσμικοί, όπως ο Ιωάννης Καπανδρίτης και ο Σπυρίδων Καψάσκης για παράδειγμα, ως “κατά τόπον”, “καθ’ ύλην” και “κατά λειτουργίαν” αρμόδιοι , δεν παρέλειψαν να επενδύσουν “ύμνοις” την ευλάβεια τους προς το “Θείον” και την ευαισθησία της ψυχής τους προς το τοπικό εκκλησιαστικόν μέλος, χωρίς ωστόσο να καλύπτεται το κενό.
Το θέμα έχει επαναθιγεί κι άλλες φορές από πολλούς, συμπεριλαμβανομένου και του υπογράφοντος, σήμερα ωστόσο μού δίνεται η ευκαιρία να το επαναφέρω, έχοντας μπροστά μου ένα ωραιότατο σχετικό βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε.
Πρόκειται ακριβώς για μιαν επανέκδοση του Γ΄ και μόνου τόμου (δεν εκδόθηκαν ποτέ οι δύο προηγούμενοι) του βιβλίου “Ιερά Υμνωδία κατά το Ζακύνθιον ΄Υφος”, του ονομαστού ζακυνθινού ιερέα Βασιλείου Αντων. Πομόνη και περιλαμβάνει 50 υμνωδίες της Θείας Λειτουργίας (Δοξολογία, Τυπικά, Αντίφωνα, Τρισάγια, Χερουβικά και διάφορα άλλα μελίσματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας), κατά το ζακυνθινό εκκλησιαστικό μέλος και σε φθόγγους της βυζαντινής σημειογραφίας. Η πρώτη έκδοση είχε γίνει το 1930.

Προτάσεις για μία διεπιστημονική προσέγγιση της παρ’ημίν μουσικολογίας (3ο μέρος)Προτάσεις για μία διεπιστημονική προσέγγιση της παρ’ημίν μουσικολογίας (3ο μέρος)

 

  1. Η ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ TOY MICHEL FOUCAULT ΚΑΙ ΜΙΑ
ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΗΓΗ
Ο Michel Foucault, στο βιβλίο του με τίτλο Η Αρχαιολογία της Γνώσεως και ο Λόγος περί Γλώσσας (The Archaeology of Knowledge and a Discourse on Language)[18], ένα βιβλίο εισαχθέν στην βιβλιογραφία και γενικότερα στον κλάδο της μουσικολογίας από τον Gary Tomlinson σε ένα έργο του το οποίο έχει ως πρώτο θέμα την μελέτη της ιστοριογραφίας (Music in Renaissance Magic: Towards a Historiography of Others)[19], έχει κυρίως ασχοληθεί με τις έννοιες της ιστορίας και του λόγου. Ας μου επιτραπεί η υπόθεση ότι υπάρχει ένας κοινός τόπος για το νόημα του όρου ιστορία (αν και υπάρχουν πολλές έννοιες της ιστορίας, κάποιες παρατέθηκαν στην 16η υποσημείωση του παρόντος).
Εν σχέσει με τον λόγο, αφ’ ετέρου, μία από τις πρωταρχικές στιγμές λόγου στην επιστήμη είναι η πηγή. Διότι η πηγή προσλαμβάνεται στην επιστήμη ώστε να διαμορφωθεί τεκμηριωμένος λόγος περί του αντικειμένου. Στην Αρχαιολογία του Foucault, ο λόγος, συνεπώς και η πηγή, θεωρούνται σε ένα πρώτο επίπεδο εσωτερικά, ως άλλα αρχαία μνημεία τα οποία τα βγάζουμε από την θέση τους και τα τοποθετούμε σε έναν μουσειακό χώρο για αποκλειστική και εξειδικευμένη μελέτη τους, αποκομμένα από τα διάφορα ιστορικά περιβάλλοντα στα οποία βρίσκονταν και βρίσκονται, ως μνημεία τοποθετημένα πλέον στο εξειδικευμένο περιβάλλον και στην εξειδικευμένη πραγματικότητα της έρευνας. Το σκεπτικό και τις συνέπειες αυτής της αλλαγής περιβάλλοντος για την πηγή και τον λόγο μεταφράζω από την τρέχουσα πηγή, την Αρχαιολογία της Γνώσεως:[20]
Η Αρχαιολογία προσπαθεί να ορίσει όχι τις σκέψεις, αναπαραστάσεις, εικόνες, θέματα, προκαταλήψεις που αποκρύπτονται ή αποκαλύπτονται στον λόγο, αλλά αυτόν τον λόγο τον ίδιο […].
Το επιστημονικά ενδιαφέρον ζήτημα στην μελέτη της πηγής σύμφωνα με την αρχαιολογία του Foucault είναι, όχι τόσο η ενασχόληση με τους τρόπους με τους οποίους ο δημιουργός της πηγής έδρασε ώστε να την δημιουργήσει, αλλά η ενασχόληση με την πηγή ως ένα αντικείμενο του παρόντος, το παρόν της έρευνας. Στο κάλεσμα μίας πηγής να τεκμηριώσει ένα έργο έρευνας, η πηγή γίνεται το αντικείμενο του παρόντος της έρευνας, ένα μνημείο, τοποθετημένο στην πραγματικότητα της έρευνας και έτοιμο να μελετηθεί από τα επιστημονικά της εργαλεία. Αν και δημιουργηθείσα στο παρελθόν από κάποιον και για κάποιους λόγους, είναι το περιεχόμενο της πηγής που είναι παρόν και ερευνητό, το περιεχόμενο το οποίο η τρέχουσα έρευνα μπορεί να εντοπίσει και να σπουδάσει στην πηγή.

Βυζαντινή μελουργία. Από τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους ως τη μεγάλη μεταρρύθμιση του 19ου αιώναΒυζαντινή μελουργία. Από τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους ως τη μεγάλη μεταρρύθμιση του 19ου αιώνα

 


melourgia5Το έτος 1336 -κατά το οποίο παραδίδεται ο περισπούδαστος κώδικας 2458 της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος- αποτελεί αναμφίβολα ορόσημο σημαντικότατο για την γνώση και ακολουθία των υπερχιλίων μελουργών της ψαλτικής τέχνης. Ο κώδικας τούτος, που εγκαινιάζει την επωνυμία στην τέχνη, μνημονεύει τους κυριότερους μελουργούς της εποχής που εκπροσωπεί (ΙΔ΄ αι.).
Απ’ αυτούς ξεχώρισαν σαφώς με ευρύτατη ανθολόγηση της μελουργικής της δραστηριότητας στη χειρόγραφη παράδοση της Ψαλτικής, «η περίφημη τριανδρία» του πρώτου μισού του ΙΔ΄ αιώνος, όπως εύστοχα χαρακτηρίσθηκαν, με πρεσβύτερο τον Νικηφόρο Ηθικό και νεώτερους τον Γλυκύ Ιωάννη και «τους διαδόχους αυτού και φοιτητάς» Ξένο Κορώνη και τον «χαριτώνυμο» Ιωάννη Κουκουζέλη.
Οι βυζαντινοί δημιουργοί
meloyrgia5
Οι Βυζαντινοί μελουργοί Ιωάννης Δαμασκηνός και Ιωάννης ο Κουκουζέλης και οι μεταβυζαντινοι Μπαλάσιος ιερέας και Γερμανός επίσκοπος Νέων Πατρών (Μικρογραφία σε «Ανθολογίατης Παπαδικής». Χειρόγραφο Μεγίστης Λαύρας αρ. Θ178, έτους 1815)
Η μουσική παρακαταθήκη των μεγάλων μελουργών του ΙΔ΄ αιώνος, που κυρίως αφορούσε στη διαμόρφωση της λεγομένης καλοφωνίας ή στη μελική επένδυση γενικότερα των ψαλμών του Δαυίδ (που συνιστούν και το σταθερό ρεπερτόριο του εκκλησιαστικού νυχθημέρου, οροθετώντας ταυτόχρονα το παπαδικό γένος μελών της ψαλτικής), δημιούργησε απαράμιλλα φωνητικά μνημεία, ανυπέρβλητου κάλλους και μελουργικήςδεινότητος. Η τάση αυτή συνεχίστηκε ευδοκίμως και κατά τόν ΙΕ΄ αιώνα, κυρίως από τόν Λαμπαδάριο Ιωάννη Κλαδά -μελουργό που κατ΄εξοχήν εξύμνησε τη Θεοτόκο (αξεπέραστη παραμένει η μελοποίηση των οίκων του ακαθίστου Ύμνου που φιλοπόνησε) -και τους περι αυτόν μελουργούς, Ιωάννη Λάσκαρη τον Σηρπαγάνο, Μανουήλ Αργυρόπουλο, Μανουήλ Βλατηρό, Μανουήλ Γαζή κ.α. Απο τα μέσα περίπου του ιδίου αιώνος και ενετεύθεν καταλυτική είναι η παρουσία του θαυμαστού Μανουήλ Λούκα του Χρυσάφη, «λαμπαδαρίου του ευαγούς βασιλικού κλήρου», με μελουργικό έργο καίριο και πολυδιάστατο, και των συγχρόνων του μελουργών Γρηγορίου Μπούνη του Αλυάτου, Γερασίμου ιερομονάχου του Χαλκεοπούλου (μαθητού του Χρυσάφη), Μάρκου μητροπολίτου Κορίνθου του Ξανθοπούλου, Ιωάννου ιερέως του Πλουσιαδηγού κ.ά.
Η πρώτη μεταβυζαντινή άνθηση
melourgia4
Οι μελουργοί Παναγιώτης ο νέος Χρυσάφης και Πέτρος Μπερεκέτης, από τους κυριοτέρους εκπροσώπους της αναγέννησης του 17ου αι. Ο Πέτρος Πελοποννήσιος και ο Μανουήλ Χρυσάφης, μεγάλοι μελουργοί του 19ου & 15ου αι. αντίστοιχα. (Μικρογραφία σε «Ανθολογία της Παπαδικής». Χειρόγραφο Μεγίστης Λαύρας, αρ. Θ178, έτους 1815)Η πρώτη μεταβυζαντινή άνθηση
Κατά τον ΙΣΤ΄ αιώνα, το πεδίο δράσης μετατίθεται απο του τουρκοκρατούμενο καθ΄ αυτό ελληνικό χώρο – που αρκείται στη συντήρηση της διαμορφωμένης παραδόσεως – στα περιφερειακά κέντρα, απ’ όπου προέρχονται πλέον οι πρωτ΄΄οτυπες μελικές δημιουργίες με επιτόπιο βεβαίως μουσικό ύφος. την περίοδο αυτή (ΙΣΤ΄ – ΙΖ΄αι.) αυδοκιμούν κυρίως Κρήτες μουσικοί – με εξάρχοντες τους Αντώνιο και Βενέδικτο Επισκοποπούλους, Κοσμά Βαράνη, Δημήτριο Νταμία, Ιγνάτιο Φριέλο κ.ά. αλλά καί Κύπριοι μελουργοί – όπως ο Ιωάννης και Θωμάς Κορδοκοτοί, Κωνσταντίνος Φλαγγής και ο περιώνυμος Ιερώνυμος Τραγωδιστής. Δεν αποτελεί περίπτωση αμελητέα η ανάπτυξη της Ψαλτικής στη Σερβία και Μολδαβία, με κυριοτέρους εκπροσώπους τους, περί τη «Μονή Πούτνης» ακμάζοντας, Ευστάθιο μοναχό, Αντώνιο ιερομόναχο και το διάκονο Μακάριο. Παράλληλα, προς το τέλος του ΙΣΤ΄ αιώνος, η έντεχνη προσωπική δημιουργία αναβιώνει στην Κωνσταντινούπολη, έπειτα απο μακρύ διάστημα συντηρητισμού και στασιμότητας, και αναδεικνύει εξέχουσες μουσικές φυσιογνωμίες, που θέτουν τα θεμέλια για τη διαμόρφωση νέων ειδών μελοποιίας και τη γενικότερη αναγέννηση της Ψαλτικής. Ο Πατριάρχης Θεοφάνης ο Καρύκης, για παράδειγμα, ψηφίζεται για το «τονισθέν άμα και καλλωπισθέν» ειρμολόγιόν του, το οποίο εν συνεχεία μελίζεται και απο το «νέο Κουκουζέλη» Ιωάσαφ, ο Μελχισεδέκ επίσκοπος Ραιδεστού για την πρώτη μελοποιημένη δοξολογία, ο Γεώργιος Ρεδαιστηνός για τη νέα παράδοση του μέλους του Στιχηραρίου και ο λεγόμενος Αρσένιος ο μικρός ως «πρόδρομος» των καλοφωνικών ειρμών. Πολλοί ακόμη σπουδαίοι μελουργοί της εποχής εκόμισαν ένα είδος καινοτομίας στην υφισταμένη μουσική δημιουργία.
melourgia2
Ο μελουργός Πέτρος Μπερεκέτη, από τους κυριότερους εκπροσώπους της αναγέννησης του 17ου αι., συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση του Καλοφωνικού Ειρμολογίου. (Μικρογραφία στο χειρόγραφο αρ. 302 της Μονής Ξηροποτάμου, 18ου αι.

Το μεγάλο «ξέσπασμα», η αναγέννηση της βυζαντινής μελοποιίας συντελείται στο δεύτερο μισό του ΙΖ΄ αιώνος, με τη δεύτερη τώρα μεγάλη τετρανδρία των μελουργών Παναγιώτου του νέου, Χρυσάφη και πρωτοψάλτου, Γερμανού επισκόπου Νέων Πατρών, Μπαλασίου ιερέως και νομοφύλακος και Πέτρου Μπερεκέτη του μελωδού. Η μελοποίηση τόσο του Στιχηραρίου όσο του του Αναστασιματαρίου απο τον Παναγιώτη Χρυσάφη παραμένει μοναδική, ενώ πάλι το «ασματομελιρυτόφθογγον Στιχηραρομούσιον» του Γερμανού Νέων Πατρών, αποτελεί μουσική σύνθεση αξεπέραστη με καλλιτεχνική αξία διαχρονική. Μη εξαιρετέος επίσης ο καλλωπισμός του παλαιού ειρμολογίου απο το λογιώτατο νομοφύλακα Μπαλάσιο – ο οποίος με τη σπουδαιότατη εξήγηση του «εξ Αθηνών» νεκρωσίμου τρισαγίου στα 1670 εγκαινίζει τις «εξηγητικές ανησυχίες»για απλούστευση της γραφής και μας εισάγει στη «μεταβατική εξηγητική περίοδο» εξελίξεως της σημειογραφίας. Ο χαλκέντερος «πατήρ των καλοφωνικών ειρμών» Πέτρος Μπερεκέτης συμβάλλει στη διαμόρφωση του Καλοφωνικού ειρμολογίου. Κοντά σ’ αυτούς πλειάδα αξιολογώτατων μουσικών συντελούν στη θαυμαστή άνθηση και ακμή της τέχνης ως τις αρχές του ΙΗ΄ αιώνος.

Η γόνιμη «στασιμότητα»
Στο μεσοδιάστημα του αιώνος τούτου, η παρατηρούμενη πρόσκαιρη στασιμότητα μεταφράζεται μάλλον ως αναμονή και προετοιμασία για την τελευταία μεγάλη αναλαμπή της τέχνης που ξεσπά στα τέλη του ΙΗ΄ και εκτείνεται ως τις αρχές του ΙΘ΄ αιώνος. Ο Παναγιώτης Πρωτοψάλτης ο Χαλάτζογλου – για νά αναφερθούν οι κυριότεροι εκπρόσωποι αυτών των χρόνων (1720 – 1770)- και ο Κύριλλος Μαρμαρηνός πρώην επίσκοπος Τήνου, εκπονούν σπουδαίες θεωρητικές συγγραφές, ο εμβριθής πρωτοψάλτης Δανιήλ αναπτύσσει αξιοθαύμαστο συνθετικό έργο και ευδοκιμεί «εν τους συμμίκτοις μαθήμασι» και ο μαθητής του Ιωάννης ο Τραπεζούντιος – αναντίρρητα η μορφή που δεσπόζει της περιόδου αυτής- επιδίδεται με ζήλο στη σύνθεση και την αντιγραφή μουσικών κωδίκων, και το σπουδαιότερο, μεταχειρίζεται «πρόπον του γράφειν, όστις είναι διάφορος του παλαιού και κλίνει το εξηγηματικόν», ο οποίος «εστάθη η ρίζα του εξηγηματικού τρόπου ον μεταχειρίσθη ο μαθητής αυτού Πέτρος». Τούτη η τελευταία παρατήρηση του Χρυσάνθου σκιαγραφεί το βασικότερο μέλημα των μελουργών που ευδοκιμούν κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια (1770 -1820): τη δημιουργία νέου αναλυτικότερου γραφικού συστήματος, προσιτού στο πλήθος των φιλομούσων.
melourgia1
Η κοίμηση του Αγίου Δημητρίου. Μπροστά στο σκήνωμα του αγίου, πρωτοψάλτες με επίσημη ενδυμασία. (Φορητή εικόνα των μέσων του 16ου αιώνος, Βενετία, Ελληνικό Ινστιτούτο).


Η μεγάλη μεταρρύθμιση
Την αδήριτη αυτήν ανάγκη – με παράλληλη μέριμνα για δημιουργία μελών «συντομοτέρων», «ευσυνόπτων» ή καί «χύμα ψαλλομένων» κατά πώς απαιτούσαν τα νέα λατρευτικά ήθη – υπηρέτησαν πιστοί οι μεγαλοφυείς μουσικοί της εποχής.
melourgia6
Οι μελουργοί Πέτρος Βυζάντιος ο φυγάς, Δανιήλ ο Λαμπαδάριος, Ιωάννης ο Τραπεζούντιος και Ιάκωβος ο Πρωτοψάλτης.

Οι «δύο Πέτροι» ο Πελοποννήσιος και λαμπαδάριος και ο Βυζάντιος ο Πρωτοψάλτης με τη δημιουργία του αργού και συντόμου Αναστασιματαρίου και Ειρμολογίου, ο Πελοποννήσιος πρωτοψάλτης Ιάκωβος με το ανεπανάληπτο «στίλβωτρο των ιεροψαλτών» αργό Δοξαστάριο του, ο κωδικογράφος Απόστολος Κώνστας ο Χίος με το λαμπρό εξηγητικό έργο του και άλλοι οδηγούν ουσιαστικά, ως «ευεργεσία του έθνους «χαρακταρισθείσα, μουσική μεταρύθμιση του 1814 και την επιβολή της «Νέας μεθόδου αναλυτικής σημειογραφίας». Αυτή συντελείται με την αποφασιστική συνδρομή των «τριών διδασκάλων» όπως επικράτησε να αποκαλούνται ο Χρύσανθος ο «εκ Μαδύτων», ο Πρωτοψάλτης Γρηγόριος ο λευίτης και ο Χαροφύλαξ της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Χουρμούζιος ο Γιακαλής. Τόσο οι τρις παραπάνω δάσκαλοι, όσο και οι αγιορείτες ιερομόναχοι, Ματθαίος Βαροπεδηνός, ο Εφέσιος, Νικόλαος Δοχειαρίτης, Ιωάσαφ Διονυσιάτης και Θεοφάνης Παντοκρατορινός, πέρα απ’ τό προσωπικό συνθετικό ή θεωρητικό έργο τους κληροδότησαν στις επερχόμενες γενεές, εξηγημένο στη Νέα Μέθοδο, το μεγαλύτερο τμήμα της βυζαντινής και μεταβυζαντινής μελικής παραγωγής «εις κοινόν όφελος.

Πηγή: Η παραπάνω μελέτη δημοσιεύθηκε στο ένθετο «Επτά ημέρες» της Εφημερίδας «Καθημερινή» στις 16 Απριλίου 1995 στο Αφιέρωμα με τίτλο «Εκκλησιαστική μελουργία».

Το Παναρμόνιο του Κων/νου Ψάχου στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος

 

Η βυζαντινομουσικολογική ημερίδα: Το Παναρμόνιο του Κ. Α. Ψάχου οργανώνεται από το Τμήμα Μουσικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ με την ευκαιρία της επετείου των 25 ετών από την ίδρυσή του.
Ο Ψάχος, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα κατά το τέλος του 19ου αι. και πρωτοστάτησε στην προώθηση της μελέτης και διδασκαλίας της Βυζαντινής Μουσικής. Έχοντας εξασφαλίσει χρηματοδότηση, από την Εύα Πάλμερ–Σικελιανού και από σχετικό έρανο, παραγγέλνει μεταξύ 1922 και 1924 και επιβλέπει την κατασκευή τριών οργάνων, ενός μεγάλου σε τύπο “Orgel” και δύο μικρών σε τύπο «Αρμονίου», που κατασκευάζονται και παρουσιάζονται στο Oettingen της Γερμανίας. Από αυτά τα δύο Αρμόνια μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκαν σε εκδηλώσεις, κυρίως κατά τις «Δελφικές γιορτές». Σήμερα το μικρότερο έχει συντηρηθεί και βρίσκεται στο μουσείο του ΚΕΕΛ της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ το δεύτερο φυλάσσεται στην Εστία Νέας Σμύρνης και χρήζει συντήρησης.
psaxos3
Το μεγάλο Παναρμόνιο χρησιμοποιήθηκε το 1926 σε συναυλίες και παρουσιάσεις του έργου του Ψάχου στη Γερμανία. Παρόλο που είχε εξοφληθεί, έμεινε εκεί, καθώς οι τεχνικές δυσκολίες και τα έξοδα μεταφοράς του ήταν δυσβάστακτα. Είναι στην ουσία ένα εκκλησιαστικό Όργανο, ένα “Orgel”, όπως το ονομάζει σε ένα δημοσίευμά του ο ίδιος, και λειτουργεί με αυλούς. Η ιδιαιτερότητά του βρίσκεται στο ότι μπορεί να παίξει μια πλούσια σειρά από ασυγκέραστα διαστήματα, κατάλληλα να αποδώσουν την ελληνική λειτουργική μουσική της βυζαντινής περιόδου, της οποίας χαρακτηριστικό είναι η μεγάλη ποικιλία μικροδιαστημάτων.
Η λειτουργικότητά του στην πράξη και στη διδασκαλία αμφισβητήθηκε από την αρχή, ωστόσο δεν υπήρξε και κάποια εκτεταμένη περίοδος δοκιμής του, ώστε να προκύψει και κάποιος καλά εκπαιδευμένος στο χειρισμό του μουσικός. Είναι όμως αδιαμφισβήτητη η αξία του, τόσο ως ιστορικού κειμηλίου που συνδέεται με μεγάλες προσωπικότητες, όπως ο Κωνσταντίνος Ψάχος και η Εύα Πάλμερ–Σικελιανού, όσο και ως τεχνολογικού επιτεύγματος για χρήση στη Θεωρία και Πράξη της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής. Να σημειωθεί πως ο Ψάχος τιμήθηκε ως εφευρέτης για το σχεδιασμό και τη διευθέτηση στο πληκτρολόγιο των πολλών πλήκτρων που απαιτούνταν για την κάλυψη των 41 δικής του επιλογής διαστημάτων ανά οκτάβα.

Υπάρχει διάκριση μεταξύ εκκλησιαστικής και δημοτικής μουσικής;

 


Με αφορμή την ανάρτηση ενός ακούσματος στο facebouk και τη με σχετικό μάκρος συζήτηση που την ακολούθησε, παραθέτω στη συνέχεια μερικές  απόψεις μου πάνω στο όλο θέμα,  που αν και είναι  γραμμένες πριν από 15 χρόνια, θεωρώ ότι εξακολουθούν και σήμερα είναι εντελώς επίκαιρες. [1]
«Μη μέταιρε όρια, ά οι Πατέρες έθεντο» (Παροιμ.ΚΒ΄28). Τα όρια αυτά που σεβάστηκαν με ευλάβεια μέσα στους αιώνες όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί και ανανεωτές και καλλωπιστές της εκκλησιαστικής μουσικής Τέχνης και μας την παρέδωσαν ως έναν ανυπολόγιστης αξίας μουσικό θησαυρό,  οφείλουμε να διατηρήσουμε και να μην υπερβούμε εμείς οι σημερινοί, αλλά και οι μετά από εμάς, εάν θέλουμε να διατηρήσουμε γνήσιο και ανόθευτο, αυτό που μας δόθηκε ως ιερά και εθνική παρακαταθήκη  από τους πατέρες μας.
bizantini3
Η παραπάνω νουθεσία, παλιά όσο και η θρησκεία μας , πάντα επίκαιρη και χρήσιμη, είναι πάντως αρκετά δύσκολο να εφαρμοσθεί σε θέματα που αφορούν την εκκλησιαστική μας μουσική . Και τούτο, γιατί τα όρια αυτά, αρκετά δυσδιάκριτα, αφού η ίδια η μουσική ως τέχνη είναι αφηρημένη, είναι πολύ εύκολο και ελκυστικό θα έλεγα σε πολλές περιπτώσει να τα υπερβεί κανείς και να μεταπηδήσει σε χώρους που ελάχιστα ή καθόλου δεν θυμίζουν το σκοπό της ύπαρξης  και της λειτουργίας της μουσικής στον χώρο της λατρείας.
Πέραν αυτού, η υπόθεση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη εάν αναλογισθούμε ότι πλάϊ στην εκκλησιαστική μας μουσική συμπορεύεται και η κόρη της, η δημοτική μουσική, ή άλλη δηλαδή έκφραση  της ελληνικής μουσικής. Ακόμα θα έλεγα ότι δυσκολεύει επίσης και το ό,τι, παράλληλη πορεία με τη μουσική της εκκλησίας μας είχε και η λεγόμενη θύραθεν μουσική, δηλαδή η  κοσμική ουσιαστικά μουσική της καθ΄ ημάς Ανατολής, η οποία ως άλλη ετεροθαλής αδελφή της εκκλησιαστικής βυζαντινής μουσικής  την ακολούθησε κατά  πόδας από τα πολύ παλιά χρόνια και ιδιαίτερα  αυτά της Τουρκοκρατίας.
Είναι αποδεδειγμένο ιστορικά ότι το Έθνος μας λάτρεψε κατ’ εξοχήν τις Καλές λεγόμενες Τέχνες  και  τις καλλιέργησε με απαράμιλλη καλαισθησία, σε βαθμό που επέσυρε το θαυμασμό όλου του κόσμου. Από αυτές, η μουσική και η ποίηση κατέκτησαν την πρώτη βαθμίδα στις πνευματικές και καλλιτεχνικές ενασχολήσεις του ελληνικού λαού με τη διπλή πάντα και σαφή διάκριση τους ως προς τη λέξη, το μέτρο, το ρυθμό, το ήθος και το μέλος σε: κοσμική και θρησκευτική. Η διάκριση αυτή χαρακτηρίζει σαφώς μέχρι τις ημέρες μας τη μουσική  που το έθνος μας θεωρεί εντελώς δική του και τη γνωρίζει με την κοσμική της έκφραση – λέγε δημοτική – και  τη λατρευτική – λέγε βυζαντινή.
Η διάκριση μεταξύ κοσμικής και εκκλησιαστικής, παρά τις όποιες ομοιότητες, πρέπει να είναι εντελώς σαφής, όπως άλλωστε σαφείς και διακριτοί είναι οι ρόλοι της κάθε μιας. Για το λόγο αυτό απ’ αρχής διαχωρίσθηκαν οι κλάδοι της ίδιας μουσικής και αναπτύχθηκαν με διαφορετικό τρόπο και ανάλογα με τις λειτουργικές ανάγκες του σκοπού που υπηρετούσαν.

Πλάτων: η ηθική δύναμη της μουσικής Κωνσταντίνα Γογγάκη, Επ. Καθηγήτρια Παν/μίου Αθηνών

 


Goggaki-music-platon_UPΗ μουσική έχει μια διευρυμένη έννοια στον αρχαίο κόσμο, περιλαμβάνοντας συνήθως την ποίηση και την μελωδία. Μερικές φορές, ωστόσο, περιλαμβάνει όλα όσα αναφέρονται στις Μούσες, δηλαδή το σύνολο σχεδόν των τεχνών.20
Το τι είναι αρμονία, ρυθμός και μέτρο το γνωρίζει κανείς ήδη από τον Φίληβο.21 Στους Νόμους ρυθμός και αρμονία αποκαλείται η αίσθησις των εν ταις κινήσεσιν τάξεων.22 Η φύση, ως δημιούργημα θεϊκό, διαθέτει αρμονία και ρυθμό. Η φύση και η κίνηση των ουρανίων σωμάτων χαρακτηρίζονται από την αρμονία, και οι θεοί έβαλαν μέσα στον άνθρωπο τον ρυθμό.23 Ο Πλάτων στους Νόμους αναζητάει την κοινή καταγωγή και τις αρχές της γυμναστικής και της μουσικής, όπως επίσης και του χορού.
Ο ίδιος επιχειρεί να θεμελιώσει την χορεία και γενικότερα την τάση του ανθρώπου για ρυθμό και κίνηση στη φύση, στη φυσιολογία του ανθρώπου.24 Εφόσον η φύση προίκισε τον άνθρωπο με την κίνηση και τη φωνή, και οι θεοί χάρισαν – αποκλειστικά στον άνθρωπο – την αίσθηση του ρυθμού και της αρμονίας, επομένως το ένα είναι δώρο της φύσης και το άλλο δώρο των θεών, όπου θεοί στην περίπτωση αυτή είναι οι Μούσες και ο Απόλλων.25
Η επίδραση της Μουσικής στον άνθρωπο είναι πολύ ισχυρή, τόσο, που φθάνει μέχρι τα βάθη της ψυχής. Για το λόγο αυτό, και προκειμένου να ελέγχει τις διαθέσεις των πολιτών, ο άρχοντας της πολιτείας οφείλει να προσδιορίσει ο ίδιος το περιεχόμενο της μουσικής. Σύμφωνα με το πλατωνικό σύστημα μελωδίες που είναι πένθιμες ή μελαγχολικές, διαφθείρουν και προκαλούν γενικά τις αισθήσεις, και ως εκ τούτου δεν πρέπει να είναι ανεκτές. Αντιθέτως, οροθετούνται οι επιθυμητές μορφές των μελωδιών, που είναι: μελωδίες κατανικτικές, παρακλητικές, διδακτικές, πολεμικές  και  σεμνές,  αντίστοιχες  δηλαδή  με  τις  βασικές αρετές.26
Ο Πλάτων, πεπεισμένος για την ηθική δύναμη της μουσικής, αποδίδει  σ’  αυτήν  σημαντικό  ρόλο,  θεωρώντας  ότι  οι  θρηνώδεις μελωδίες  δεν  έχουν  θέση  στην  πολιτεία  των  φιλοσόφων.27  Καμία «χαλαρή» μελωδία δεν επιτρέπεται. Εγκεκριμένες αρμονίες είναι μόνο εκείνες που ταιριάζουν σε «πολεμικούς άνδρες», δηλαδή ο «δωρικός» και ο «φρύγιος». Επίσης, δεν επιτρέπεται η ελευθερία στη χρήση των μέτρων και των ποδών, αλλά επιτρέπονται μόνο εκείνοι που ταιριάζουν στον «κόσμιο και ανδρείο άνθρωπο». Εξάλλου, καθορίζει ακόμη και το είδος των μουσικών οργάνων. Τα πολύχορδα όργανα, λ.χ. ο αυλός, που μπορεί να  αποδώσει  κάθε  είδους  μελωδία,  απαγορεύονται.  Στην  πλατωνική πολιτεία παραμένουν μόνο ο Απόλλων με τη λύρα και την κιθάρα, και οι βοσκοί με ένα ακόμη όργανο, τη σύριγγα. Η τέχνη σ’ όλες της τις μορφές και ιδίως ως λόγος και ως μουσική, λειτουργεί ως καθαρτική για την ψυχή.28  Με τον καθορισμό των ρυθμών που επιτρέπονται η «κάθαρση» της πόλης φτάνει στο τέρμα της. Γενικά ο Πλάτων καταδικάζει την ποικιλία, είτε στη μουσική, είτε στη γυμναστική, είτε ακόμη και στη δίαιτα, και επικροτείται η απλότης: Η δε απλότης κατά μεν μουσικήν εν ψυχαίς σωφροσύνην <ενν. ενέτικτεν>, κατά δε γυμναστικήν υγίειαν.29
20 Πβ. Τ. Αρβανιτάκη, σελ.228.
21 Πλάτωνος, Φίληβος 17c-d.
22 Πλάτωνος, Νόμ. B 653e.
23 Αυτόθι, B 654a. Πβ. Τ. Αρβανιτάκη, ό.π., σελ. 225, 229.
24 Πλάτωνος, Νόμ. B 653d: κατά φύσιν. Πβ. Τ. Αρβανιτάκη, ό.π., σελ. 227.
25 Πλάτωνος, Νόμ. Β 654a. Πβ. Τ. Αρβανιτάκη, ό.π.
26 Πλάτωνος, Πολ. Γ 398d-399e.
27 Αυτόθι, Γ 398d.
28 Πλάτωνος, Νόμ. Β 659e, 665e-666c.
29 Πλάτωνος, Πολ. Γ 404e. Πβ. Τ. Αρβανιτάκη, ό.π., σελ. 271.