Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Τεχνολογούσι και ου Θεολογούσι




Τεχνολογούσι και ου Θεολογούσι
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου






Μιλώντας κάποτε με έναν αγιορείτη λόγιο μοναχό έκανα λόγο, μεταξύ των άλλων, για την κρίση της θεολογίας στον τόπο μας, λόγω της επίδρασης που δέχθηκε από την σχολαστική δυτική θεολογία, καθώς και την ρωσική θεολογία. Χωρίς να αρνήται ο μοναχός αυτήν την αλήθεια, έκανε μια μικρή διόρθωση λέγοντας ότι δεν πρέπει να μιλούμε τόσο για κρίση της θεολογίας, όσο για κρίση των θεολόγων. Βέβαια, δεν είχα καμμιά πρόθεση να διαφωνήσω, αφού αυτό στην ουσία εννοούσα.
Πράγματι, όταν κάνουμε λόγο για ορθόδοξη θεολογία, εννοούμε την πίστη της Εκκλησίας στην αυθεντική της έκφραση, όπως την παρουσίασαν οι άγιοι Απόστολοι και Πατέρες, ύστερα από την προσωπική αποκάλυψη που δέχθηκαν. Αυτή η θεολογία δεν υφίσταται κρίση. Όταν όμως υπάρχουν μερικοί “θεολόγοι” οι οποίοι στοχάζονται πάνω στα θέματα της πίστεως και αναμειγνύουν την θεολογία των απλανών θεολόγων με τους στοχασμούς των φιλοσόφων και φιλοσοφούντων, τότε υφίσταται πρόβλημα, υπάρχει κρίση. Οπότε η κρίση ανήκει στους θεολόγους.
Έχω παρατηρήσει ότι στον τόπο μας, και κυρίως μεταξύ μερικών ακαδημαϊκών διδασκάλων, επικρατεί η αντίληψη ότι η θεολογία ταυτίζεται με την βιβλιογραφία, τις υποσημειώσεις και τις παραπομπές. Αυτό, βέβαια, μπορεί να ανταποκρίνεται στις επιστημονικές ακαδημαϊκές συνθήκες, αλλά δεν σημαίνει ότι αυτό είναι θεολογία. Πρέπει να επισημανθή η διαφορά. Άλλο είναι η θεολογία και άλλο η επιστημονική ανάλυση της θεολογίας των θεολόγων.
Αυτό μπορεί κανείς να το δη και σε διάφορες άλλες επιστήμες. Ένας ζωγράφος ή γλύπτης ή ποιητής κάνει πρωτότυπο και αυθεντικό έργο, ανοίγει νέους ορίζοντες, χαράζει μια νέα πορεία και προοπτική που καθορίζει μια συγκεκριμένη εποχή. Αργότερα έρχονται άλλοι ερευνητές οι οποίοι προσπαθούν αυτό το συγκεκριμένο έργο και τον καλλιτέχνη να το ερευνήσουν, να δουν τις προϋποθέσεις και την αφετηρία του έργου, να αναλύσουν τα δεδομένα της εποχής, της τεχνοτροπίας κλπ. Οπωσδήποτε και το τελευταίο έργο είναι ουσιαστικό, αλλά δεν συγκρίνεται με το πρώτο που είναι πρωτοποριακό και αυθεντικό. Για παράδειγμα, άλλο είναι ο αγιογράφος Θεοφάνης ο Κρής ή ο Πανσέληνος και άλλο οι επιστημονικές αναλύσεις γύρω από αυτούς. Όπως, επίσης, άλλο είναι ο Ελύτης αυτός καθ’ εαυτόν και άλλο εκείνος που αναλύει το έργο του Ελύτη. Ο Ελύτης παίρνει βραβείο Νόμπελ και όχι ο αναλυτής του. Υπάρχει τεράστια διαφορά.
* * *
Η Εκκλησία απέδωσε την επωνυμία του θεολόγου σε τρεις μεγάλες προσωπικότητες, όπως τον άγ. Ιωάννη τον Θεολόγο, τον άγ. Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον άγ. Συμεών τον νέο Θεολόγο. Αργότερα προσετέθη και ένας τέταρτος ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς. Στα έργα των τεσσάρων αυτών μορφών, όπως και στα έργα άλλων αγίων Πατέρων, Μεγάλου Βασιλείου, αγ. Γρηγορίου Νύσσης, αγ. Μαξίμου του Ομολογητού, υπάρχει πλούσια, ζωντανή και ουσιαστική θεολογία, χωρίς να υπάρχουν παραπομπές και υποσημειώσεις.
Όταν ήμουν φοιτητής, συμμετείχα για ένα διάστημα σε μια επιστημονική ομάδα που έκανε την κριτική έκδοση των συγγραμμάτων του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά. Δικό μου έργο ήταν να ανιχνεύσω τα χωρία του αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου που χρησιμοποίησε ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς για να τεθούν στην κριτική έκδοση. Επ’ ουδενί λόγω μπορώ να ασπαστώ την άποψη ότι, επειδή ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς δεν παρέπεμπε σε συγχρόνους του επιστήμονας ή ακόμη σε πολλούς Πατέρας της Εκκλησίας, αλλά και όταν το έκανε δεν σημείωνε την παραπομπή στο συγκεκριμένο έργο τους, ότι είναι κατώτερος από μερικούς μεγάλους ακαδημαϊκούς διδασκάλους οι οποίοι έχουν μάθει να δουλεύουν μόνον με την βιβλιογραφία, την λογική τεκμηρίωση και την σχολαστική ανάλυση.
* * *
Σήμερα χρειαζόμαστε μια θεολογία που να δίδη απαντήσεις σε διάφορα υπαρξιακά προβλήματα, τα οποία απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, όπως τον πόνο, τον θάνατο, τις τύψεις, το νόημα της ζωής, καθώς επίσης και στα τεράστια κοινωνικά προβλήματα, μέσα από την αποκαλυπτική εμπειρία. Χρειαζόμαστε μια θεολογία “τρυφερότητας”, αμεσότητας, που θα πέφτη σαν ήσυχη απαλή βροχή στις ψυχές των ανθρώπων και θα σκορπά βάλσαμο και παρηγοριά, όπως τα κείμενα του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου. Χρειαζόμαστε μια θεολογία “ποιητική”, χωρίς να είναι ρομαντική και συναισθηματική, μια θεολογία “διαισθητική”, χωρίς να είναι σκληρή και ερευνητική, μια θεολογία αυθεντική, που για να διατυπωθή και να εκφρασθή να μη χρειάζεται υποσημειώσεις, όπως είπε ένας σύγχρονος στοχαστής.
Και βέβαια, πρέπει να καταγγέλλεται η θεολογία που στηρίζεται αποκλειστικά και μόνον στις σημειώσεις, τις παραπομπές και την βιβλιογραφία, γιατί παραπλανά τον λαό και εξυπηρετεί μόνον τα συμφέροντα αυτού που την εκφράζει. Πρέπει να καταγγέλλεται μια τέτοια ακαδημαϊκή θεολογία, όταν εξέρχεται από τον χώρο της και τον σκοπό που εξυπηρετεί, όταν προβάλλεται ως πρότυπο θεολογίας, περιθωριοποιώντας την πρωτότυπη και αυθεντική θεολογία των θεουμένων.
Ο Μ. Βασίλειος, αναφερόμενος σε περιπτώσεις φιλοσοφούντων θεολόγων της εποχής του, περίπου ομοίων με μερικούς ακαδημαϊκούς θεολόγους της εποχής μας, έλεγε ότι “τεχνολογούσι και ου θεολογούσι”.
Είναι κρίμα όταν ταυτίζεται η αυθεντική θεολογία με την σχολαστική μεθοδολογία, δηλαδή όταν συνδέεται η θεολογία με την τεχνολογία, με αυτήν την έννοια. Οι άνθρωποι σήμερα δεν έχουν ανάγκη μεθόδου σπουδαστηριακής, αλλά ζωής αληθινής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου